Home Ομιλίες Τοποθέτηση επί της αρχής του σχεδίου νόμου "Μεταφορά Συντελεστή Δόμησης και ρυθμίσεις άλλων θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Περιβάλλοντος Χωροταξίας & Δημοσίων Έργων"

Τοποθέτηση επί της αρχής του σχεδίου νόμου "Μεταφορά Συντελεστή Δόμησης και ρυθμίσεις άλλων θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Περιβάλλοντος Χωροταξίας & Δημοσίων Έργων"

E-mail Εκτύπωση PDF
Α. ΓΕΝΙΚΑ Είναι πραγματικά, όπως και στην εισηγητική έκθεση αναφέρεται, κορυφαία υποχρέωση του κράτους και των πολιτών η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος και έτσι το Σύνταγμα την έχει αναγορεύσει. Όπως και η προστασία των δασικών εκτάσεων, η χωροταξική αναδιάρθρωση της χώρας, ο πολεοδομικός σχεδιασμός και η καθιέρωση της συμμετοχής του πολίτη. Όμως τα παραπάνω, όχι μόνο κατ΄ ελάχιστον εκπληρώνονται αλλά και παρά πολλές φορές με εμβόλιμες διατάξεις, τροπολογίες, Υπουργικές Αποφάσεις, παρερμηνείες της Διοίκησης, καταστρατηγούνται. Φαίνεται έτσι ως να είναι σκόπιμη πολιτική επιλογή η μη ολοκλήρωση του χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού με βάση τις παραπάνω Συνταγματικές αρχές. Θα κάνω μια σύντομη αναδρομή στην εικοσαετία που πέρασε, και σ΄ ένα από τα βασικά εργαλεία του πολεοδομικού σχεδιασμού, τον Συντελεστή Δόμησης (Σ.Δ.) και κατ΄ επέκταση την μεταφορά του. Ο Συντελεστής Δόμησης, από ένα εργαλείο πολεοδομικού σχεδιασμού, που επιτρέπει την ανάπτυξη μιας σχετικής ελευθερίας στην κατανομή των όγκων των κτιρίων, και εν τέλει στις αρχιτεκτονικές συνθέσεις, στη χώρα μας όμως η εφαρμογή του στην πράξη, και κυρίως η αύξησή του, εξυπηρέτησε το άναρχο σύστημα της αντιπαροχής, και της εκμετάλλευσης από τα οικονομικά συμφέροντα, του κρίσιμου προβλήματος της στέγης. Επιβάρυνε έτσι το οικιστικό περιβάλλον, ακριβώς γιατί ο αστικός ιστός στη χώρα μας δεν σχεδιάσθηκε ποτέ ολοκληρωμένα για να συνδυαστεί με άλλες παροχές που προσφέρει η πόλη. Παρέμεινε ως ένας αστικός ιστός που δεν διαθέτει τις υποδομές και τις λοιπές προϋποθέσεις για να δεχθεί υψηλές πυκνότητες, που τις δημιουργεί η αύξηση του Συντελεστή Δόμησης και η μεταφορά του. Η περίοδος επί υπουργίας Στ. Μάνου, και συγκεκριμένα ο ν. 880/79 χαρακτηρίστηκε από τη μείωση του Σ.Δ. Η παρέμβαση του αείμνηστου Τρίτση χαρακτηρίστηκε από τα Γενικά Πολεοδομικά Σχέδια (Γ.Π.Σ.) που εκπονήθηκαν ανά Δήμο και ήταν προσανατολισμένα στην ένταξη των αυθαιρέτων και όχι στις εντός σχεδίου περιοχές. Με το ν. 2508/97 ο Σ.Δ. έχει ανώτατο όριο το μέσο όρο του Σ.Δ. ανά γειτονιά, που καταστρατηγήθηκε πολύ σύντομα υπό την πίεση των εργολάβων. Ο θεσμός της μεταφοράς του Σ.