Home Ομιλίες Τοποθέτηση Επί της Αρχής, της Βουλευτού Ασημίνας Ξηροτύρη Αικατερινάρη στην Ολομέλεια, στο Ν/Σ «Σύνδεση έρευνας και τεχνολογίας με την παραγωγή και άλλες διατάξεις»

Τοποθέτηση Επί της Αρχής, της Βουλευτού Ασημίνας Ξηροτύρη Αικατερινάρη στην Ολομέλεια, στο Ν/Σ «Σύνδεση έρευνας και τεχνολογίας με την παραγωγή και άλλες διατάξεις»

E-mail Εκτύπωση PDF
Ο Ν. 1514/85 που τροποποιείται με το παρόν νομοσχέδιο, όριζε ένα σαφές ερευνητικό σύστημα ακαδημαϊκού χαρακτήρα που είχε ως κατεύθυνση να συνδέσει το χώρο της γνώσης και της επιστήμης με τη βασική αλλά και την εφαρμοσμένη και τη βιομηχανική έρευνα και για το οποίο το κράτος είχε την υποχρέωση χρηματοδότησης από τα σχετικά προγράμματά του. Το ικανοποιητικό αυτό θεσμικό πλαίσιο δεν αξιοποιήθηκε στο βαθμό που έπρεπε και κατά κύριο λόγο δεν συνδέθηκε η βασική έρευνα με τους πολιτικούς και αναπτυξιακούς στόχους της χώρας, γιατί αυτό απαιτεί πόρους και προγράμματα. Οι δαπάνες για την έρευνα παρέμειναν ήδη στο 95% του ΑΕΠ κατατάσσοντας τη χώρα μας στην τελευταία θέση στον ΟΑΣΑ και τον δείκτη δαπανών 4 φορές κατώτερο από το μέσο όρο των χωρών της Ε.Ε. Με το παρόν νομοσχέδιο το ενδιαφέρον μετατοπίζεται στη διάδοση και εφαρμογή των αποτελεσμάτων της έρευνας και όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται σε αυτό «με σκοπό την εκμετάλλευση των αποτελεσμάτων είτε από τους ίδιους τους φορείς ή και τους εργαζόμενους σε αυτούς, είτε από τρίτους» ενώ η έννοια της χρηματοδότησης από την πολιτεία μετατοπίζεται ως οικονομική. Ερευνητική διαδικασία και ερευνητές, με το πρόσχημα της αποτελεσματικής σύνδεσης της έρευνας με την παραγωγή, ωθούνται έτσι σε ευκαιριακές επιχειρηματικές δραστηριότητες και τα ερευνητικά κέντρα κινδυνεύουν να μετατραπούν σε μέσο απορρόφησης κονδυλίων σε μια μαστιζόμενη από κρίση βιομηχανία ή επιχειρηματική δραστηριότητα. Στον ιδιωτικό τομέα διατέθηκαν μέχρι σήμερα σημαντικά ποσά από τα επιχειρησιακά προγράμματα. Τα ποσά αυτά δεν τροφοδότησαν ούτε κατ’ ελάχιστον την έρευνα, κατασπαταλήθηκαν τις περισσότερες φορές χωρίς ουσιαστικά αποτελέσματα απόδοσης, ανταγωνιστικότητας και κυρίως αύξησης των επενδύσεων και των θέσεων απασχόλησης. Τελευταία η έκθεση της Οικον. και Κοινων. Επιτροπής (ΟΚΕ) τονίζει την έλλειψη της έρευνα, με ιδιαίτερη έμφαση στην αγροτική, πολιτική για τη στήριξη της ποιότητας και της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων. (ΕΘΙΑΓΕ) Χάριν ποιάς πολιτικής ανταγωνιστικότητας των προϊόντων της βιομηχανίας, τα ερευνητικά κέντρα χάνουν σημαντικό μέρος του ακαδημαϊκού τους χαρακτήρα, που επιτυχώς τους είχε προσδώσει ο ν. 1514/85. Η συνεργασία της βασικής έρευνας με την έρευνα στη βιομηχανία είναι μακροχρόνια ζητούμενο και σε καμία περίπτωση η μια