Δ. εντάσσεται σε μια γενικότερη πολιτική ελέγχου των πυκνοτήτων δόμησης στην πόλη, και θα έπρεπε μέσα από μια φερέγγυα διαδικασία να αποτελεί το εργαλείο για τη δημιουργία δυναμικών κέντρων σε περιοχές που σχεδιάζονται εξ αρχής (ή έστω αναπλάθονται) σε περιοχές –και είναι πολλές αυτές οι περιοχές στη χώρα μας- που απαιτούν υποδομές, ώστε να αντέξουν και στην υψηλότερη πυκνότητα δόμησης, που δημιουργεί η αύξηση του συντελεστή δόμησης, αλλά πολλές φορές και σε αυτήν την πυκνότητα που έχουν μέχρι σήμερα. Μόνο μέσα από μια τέτοια διαδικασία ολοκληρωμένου σχεδιασμού, θα μπορούσε η πολιτεία να χρησιμοποιήσει ως θετικό το εργαλείο της μεταφοράς του Συντελεστή Δόμησης, και να εγγυηθεί τη διάσωση των ιστορικών κτιρίων ή την εξασφάλιση των απαλλοτριωτέων κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων. Μόνον εφ΄ όσον χρησιμοποιηθεί κατά τρόπο ελεγχόμενο, κάνοντας χρήση των κατευθύνσεων του πολεοδομικού σχεδιασμού και των μελετητικών και ελεγκτικών εργαλείων για την αποφυγή υπερβάσεων και παρανομιών, μπορεί να γίνει ένα κατάλληλο πολεοδομικό εργαλείο για τη διάσωση της πολιτιστικής μας κληρονομιάς και την δημιουργία καλύτερων όρων διαβίωσης. Με αυτήν τη θεωρητική αρχή, συμφωνούμε βεβαίως με το θεσμό της μεταφοράς του συντελεστή δόμησης. Βασική προϋπόθεση όμως για την εφαρμογή του είναι η ορθή θέσπιση ειδικών ζωνών για τη μεταφορά. Αυτή προβλέπεται για πρώτη φορά από το ν. 880/79, που όριζε ταυτόχρονα ως μέγιστο Σ.Δ. το 2,4. Στη συνέχεια ο ν. 1337/83 του Τρίτση εισάγει ως ανώτερο όριο το 0,80 στις επεκτάσεις, σε συνδυασμό με τον κοινωνικό Σ..Δ. Παρ΄ όλο όμως που τέθηκαν κάποιες αρχές για την πολιτική γης και την ενεργό διαχείρισή της, ακολουθήθηκε μια αποσπασματική πρακτική, μια αποσπασματική διαδικασία έκδοσης μεμονωμένων πράξεων μεταφοράς Σ.Δ., η οποία γενικευόμενη, σιγά – σιγά οδήγησε σε σκανδαλώδη αποτελέσματα, με πιο γνωστό την «Βωβόπολη» στη λεωφ. Κηφισίας. Σε αυτή όλη την κατάσταση έθεσε τέλος η νομολογία του ΣτΕ, με το σκεπτικό ότι δεν μπορεί να γίνεται μεταφορά εκτός θεσμοθετημένων ζωνών, εκτός των ορίων κάθε Δήμου, χωρίς σχετική πολεοδομική μελέτη των Ζ.Υ.Σ. κ.λ.π. Έτσι, ο σχετικά πρόσφατος ν. 2300/1995 προσπαθεί να προσαρμοστεί στη νομολογία του ΣτΕ, αλλά εξακολουθεί να κρατά δύο τύπους ζωνών, με αποτέλεσμα κατά την εφαρμογή του να προωθείται μόνο η μεταβατική του διάταξη ,δηλαδή η μεμονωμένη μεταφορά. Αυτά, σε συνδυασμό και με άλλες αδυναμίες του νόμου σε σχέση με τις διατάξεις του Συντάγματος, οδήγησαν σε νέα κρίση συνταγματικότητας από το ΣτΕ το 1996 και έτσι με σχετική εγκύκλιό του το ΥΠΕΧΩΔΕ που πάγωσε το όλο θέμα. Και μαζί με αυτό σταμάτησε, αναιτιολόγητα, κάθε διαδικασία θεσμοθέτησης ζωνών υποδοχής ΣΔ. Μετά την αλλαγή του Συντάγματος, συνεχώς κυοφορείτο ένα νομοσχέδιο ΜΣΔ, με περισσότερες προϋποθέσεις και περιορισμούς από τους παλαιότερους νόμους, και τελικά φθάσαμε στο νομοσχέδιο που συζητούμε σήμερα. Φαίνεται να βελτιώνει το προηγούμενο, και παρουσιάζεται εναρμονισμένο στις τελευταίες αποφάσεις του ΣτΕ, όπως και της πρόσφατης Αναθεώρησης του Συντάγματος, προκειμένου τελικά να είναι συνταγματικά συμβατή η δυνατότητα αντικατάστασης της αποζημίωσης για τα βαρυνόμενα ακίνητα, με τη χορήγηση τίτλου Μ.Σ.Δ. Ενσωματώνει την επιταγή ότι η Μ.Σ.Δ. θα γίνεται μόνο σε ζώνες που θα εγκριθούν μετά από μελέτη, αλλά τελικά περιπλέκει την κατάσταση στα θέματα άσκησης των αρμοδιοτήτων για την απόδοση του τίτλου, όπως και για την έγκριση των Ζ.Υ.