κατεύθυνση και προσπάθεια δεν μπορεί να υποβαθμίσει ή να ακυρώσει την άλλη. Η ανταγωνιστικότητα στην έρευνα και στην κοινωνία της γνώσης είναι επικίνδυνο να αποκτά τα ευκαιριακά βραχυπρόθεσμα χαρακτηριστικά όπως αυτά χαρακτηρίζουν την ανταγωνιστικότητα του επιχειρηματικού τομέα οφείλει να δημιουργήσει στέρεες βάσεις και να τροφοδοτεί ένα σταθερό, πολιτικό και εθνικό ερευνητικό πρόγραμμα και έργο. Να θέτει στόχους και προϋποθέσεις συνεργασίας και συντονισμού των ερευνών που γίνονται από τα διάφορα Υπουργεία και όχι να συντηρεί το παρόν, την πολυδιάσπαση. Οι ίδιοι οι ορισμοί του νομοσχεδίου στην αρχή του 1ου άρθρου του αποδυναμώνουν το δημόσιο βασικό χαρακτήρα των ερευνητικών κέντρων και κάθε σύνδεσή τους με την κοινωνία τα προβλήματα και τις ανάγκες ανάπτυξης. Είναι έτσι ορατός ο κίνδυνος τα ερευνητικά κέντρα να παύσουν πλέον και τυπικά να χρηματοδοτούνται από τα προγράμματα Δημ. Επενδύσεων και η βιωσιμότητά τους να εξαρτάται από το βαθμό που θα αξιολογούνται εντός εισαγωγικών τα Ευρωπαϊκά προγράμματα σε συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα. Το ότι δεν γίνεται καμία αναφορά στις ήδη περιορισμένες δημόσιες δαπάνες για την έρευνα και την τεχνολογία δείχνει να απαξιώνεται πλήρως η βασική δημόσια. Παράλληλα τα ίδια τα φυσικά πρόσωπα, οι ερευνητές, πλήττονται και θεσμικά και επαγγελματικά. Πολλά θεσμοθετημένα αντικειμενικά ακαδημαϊκά κριτήρια, όπως και τα ουσιαστικά προσόντα για την πρόσληψη και προαγωγή των ερευνητών, καθίστανται ασαφή και αλλοιώνονται, ενώ η παρέμβαση του Υπουργού σε κάθε διαδικασία και επίπεδο διοίκησης θα δημιουργήσει προβλήματα στην λειτουργία της ερευνητικής κοινότητας και στην αντικειμενική και συλλογική απόδοση κυρίως στον τομέα της εφαρμοσμένης και βιομηχανικής έρευνας, που απασχολεί τον Νομοθέτη. Η σύσταση των βασικών οργάνων της ερευνητικής διαδικασίας όπως το Εθνικό Συμβούλιο Έρευνας και Τεχνολογίας και τα Τομεακά επιστημονικά Συμβούλια, ο Εθνικός κατάλογος κριτών και η επιλογή των μελών, ο ορισμός των Δ.Σ. των πολλαπλών Ανωνύμων Εταιρειών που δημιουργούνται γίνονται από τον Υπουργό. Η ερευνητική κοινότητα και οι φορείς, τα Δημόσια, τα ιδιωτικού τομέα ελάχιστα συμμετέχουν. Για μας δεν νοείται προσπάθεια αναβάθμισης και ενίσχυσης της ερευνητικής διαδικασίας εξυγίανσης και ανάπτυξης της σχέσης της με τον ιδιωτικό τομέα με την εξάρτηση μόνο από την πολιτική ηγεσία χωρίς όργανα και συμμετοχή φορέων που θα εξασφαλίζουν τον έλεγχο, την εγκυρότητα και τη διαφάνεια της απόφασης. Εγκαταλείπεται κάθε προσπάθεια σύνδεσης των ερευνητικών κέντρων με την πανεπιστημιακή έρευνα και τις μεταπτυχιακές σπουδές, ώστε μέσω κατάλληλων μηχανισμών να συνδεθούν και τα δύο κέντρα και με την παραγωγή. Δεν προβλέπεται η σύνδεση αυτή όπως και η αντιστοιχία βαθμών και αποδοχών μεταξύ ερευνητών και μελών ΔΕΠ. Κινδυνεύουν να γίνουν δύο ανταγωνιστικοί φορείς, αντί μέσα από μια αμφίδρομη σχέση η ερευνητική και ακαδημαϊκή κοινότητα να επιδιώκει την αξιολόγηση της γνώσης και του ανθρώπινου δυναμικού. Ενώ τελικά οι επιδόσεις μέχρι σήμερα της ερευνητικής κοινότητας είναι ικανοποιητικές, όπως παραδέχεται η εισηγητική έκθεση και όπως απέδειξαν οι πρόσφατες διεθνείς αξιολογήσεις, το παρόν νομοσχέδιο δεν προβλέπει τη μισθολογική και θεσμική αναβάθμιση των ερευνητών έρχεται να επιδεινώσει ακόμη περισσότερο τη κατάσταση και για τους ερευνητές και για τα ερευνητικά κέντρα. Πρέπει να μας απασχολήσει γιατί τελικά το νομοσχέδιο αυτό απορρίπτεται από το μεγαλύτερο μέρος της ερευνητικής κοινότητας και χρειάζεται πολλές και σημαντικές τροποποιήσεις. Δεν προηγήθηκε ένας σε βάθος και ουσιαστικός διάλογος. Ο διάλογος που διεξήχθη κατά την επεξεργασία του στην επιτροπή απέδειξε ότι απαιτούνται σημαντικές τροποποιήσεις για να γίνει τουλάχιστον λειτουργικό και αποδοτικό. Για μας από τη διαδικασία αυτή του διαλόγου ενισχύθηκε η βαθύτατη ανησυχία μήπως έρχεται και αυτό το Νομοσχέδιο να κατεδαφίσει ό,τι κατά ηρωικό τρόπο έχει παραμείνει ακόμη όρθιο και σωστό στην ελληνική πραγματικότητα και σε αυτά περιλαμβάνεται η ερευνητική δραστηριότητα, ο δημόσιος χαρακτήρας, η λειτουργία της και η απόδοσή της. Συνοπτικά τα κατ’ εξοχήν προβλήματα που δημιουργούν οι κατευθύνσεις και οι αλλαγές αυτού του νομοσχεδίου είναι: -Η αλλοίωση του δημοσίου χαρακτήρα των ερευνητικών κέντρων και η αποδυνάμωση των ακαδημαϊκών χαρακτηριστικών τους, όπως και της σύνδεσης τους με την πανεπιστημιακή έρευνα. -Η έλλειψη δημόσιων δαπανών και η αποκλειστική σχεδόν χρηματοδότηση των ερευνητικών προτάσεων που εμπλέκονται ευθέως με τη βιομηχανία. -Η αποδυνάμωσης της βασικής έρευνας, που αποτελεί το θεμέλιο και της εφαρμοσμένη και βιομηχανικής έρευνας μακράς πνοής. -Η αποσύνδεση της έρευνας από κοινωνικά και ανθρωπιστικά προβλήματα και -Η ασάφεια των κριτηρίων και προσόντων για την επιλογή των κριτών και οι άμεσες παρεμβάσεις του Υπουργείου Ανάπτυξης. Η αποδυνάμωση της αποφασιστικής γνώμης του Εθν. Γνωμοδ. Συμβουλίου και η αδυναμία του χάραξης ερευνητικής πολιτικής και το βασικότερο συντονισμού της έρευνας τόσο στα εποπτευόμενα από το Υπ. Ανάπτυξης ερευνητικά κέντρα, όσο και στα λοιπά ερευνητικά κέντρα των άλλων Υπουργείων που είναι ένα μεγάλο ζητούμενο ήδη με την τροποποίηση αυτή για το ΕΘΙΑΓΕ ρυθμίζεται. Έτσι η ερευνητική κοινότητα που διακρίθηκε και διακρίνεται για την πολύωρη με μεράκι, όραμα και σχέδιο δουλειά της και για την πραγματική σχέση της με την έρευνα, κινδυνεύει να αποκοπεί μέσα από την πολυδιάσπαση και την αοριστία των σχημάτων