Σ. σε περιφερειακό και κεντρικό επίπεδο. Ενώ, η πάγια τακτική της κυβέρνησης να μεταφέρει την ουσία των αλλαγών και μεταρρυθμίσεων, και εν τέλει τη δυνατότητα εφαρμογής των νόμων σε Προεδρικά Διατάγματα και Υπουργικές Αποφάσεις, θα καταστήσει και αυτό το νόμο ανενεργό για πολύ καιρό ακόμη, και φοβάμαι για τόσο, όσο χρειάζονται οι δυνάμεις της αγοράς και του ανταγωνισμού στη διαχείριση της γης για να ανασυντάξουν τις δυνάμεις τους και να αλλοιώσουν τα θετικά του σημεία. Ουσιαστικές ρυθμίσεις του νόμου παραπέμπονται σε Προεδρικά Διατάγματα και Υπουργικές Αποφάσεις, καθώς και μελέτες, για τις οποίες όμως δεν προσδιορίζεται ο χρονικός ορίζοντας περαίωσής τους. Η προώθηση του νόμου επιβάλλεται να γίνει ταυτόχρονα με την προώθηση ενιαίων μελετών για τη θέσπιση ζωνών υποδοχής αλλά και συστηματική διαχείριση των γενικών πολεοδομικών σχεδίων, με εφαρμογή των προβλεπόμενων Σ.Δ. και χρήσεων γης. Οι διαδικασίες των Προεδρικών Διαταγμάτων θα πρέπει να χαρακτηρίζονται από διαφάνεια και ενημέρωση, και να αφορούν μόνο στα σημεία που ο νόμος δεν μπορεί να αναλύσει. Διαφορετικά, το νομοσχέδιο κινδυνεύει να θεωρηθεί ως απλή αποδελτίωση και προσπάθεια κωδικοποίησης των αποφάσεων του ΣτΕ, και να μένει έτσι ανενεργό για μακρότατο χρονικό διάστημα. Για να μη συμβεί αυτό, απαιτείται ταυτόχρονη προσπάθεια προώθησης των Προεδρικών Διαταγμάτων και Υπουργικών Αποφάσεων, και το βασικότερο, των ενιαίων μελετών για τη θέσπιση των ζωνών υποδοχής, μέσα από μια διαδικασία κωδικοποίησης των Γ.Π.Σ. και των στοιχείων που αυτά παρέχουν, μέσα από μια διαδικασία διαφάνειας, με αυστηρή χρήση των γνωστών κανόνων του πολεοδομικού σχεδιασμού. Θα ήθελα να κάνω μερικές παρατηρήσεις επί τροχάδην, όσον αφορά τη φιλοσοφία των άρθρων αυτού του νομοσχεδίου: Σημαντικό πρόβλημα από τη μέχρι σήμερα εφαρμογή του θεσμού αποτέλεσε η χρονοβόρα διαδικασία έκδοσης των τίτλων. Θεωρούμε αναγκαίο η διαδικασία έκδοσης των τίτλων δικαιώματος μεταφοράς Σ.Δ. να αποκεντρωθεί σε επίπεδο Περιφέρειας. Για όλες δηλαδή τις περιπτώσεις θα πρέπει να αποκεντρωθεί η διαδικασία έκδοσης του δικαιώματος Μεταφοράς Σ.Δ. σε επίπεδο περιφέρειας. Τα κάθε είδους ποσά που προβλέπεται να καταβάλλονται στο ΕΤΕΡΠΣ κατά τη διαδικασία μεταβίβασης τίτλου ή έκδοσης οικοδομικής αδείας, θα πρέπει να διατίθενται εξ ολοκλήρου στους ΟΤΑ, και όχι εν μέρει, και να χρησιμοποιούνται αποκλειστικά σε έργα διαμόρφωσης κοινοχρήστων – κοινωφελών χώρων, και διατήρησης αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, όπως η περίπτωση της παρ. 5 του άρθρου 2 όπου προβλέπεται ότι: «Για τη μεταβίβαση του τίτλου, απαιτείται η καταβολή παραβόλου αξίας 100 ευρώ υπέρ του ΕΤΕΡΠΣ. Το ύψος του παραβόλου μπορεί να αναπροσαρμόζεται με απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως» και της παρ. 3 του άρθρου 5 σύμφωνα με την οποία: «Για την έκδοση της οικοδομικής άδειας καταβάλλεται από τους δικαιούχους του ωφελούμενου ακινήτου ποσό ίσο προς το πέντε τοις εκατό (5%) της αντικειμενικής αξίας του προστιθέμενου ΣΔ, υπέρ του ΕΤΕΡΠΣ». Βέβαια, ο τρόπος κατανομής των πόρων του ταμείου (του ΕΤΕΡΠΣ), όπως μας είναι γνωστός μέχρι σήμερα, και πολύ χειρότερα για αυτά τα οποία δεν μας έχουν δημοσιοποιηθεί, σε καμία περίπτωση δε διασφαλίζει την ανταποδοτικότητα των χρημάτων αυτών, που βάσει των διατάξεων κατατίθενται αποκλειστικά για τα έργα διατήρησης της αρχιτεκτονικής, πολιτιστικής κληρονομιάς κ.λ.π. Για τους λόγους αυτούς, που είναι καθ΄ όλα βάσιμοι το θέμα της αξιοποίησης ή μη (το τίμημα δηλαδή) της μεταβίβασης τίτλου Μεταφοράς Σ.Δ. των ακινήτων της περ. α της παρ. 1 του άρθρου 3 (Διατηρητέα ΥΠΕΧΩΔΕ, ΥΜΑΘ, ΑΙΓΑΙΟΥ κ.λπ.) μας απασχόλησε και μας απασχολεί, όπως και σημαντικούς σχετικούς με το θέμα φορείς π.χ. το ΤΕΕ. Η διατύπωση στο νομοσχέδιο ότι αποκλειστικά θα διατίθενται μέσω του ΕΤΕΡΠΣ για έργα «διατήρησης της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, με προτεραιότητα το βαρυνόμενο διατηρητέο» είναι ευχολόγιο, για να μην πω παρελκυστική τακτική, για να πάνε τελικά τα χρήματα να καλύψουν άλλες, και κυρίως μαύρες τρύπες του προϋπολογισμού. Κατά τη δική μας πρόταση ή δεν θα υπάρχει τίμημα από μεταβίβαση του τίτλου (πώληση δηλαδή), αλλά θα επιδιώκεται η διαμόρφωση χώρου κοινής ωφέλειας ή θα καθοριστεί ένα άλλο ταμείο, με αυστηρές προϋποθέσεις και όρους αξιοποίησης αυτών των πόρων υπέρ της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Πολύ σημαντική είναι η διαδικασία καθορισμού των Ζ.Υ.Σ. μέσω των Πολεοδομικών Μελετών και κρίσιμο το θέμα του καθορισμού τους εντός των ορίων του ίδιου Δήμου, ιδιαίτερα για τα Π.Σ. Αθήνας και Θεσσαλονίκης όσον αφορά τα ρυμοτομούμενα ακίνητα, που αναλυτικά θα αναφερθούμε στην κατ’ άρθρο συζήτηση. Όμως πρέπει να επισημάνω στην επί της αρχής ομιλία μου, ότι ο καθορισμός Ζ.Υ.Σ. και για τις περιοχές με Οργανισμούς (Αθήνα, Θεσ/νικη κλπ) πρέπει να γίνεται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας και με «σύμφωνη γνώμη», όχι απλά γνώμη, τουλάχιστον του Περιφερειακού Συμβουλίου Χωροταξίας και Περιβάλλοντος. Αυτό, όχι μόνο για την αποκέντρωση της διαδικασίας, που και διαφάνεια εξασφαλίζει και αποτελεσματικότητα, αφού η πίεση των φορέων και του πολίτη ασκείται στα όργανα της περιοχής που δημιουργείται το πρόβλημα, αλλά παράλληλα λύνει και μια σειρά άλλα θέματα, που διαφορετικά μπορούν να περιπλέξουν την όλη διαδικασία. Παραδείγματος χάριν Ζ.Υ.Σ. μπορεί να καθοριστεί και με την πράξη έγκρισης ή τροποποίησης ρυμοτομικού σχεδίου, διαδικασία που επαναφέρεται πλέον στην Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση και που τελεσιδικεί σε επίπεδο Περιφέρειας. Ποιο είναι το αποφασιστικό όργανο στην παραπάνω περίπτωση και για τις δύο πράξεις; Για μας είναι λογικό να είναι το Συμβούλιο Χωροταξίας και Περιβάλλοντος του νομού ή της Περιφέρειας κι εκεί πρέπει να τελειώνει και η διαδικασία καθορισμού και έγκρισης της ΖΥΣ. Θα πρέπει δηλαδή, προκειμένου να μη δημιουργηθεί σύγχυση αρμοδιοτήτων έγκρισης των ΖΥΣ με τις αρμοδιότητες έγκρισης και τροποποίησης των ρυμοτομικών σχεδίων, να αποφασίζει το ίδιο όργανο, και αυτό να είναι στην Περιφέρεια. Σωστά στο Ν/Σ καθορίζονται οι προϋποθέσεις που πρέπει σωρευτικά να συντρέχουν για τις περιοχές που ύστερα από μελέτη μπορούν να γίνουν Ζ.