των Ανωνύμων Εταιρειών μέσω μιας ανεξέλεγκτης γραφειοκρατίας που θα αποφασίζει και διατάσσει τα περί επιστημονικής έρευνας και στο όνομα της ελεύθερης αγοράς και ιδιωτικής πρωτοβουλίας εν γένει θα ελέγχει και θα αποφασίζει για τα πάντα. Ακόμη και θετικά βήματα, όπως η διάρθρωση των επιστημονικών συμβουλίων σε οριζόντια θεματική βάση δεν θα μπορέσει να αποδώσει αν δεν ενισχυθούν ή δημιουργηθούν πρόσθετοι διοικητικοί μηχανισμοί υποστήριξης. Η επιδιωκόμενη αποτελεσματική συμβολή της ερευνητικής διαδικασίας στη βελτίωση της παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας που μας ενδιαφέρει όλους, κινδυνεύει να υποτάξει την έρευνα σε μια βραχυπρόθεσμη βελτίωση των δεικτών παραγωγικότητας και παράλληλα να εμπορευματοποιήσει την ερευνητική διαδικασία οδηγώντας την στην σπατάλη αντί την αξιοποίηση των κοινοτικών πόρων του Γ΄ΚΠΣ. Το άρθρο 10 που αναφέρεται στη χρηματοδότηση επιχειρηματικών Συμμετοχών Υψηλής Τεχνολογίας και η σύσταση σχετικής εταιρείας κατ΄ αρχήν Α.Ε. του Ελληνικού Δημοσίου και στη συνέχεια με απεριόριστες δυνατότητες συμμετοχής άλλων ιδιωτικών φορέων χωρίς κριτήρια γι΄ αυτούς ακόμη και για τα μέλη του Δ.Σ. είναι ένα χαρακτηριστικό θέμα για τα παραπάνω που επισημαίνουμε. Το ίδιο συμβούλιο στο άρθρο 5 με τα θέματα των επιστημονικών και τεχνολογικών πάρκων και της ΑΕ «Εθνικό Δίκτυο Έρευνας και Τεχνολογίας (ΕΔΕΤ Α.Ε.) Τα κέντρα αυτά υπάγονται πλέον πλήρως στο καθεστώς των Αν. Εταιρειών και μάλιστα χωρίς καμία δέσμευση για το τελικό καθεστώς συμμετοχής του Δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα τους δίδονται απεριόριστες δυνατότητες να συνιστούν θυγατρικές εταιρείες ενώ δεν διασφαλίζεται η συμμετοχή των φορέων στα όργανα διοίκησης των αποφάσεων. Για όλα εν τέλει εξουσιοδοτείται εν λευκώ ο Υπουργός Ανάπτυξης. Η συμμετοχή των φορέων είναι ανύπαρκτη. Η ίδρυση Κέντρου Έρευνας και Τεχνολογίας Εθν. Αμυνας (ΚΕΤΕΘΑ, άρθρα 11,12 και 13) είναι ένα θετικό βήμα, που θα απέδιδε αν ενεργοποιηθεί το Διυπουργικό Συντονιστικό Όργανο της έρευνας, πράγμα που δεν επιχειρείται μέσω του παρόντος Ν/Σ. Δεν επιτυγχάνεται η διασύνδεση του ερευνητικού έργου και η υποστήριξή του από την υπόλοιπη ερευνητική κοινότητα της χώρας. Απαράδεκτο θεωρούμε και στην ουσία του άλλα και με τον τρόπου που εισάγεται σε ένα διαφορετικής κατεύθυνσης νομοσχέδιο, το άρθρο 14, όπου επιχειρείται να εκχωρηθεί στην ιδιωτική πρωτοβουλία σταδιακά το σύνολο των βιομηχανικών περιοχών, δηλαδή των ΒΙ.