Υ.Σ. Όμως, για την προβλεπόμενη διαδικασία καθορισμού των Ζωνών Υποδοχής Συντελεστή Δόμησης δε διευκρινίζεται επαρκώς με ποιο τρόπο θα γίνεται η οριοθέτησή τους: Α) Θα εναρμονίζονται με τον ισχύοντα πολεοδομικό σχεδιασμό της περιοχής τα εγκεκριμένα Γενικά Πολεοδομικά Σχέδια όπου υπήρχαν; Β) Θα λαμβάνεται υπόψη το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο για παράλληλες ρυθμίσεις, περιοχές αναπλάσεων του ν. 2508 κλπ;. Γ) Θα πρέπει να εξετασθεί το εύρος της περιοχής που είναι αναγκαίο να μελετηθεί προκειμένου να καθορισθούν οι ζώνες υποδοχής Σ.Δ.; Έτσι, αυτός ο περιορισμός για τα πολεοδομικά διατάγματα στην ανά δήμο οριοθέτηση της Ζώνης Υποδοχής Συντελεστή φαίνεται να μη μπορεί να είναι συμβατός με τη διαδικασία που και εδώ το νομοσχέδιο προβλέπει, αλλά και γενικότερα με τη διαδικασία των πολεοδομικών μελετών, οι οποίες λαμβάνουν υπόψη τους τις ευρύτερες περιοχές, και όχι τις στενές περιοχές του δήμου ενός πολεοδομικού συγκροτήματος. Ακούστηκε από την κυρία Υπουργό ότι πραγματικά αυτό είναι μια επιταγή του Συμβουλίου της Επικρατείας. Είναι όμως, ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα γι΄αυτόν το νόμο. Η εκτίμηση των αναγκών στις ζώνες αυτές θα πρέπει να στηρίζεται και σε μια γενική εκτίμηση των αναγκών του ίδιου του Π.Σ. για την εφαρμογή της μεταφοράς ΣΔ από ακίνητα που βρίσκονται στα όριά του. Ακόμη, στις προϋποθέσεις καθορισμού των περιοχών ΖΥΣ, δεν προσδιορίζεται ο ανώτατος ΣΔ που μπορεί να θεσπιστεί (ο ν. 880 όριζε ανώτατο ΣΔ 2,4). Έτσι, τελικά η ρύθμιση για τα συμφορημένα Πολεοδομικά Συγκροτήματα θα πρέπει να περιλαμβάνει όλο το Πολεοδομικό Συγκρότημα ή ομάδες Δήμων μετά από τη σχετική μελέτη. Επαναλαμβάνω και πάλι, ότι η διαδικασία των Πολεοδομικών Μελετών που απαιτείται για τις ΖΥΣ είναι εξαιρετικά σύνθετη, δυστυχώς θα είναι χρονοβόρα, και μοιάζει να παραπέμπει σε μια νέα ΕΠΑ (Επιχείρηση Πολεοδομικής Ανασυγκρότησης), που θα πρέπει να προσπαθήσουμε όλοι να μην έχει για μια ακόμη φορά, άγνωστο χρονικό ορίζοντα. Επανέρχομαι στο θέμα των εξουσιοδοτήσεων (αρθ.6) του Ν/Σ αυτού. Όλο το άρθρο 6 παραπέμπει σε Προεδρικά Διατάγματα, εξουσιοδότηση στον Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ και Υπ. Αποφάσεις για ουσιαστικά θέματα, όπως οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί που ισχύουν για την πραγματοποίηση της ΜΣΔ μαζί με τα στοιχεία, τα δικαιολογητικά και τη διαδικασία, τον τρόπο καθορισμού της επιφάνειας που μεταφέρεται στο ωφελούμενο ακίνητο. Επίσης, ειδικότερα θέματα τεχνικού και λεπτομερειακού χαρακτήρα κλπ καθώς και οι ειδικότερες προδιαγραφές εκπόνησης μελετών για τις ΖΥΣ. Επιμένουμε ότι, όπως στους προηγούμενους σχετικούς νόμους, και ιδιαίτερα στο 2300/95, τουλάχιστον οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για την Μ.Σ.Δ. και ΖΥΣ έπρεπε να διατυπώνονται με σαφήνεια στο νόμο αυτό. Όσον αφορά τις μεταβατικές διατάξεις, καμιά από αυτές δεν συνάδει με τη χρηστή διοίκηση, η οποία οφείλει να είναι αξιόπιστη και να διορθώνει αποτελεσματικά ή να αποζημιώνει για τα λάθη της. Και αφού εγκαταλείπει χωρίς σεβασμό ένα μεγάλο αριθμό πολιτών που είναι κάτοχοι τίτλων που αορίστως έχουν ακυρωθεί, προχωρεί με την παρ. 4, σε αντίθεση με τις προηγούμενες παραγράφους, σε χαριστική διάταξη που αφορά σε αυθαίρετα, με δύο στόχους: την έμμεση νομιμοποίηση αυθαιρέτων και την είσπραξη χρημάτων Θα επαναλάβω ότι, έτσι όπως δομείται τελικά αυτό το νομοσχέδιο, με σειρά υπουργικών αποφάσεων, προεδρικών διαταγμάτων κλπ., θα πρέπει οπωσδήποτε να δεσμευτείτε εδώ τουλάχιστον, για την άμεση έκδοση όλων αυτών, για την εκτίμηση και εξασφάλιση του κόστους υλοποίησης της μεταφοράς του Σ.Δ., και τελικά για την άμεση προώθηση των προδιαγραφών των προκηρύξεων ανάθεσης, εκπόνησης και έγκρισης όλων αυτών των μελετών, που τελικά δεν είναι τίποτα άλλο, παρά κάποιες καινούριες μελέτες. Τελικά, θα υπάρξουν πάρα πολλές καθυστερήσεις αν δεν επιταχύνετε αυτήν τη διαδικασία, και δεν τη βάλετε σε κάποιο χρονοδιάγραμμα και δεν εξασφαλίσετε και τα χρήματά της. Τελικά, ένα πολύ σοβαρό θέμα, όπως αυτό της Μ.Σ.Δ., αποτελεί το 1/3 του Νομοσχεδίου που συζητάμε, ενώ τα άλλα 2/3 του ν/σ είναι εμβόλιμες και αποσπασματικές ρυθμίσεις που αφορούν άλλα θέματα πολεοδομικού περιεχομένου, που έχουν προστεθεί τελευταία στιγμή στο νομοσχέδιο και τροπολογίες, οι οποίες τακτοποιούν κάποιες καταστάσεις με ιδιαίτερα ευνοϊκές ρυθμίσεις. Στο άρ.8 του κεφαλαίου αυτού υπάρχουν κάποιες θετικού χαρακτήρα διατάξεις, «ατάκτως ερριμμένες», όπως αυτές: Ψ Για την επέκταση των ΕΠΑΕ, ενός θεσμού που κρίνεται ως θετικός. Ψ Για τη μη νομιμοποίηση αυθαιρέτων κτισμάτων που εμπίπτουν στις διατάξεις της παρ. 2 του αρ. 15 του ν. 1337/83. Βέβαια, η ρύθμιση νομιμοποίησης αυθαιρέτων που εκδόθηκαν με νόμιμη άδεια και εκ των υστέρων κρίθηκαν αυθαίρετα και κατεδαφιστέα ενισχύει και εδώ την αντίληψη ότι το Δημόσιο δεν αναλαμβάνει ποτέ τις ευθύνες του ή απαλλάσσεται εύκολα από τα τυχόν λάθη του. Ψ Στη συνέχεια δίνεται το πράσινο φως, μετά την αλλοίωση του αρ. 24 του Συντάγματος, χωρίς αρχές, δεσμεύσεις, όρους και προϋποθέσεις, γιατί όλα αυτά παραπέμπονται σε Υπουργικές αποφάσεις, να κατασκευάζονται τα κτηνοτροφικά στέγαστρα. Το επιχείρημα είναι η τόνωση της κτηνοτροφίας μας. Κύριοι συνάδελφοι, αυτό είναι το μέσο για την άρση του αρνητικού ισοζυγίου της χώρας μας στον κτηνοτροφικό τομέα ή τελικά η ρύθμιση αυτή αποτελεί μια χαριστική διάταξη για τις κτηνοτροφικές επιχειρήσεις, αφού ούτε την προϋπόθεση να είναι αποδεδειγμένα αγρότης ο ενδιαφερόμενος δεν υπάρχει; Οι ρυθμίσεις για το όρος Αιγάλεω και για το Ποικίλο Όρος, που εστιάζονται στον καθορισμό των ορίων και των ζωνών ειδικής προστασίας, αποδεικνύουν την επιπόλαιη και αποσπασματική πολιτική της Κυβέρνησης για τα θέματα του Πολεοδομικού Σχεδιασμού, για την προστασία του Φυσικού περιβάλλοντος, σε συνδυασμό με την περίφημη αειφόρο ανάπτυξη, που τείνει να μετατραπεί σε άναρχη ανάπτυξη. Πώς δηλαδή εκ παραδρομής δε συμπεριελήφθησαν αυτές οι ζώνες; Αυτές οι ζώνες ήπιας αστικής κατοικίας, ζώνες περιαστικού πρασίνου στις οποίες επιτρέπονται χρήσεις γης από ποια γνωμοδοτικά όργανα καθορίστηκαν; Δε