ΠΕ. που ανήκουν στην ΕΤΒΑ με το ατυχές και σε καμία περίπτωση ορθολογικό επιχείρημα ότι οι ΒΙΠΕ δεν αποτελούν τραπεζικό υποκείμενο, εκχωρούνται οι ΒΙΠΕ δηλαδή το ΄΄φιλέτο΄΄ και αποδυναμώνεται έτσι κάθε δυνατή επιβίωση ή συμβίωση της ΕΤΒΑ με εθνική κλπ ως Τράπεζας του Ελληνικού Δημοσίου. Η ίδρυση του Μουσείου Επιστήμης και Τεχνολογίας του άρθρου 9, θεωρείται θετική, επειδή κέντρα όπως το Μουσείο αυτό στηρίζονται κατά κύριο λόγο στη Διοίκηση τους στο Διευθυντή θα έπρεπε να περιγράφουν τα σχετικά προσόντα. Όσον αφορά τους πόρους από το ΠΔΕ να είναι κάθε φορά ζητούμενο. Για το τρίτο και τελευταίο μέρος του Νομοσχεδίου είχαμε και πριν την κατάθεσή του Νομοσχεδίου αυτού με ερώτησή μας καταθέσει τις αντιρρήσεις και τα επιχειρήματά μας για την συνεχιζόμενη διάλυση του, για τις επιχειρηματικές δραστηριότητες μέσω Α.Ε. του Υπ. Ανάπτυξης στα τουριστικά ακίνητα και για τις χωροταξικές και πολεοδομικές ρυθμίσεις που καταστρατηγούν κείμενες διατάξεις, παραβλέπουν τις διαδικασίες και τα όργανα αυτού του σχεδιασμού προκειμένου ν’ αξιοποιήσουν όσο όσο τη Δημόσια γη και το περιβάλλον και να το παραδώσουν σταδιακά στους ιδιώτες επιχειρηματίες. Τα θέματα τελικής ιδιωτικοποίησης των Καζίνο περιπλέκουν για μας και ενισχύουν ακόμη περισσότερο τον τζόγο στην αδύναμη ελληνική κοινωνία. Εμείς δεν θέλουμε το τζόγο είτε αυτό το χειρίζεται ο Δημόσιος τομέας και πολύ περισσότερο ο ιδιωτικός λαμβάνοντας υπόψη ότι ακόμη και ο έλεγχος του τελευταίου θα ιδιωτικοποιηθεί. Δευτερολογία: Ο κύριος Υπουργός στο εισαγωγικό μέρος της ομιλίας του χρησιμοποίησε τους καινούριους όρους που αυτήν τη στιγμή διαμορφώνονται και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Και η Ευρωπαϊκή Ένωση αδυνατεί να υλοποιήσει το βασικό της στόχο το κοινωνικό της μοντέλο και την κοινωνική της συνοχή. Παραμένει στην αγωνία της να φθάσει οικονομικά και να συμπορευτεί με τις επιλογές των Η.Π.Α. Έφθασε στο σημείο να ξεχάσει δικές της παραδοσιακές μορφές έρευνας, δηλαδή το δικό της πολιτιστικό και ερευνητικό περιβάλλον. Είναι γνωστό ότι και η Ευρωπαϊκή Ένωση στα θέματα της έρευνας και της σύνδεσής της με την παραγωγή αυτήν τη στιγμή παραπαίει. Δεν έχει ενιαία πολιτική. Από την άλλη μεριά εμείς ερχόμαστε πολύ φιλοευρωπαϊκά με τάσεις άκρατης εφαρμογής αυτού του συστήματος να υιοθετήσουμε τις βεβιασμένες κινήσεις που γίνονται σήμερα εν ονόματι της ανταγωνιστικότητας της αγοράς, εν ονόματι της οικονομικής μεγέθυνσης, και να οριοθετήσουμε το πεδίο της επιστημονικής μας έρευνας. Μιλήσατε για ευρωπαϊκή προστιθέμενη αξία. Η ευρωπαϊκή προστιθέμενη αξία ακόμη και σ' ένα νομοσχέδιο για την έρευνα αφορά οικονομική αξία που θα προστεθεί; Δεν είναι αξία που αφορά κοινωνικούς πόρους, δεν είναι αξία της προόδου της Ευρώπης σε ένα σωρό άλλα θέματα; Αυτός είναι δηλαδή ο κυρίαρχος στόχος; Το λέω αυτό γιατί μας είπατε ότι πραγματικά η έρευνα θα πρέπει να τείνει να ενισχύσει τους θεσμούς και το χώρο της οικονομικής δραστηριότητας. Αυτός μπορεί να είναι ένας στόχος της έρευνας σε αυτήν την εποχή της