μας δίνετε τη δυνατότητα να καταλάβουμε αν είναι αναγκαία η λεγόμενη αειφόρος ανάπτυξη όπως τη βλέπετε εσείς για το όρος Αιγάλεω. Μήπως νομιμοποιούμε μία άναρχη δόμηση εκεί με πρόσχημα ορισμένες άλλες δυνατότητες; Ειδικότερα επί των άρθρων: ʼρθρο 1 Παρ. 2. Το δικαίωμα μεταφοράς συνίσταται με απόφαση Υπουργού. Γιατί δεν αποκεντρώνεται στην περιφέρεια η διαδικασία (παρόμοια και η παρ. 2 του άρθρου 2) ʼρθρο 2 Παρ. 2. Γιατί ο τίτλος πρέπει να εκδίδεται από τον Υπουργό; Δεν μπορεί να δημιουργηθεί υποδομή για να εκδίδεται από Γεν. Γραμματέα Περιφέρειας π.χ. με σύμφωνη γνώμη του Περ/κού Συμβούλου Χωροταξίας της Περιφέρειας; Η χρονοβόρα μέχρι τώρα διαδικασία πρέπει να αποκεντρωθεί. Για όλες τις περιπτώσεις λοιπόν είναι αναγκαίο η διαδικασία έκδοσης τίτλων δικαιώματος Μ.Σ.Δ. να αποκεντρωθεί σε επίπεδο Περιφέρειας. Παρ. 5. Η κατανομή και απόδοση των πόρων του ΕΤΕΡΠΣ (ειδικό Ταμείο εφαρμογής Ρυθμιστικών και Πολεοδομικών Σχεδίων) στους ΟΤΑ και για καθορισμένους σκοπούς, μέχρι σήμερα είτε δεν υφίσταται είτε γίνεται ελλιπέστατα. Γι΄ αυτό, τα κάθε είδους ποσά που προβλέπεται να καταβάλλονται στο ΕΤΕΡΠΣ κατά τη διαδικασία μεταβίβασης τίτλου ή έκδοσης οικοδομικής άδειας θα πρέπει να διατίθενται εξ ολοκλήρου στους ΟΤΑ και να χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για έργα διαμόρφωσης κοινωφελών χώρων, όπως προανέφερα. Παρ. 6. Δεν είναι σκόπιμη η εφαρμογή της Μ.Σ.Δ. από κτίρια που ανήκουν στο Δημόσιο και σε φορείς Δημοσίου, σε φορείς Δημοσίου συμφέροντος. Για τα κτίρια που έχουν χαρακτηριστεί διατηρητέα και ανήκουν στο Δημόσιο θα πρέπει να επιδιώκεται η διαμόρφωσή τους σε χώρους κοινής ωφέλειας. Θα συμφωνούσαμε μόνο αν διατυπώνονταν ρητά η δέσμευση ότι τα χρήματα θα κατατεθούν σε σχετικό ειδικό προς τούτο ταμείο. ʼρθρο 3 Παρ. 1. Είναι βαρυνόμενα ακίνητα και εμπίπτουν στη διαδικασία της Μ.Σ.Δ. οι χώροι της περιπτώσεως β της παρ. 1 του άρθρου 4 του ΓΟΚ περί «χώρων, τόπων, τοπίων ιδιαίτερου κάλους »….; Παρ. 1δ. Θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι ουσιαστικά η Μ.Σ.Δ. γίνεται μόνο για το ρυμοτομούμενο τμήμα, για το οποίο είναι υπόχρεος προς καταβολή αποζημίωσης ο ΟΤΑ (γιατί υπάρχει και περίπτωση να του χρωστούν οι διπλανοί ή οι απέναντι). Παρ. 2. Τι γίνεται με τα ακίνητα ή διατηρητέα της περίπτωσης (α) κυρίως του ΥΠΕΧΩΔΕ που είναι βαρυνόμενα και ο νόμος θεωρεί ότι έχουν δικαίωμα μεταφοράς; Το Δημόσιο μπορεί να αξιοποιήσει το μεταφερόμενο τίτλο όπως νομίζει ή πρέπει να δεσμευθεί ότι τα χρήματα θα πάνε σε ειδικό Ταμείο; Αν δεν υπάρξει ρητή δέσμευση, εμείς δεν συμφωνούμε για το δικαίωμα της μεταφοράς των διατηρητέων του Δημοσίου (όπως το διατυπώνουμε στην παρατήρησή μας στην παρ. 6 του άρθρου 2). ʼρθρο 4 Παρ. 2 (α). Ο καθορισμός της Ζ.Υ.