παγκοσμιοποιημένης αγοράς. Είμαστε προσγειωμένοι και τα ξέρουμε αυτά, αλλά δεν μπορούμε και να μην αντισταθούμε. Μπορεί να είναι ένας στόχος. Δεν μπορεί όμως σε καμία περίπτωση και νομίζω για κανένα πολιτικό σύστημα να είναι ο κυρίαρχος στόχος. Γιατί αν κρατήσουμε αυτόν το στόχο, κύριοι συνάδελφοι και κύριε Υπουργέ, τότε ελάτε να μου απαντήσετε τι θα συμβάλει η επιστημονική έρευνα, ακόμη και στην ανταγωνιστικότητα και στην πρόοδο και ποιότητα των βιομηχανικών ή των αγροτικών προϊόντων. Μήπως μέσα από αυτού του τύπου την έρευνα θα αυξηθούν κι άλλο τα διατροφικά μας προβλήματα; Θα επιλεγούν και θα εξευρεθούν και άλλα μεταλλαγμένα προϊόντα; Θα βρεθούν και άλλες μέθοδοι της γενετικής, που θα δημιουργούν τρελές αγελάδες και θα μας φτάσουν σε όλα αυτά τα διατροφικά αδιέξοδα; Μήπως μέσα από αυτήν την ανταγωνιστικότητα στην έρευνα θα καλυτερεύσουν τα δικά μας προϊόντα; Θα υπάρξει η περιβόητη έρευνα και η κατεύθυνση προς τα δικά μας παραδοσιακά προϊόντα για την τυποποίησή τους, για τις οικολογικές καλλιέργειες, για τις αλλαγές στην κτηνοτροφική παραγωγή μας κλπ.; Όλα αυτά δεν ενδιαφέρουν το ιδιωτικό κεφάλαιο. Αυτήν τη στιγμή και στην Ελλάδα, έτσι όπως πρόχειρα συγκροτείται το τοπίο από την έρευνα, έχει ως κύριο στόχο την αύξηση του κέρδους και όχι βέβαια αυτό που όλοι μας θέλουμε, την ανταγωνιστικότητα των προϊόντων. Η ανταγωνιστικότητα όμως των προϊόντων δεν είναι δυνατόν να συνδέεται με το πώς θα παράγουμε περισσότερα και πώς θα διαφημίζουμε περισσότερο, ενώ στο τέλος πρόκειται για πλαστικά και πολύ πιο επιβλαβή για τη δημόσια υγεία προϊόντα. Από την άλλη πλευρά εγώ θα έλεγα ότι ακόμη και η έρευνα η οποία γίνεται και στην Αμερική και στην Ιαπωνία, έχει πάρα πολλά στοιχεία της βασικής επιστημονικής έρευνας πάνω στον τομέα της υγείας, πάνω στον τομέα της διατροφής, πάνω στον τομέα της γενετικής κοκ. Τα μεγάλα τεχνολογικά κέντρα -και έχω υπόψη μου το Διεθνές Ινστιτούτο Υγείας στην Ουάσινγκτον- είναι κέντρα τα οποία πραγματικά προάγουν την έρευνα για τη δημόσια υγεία. Το συγκεκριμένο ινστιτούτο το κάνει όχι μόνο για τη δημόσια υγεία της Αμερικής αλλά και του υπόλοιπου κόσμου. Επομένως ακόμα και παραδοσιακά καπιταλιστικές χώρες έχουν κρατήσει αυτήν τους τη δομή στην έρευνα. Θέλουμε, λοιπόν, και εμείς να επικεντρώσουμε εκεί το ενδιαφέρον μας. Εμείς δεν θέλαμε απαντήσεις και κατευθύνσεις ότι αυτήν τη στιγμή και για την Ελλάδα αλλά και για την Ευρώπη είναι κυρίαρχος ο στόχος να εδραιώσουμε την ουσιαστική έρευνα, να εδραιώσουμε το δημόσιο και ακαδημαϊκό χαρακτήρα της έρευνας και να τη συνδέσουμε έτσι με την παραγωγή, ώστε να μην είναι όλα τα οφέλη στην ίδια την παραγωγή και στον ιδιωτικό τομέα, αλλά να διαχέονται σε όλη την κοινωνία και να την προστατεύουν. Όσον αφορά τις απαντήσεις που μας δώσατε για τις υπόλοιπες παρεμβάσεις που κάνατε σε αυτό το νομοσχέδιο, παρεμβάσεις που αφορούν τις ΒΙΠΕ, για τις οποίες είπατε ότι είμαστε στην ευχάριστη θέση να επενδύσουμε ιδιωτικά κεφάλαια προκειμένου να κάνουμε τις υποδομές σε αυτές τις περιοχές, εγώ από τα στοιχεία που έχω, βλέπω ότι οι περισσότερες από αυτές τις ΒΙΠΕ πάνε καλά. Είναι τέσσερις-πέντε οι οποίες πραγματικά δεν έχουν να παρουσιάσουν αξιόλογο έργο, δεν έχουν ολοκληρώσει τις υποδομές τους. Θα έλεγα δηλαδή ότι κατά μέσο όρο είναι σε καλό επίπεδο, σε ένα επίπεδο το οποίο βέβαια έχει δημιουργηθεί και από πολλές παραλείψεις και άλλου τύπου επεμβάσεις, που γίνονται κάθε φορά από την Κυβέρνηση σε αυτούς τους δημόσιους οργανισμούς. Εμείς λέμε ότι θα πρέπει να διορθώσουμε αυτού του τύπου τις παρενέργειες και τις παρεμβάσεις. Δεν λέμε να πάμε σε άλλη μορφή. Αυτός είναι ένας άλλου τύπου φιλελευθερισμός. Κάποιοι τον λένε "κινέζικο φιλελευθερισμό", κάποιοι άλλοι τον λένε "φιλελευθερισμό του νέου ΠΑΣΟΚ". Eν πάση περιπτώσει, θα πρέπει κάποτε να συνεννοηθούμε ουσιαστικά τι συμβαίνει με τους οργανισμούς του δημόσιου τομέα. Τους εγκαταλείπουμε πλήρως; Διορθώνουμε μια κατάσταση; Με αυτές τις ρυθμίσεις που έρχονται δεν υπάρχει κάποια πολιτική. Η Νέα Δημοκρατία διαμαρτύρεται ότι δεν υπάρχει η καθαρή πολιτική, ότι δηλαδή για ορισμένες απ' αυτές τις επιχειρήσεις του δημόσιου τομέα θα πρέπει κατευθείαν να πάμε στην πλήρη ιδιωτικοποίησή τους. Από εσάς έχουμε την ενδιάμεση πολιτική κάποιων ερμαφρόδιτων σχημάτων ανωνύμων εταιρειών χωρίς καμία δέσμευση, χωρίς κανένα πλαίσιο, χωρίς καμία οριοθέτηση πού σταματά ο δημόσιος χαρακτήρας και πού φθάνει ο ιδιωτικός χαρακτήρας. Όσον αφορά για τη φιλολογία που αναπτύχθηκε για τα καζίνο, θα μπορούσα να τη χαρακτηρίσω και σημειολογική για την εποχή μας. Τελικά εδώ υπήρξε μια πλειοδοσία για το πώς θα γίνει καλύτερα ο τζόγος και πώς θα αποκτήσει δηλαδή περισσότερα οφέλη το κράτος, είτε χειριζόμενο το ίδιο τα καζίνο είτε δίδοντάς τα στην ιδιωτική πρωτοβουλία, από την καταλήστευση μ' αυτόν τον τρόπο των Ελλήνων που πραγματικά ρέπουν και προς αυτήν την τακτική. Κάποτε με το πρόσχημα των δημόσιων καζίνο ανέχθηκαν πολλοί το να δημιουργηθούν, γιατί θα δημιουργούσαν πόρους στο κράτος. Από την άλλη πλευρά, με το πρόσχημα για τα ιδιωτικά καζίνο ότι θα αποδώσουν ανταποδοτικά οφέλη στο δημόσιο τομέα, που ουδέποτε εισέπραξε αυτά τα ανταποδοτικά οφέλη, πάλι φάνηκε ελαστικός ο ελληνικός λαός και εκχώρησε και αυτήν τη δυνατότητα. Αποφασίστε τέλος πάντων τι θέλετε, πώς το θέλετε, αλλά δώστε μας εκείνα τα στοιχεία για τα οποία εμείς σας κατηγορούμε ότι η λειτουργία των καζίνο μόνο αφυδάτωσε τον ελληνικό λαό και τίποτε δεν έχει προσθέσει στη δημόσια οικονομία.