Σ. από τον Γεν. Γραμματέα Περιφέρειας να γίνεται με τη σύμφωνη γνώμη τουλάχιστον του Περιφερειακού Συμβουλίου Χωροταξίας και Περιβάλλοντος ή αντίστοιχα από τον Υπουργό με τη σύμφωνη γνώμη του Οργανισμού. Συμφωνούμε με την αρμοδιότητα του Γεν. Γραμ. Περιφέρειας για τον καθορισμό της ΖΥΣ Παρατηρούμε όμως τα εξής: Α) Δεν συμφωνούμε με την απλή γνώμη του Περιφερειακού ΧΟΠ που παίρνει υπόψη του ο Γεν Γραμματέας Περιφέρειας. Θα έπρεπε να είναι «σύμφωνη γνώμη». Β) Δεν συμφωνούμε βασικά με την αρμοδιότητα του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ για τις παροχές των Οργανισμών Αθήνας, Θεσσαλονίκης και του άρθρου 3 του ν. 2508 / 1997, εφόσον (όπως αναφέρει η παράγραφος) η απόφαση του Υπουργού εκδίδεται «ύστερα από γνώμη (θα έπρεπε και εδώ να αναφέρεται «σύμφωνη») του οικείου Οργανισμού και του οικείου ΟΤΑ α΄βαθμού». Οι κρίσιμες αυτές και ουσιαστικές γνώμες δεν αρκούν άραγε για την απόφαση του Γεν. Γραμματέα Περιφέρειας; Δεν θέλουμε την αποκέντρωση; Παρ. 4. Τα χαρακτηριστικά, οι απαιτήσεις, και τα όρια για τις μελέτες, δεν καθορίζονται. Επικρατεί ασάφεια και τελικά όλα παραπέμπονται σε Προεδρικό Διάταγμα. Δηλαδή πώς προσδιορίζεται το ποσοστό και ποιο είναι το όριο; Όπως και το ποσοστό αύξησης του ισχύοντος συντελεστού. Πώς συνδυάζονται οι στόχοι ανάπτυξης οικιστικής φυσιογνωμίας της περιοχής κ.λπ. των παρ. (α), (β), (γ) …. Επίσης, π.χ. για τις επεκτάσεις των σχεδίων όπου ο συντελεστής δόμησης σήμερα (ν.1337/83) δεν μπορεί να είναι πάνω από 0,8, θα μπορεί να αυξηθεί; και πόσο; Παρ. 5 . Εξάλλου το θέμα αυτό πρέπει να επανεξετασθεί σε συνδυασμό με το θέμα της αρμοδιότητας καθορισμού της ΖΥΣ μαζί με την έγκριση ή τροποποίηση ρυμοτομικού σχεδίου, που αναφέρει η παρ. 5 του ίδιου άρθρου. Ειδικότερα, στην παράγραφο αυτή αναφέρεται:_ «ΖΥΣ μπορεί να καθορίζεται και με την πράξη έγκρισης ή τροποποίησης ρυμοτομικού σχεδίου κατά τη διαδικασία που προβλέπεται με την έγκριση ή την τροποποίησή του». Παρατηρούμε ότι στην περίπτωση αυτή, του καθορισμού δηλαδή της ΖΥΣ ταυτόχρονα με την έγκριση ή τροποποίηση ρυμοτομικού σχεδίου, δεν αναφέρεται ποιο είναι το αποφασιστικό όργανο. Αυτό είναι σοβαρή παράλειψη, δεδομένου ότι (κατά το άρθρο 29 του ν. 2831/2000, όπως τροποποιείται με το άρθρο 10 του νομοσχεδίου) ανάλογα με την περίπτωση του ρυμοτομικού σχεδίου, αρμόδιος για την έγκριση ή την τροποποίησή του είναι είτε ο νομάρχης είτε ο Υπουργός ΠΕΧΩΔΕ. Επειδή λοιπόν δημιουργείται σύγχυση αρμοδιοτήτων, θα πρέπει να συσχετιστούν οι αρμοδιότητες έγκρισης των Ζ.Υ.Σ. με τις αρμοδιότητες έγκρισης και τροποποίησης ρυμοτομικών σχεδίων και πάντως να θεσπιστεί, ώστε το ίδιο όργανο να αποφασίζει τον καθορισμό της Ζ.Υ.Σ. μαζί με την έγκριση ή την τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου (όπου βρίσκεται η Ζ.Υ.Σ.). Σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 4 «Οι ΖΥΣ καθορίζονται ύστερα από εκπόνηση μελέτης σε περιοχές για τις οποίες συντρέχουν καταρχήν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: Α. Βρίσκονται εντός εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου. Β. Βρίσκονται εκτός των καθορισμένων ορίων ευπαθών οικοσυστημάτων, ιστορικών τόπων, παραδοσιακών και αξιόλογων οικισμών, ιστορικών πόλεων, αρχαιολογικών χώρων, περιοχών ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, περιοχών της παρ. 1β του άρθρου 4 του ν. 1577/1985 και εκτός των ορίων περιοχών, στις οποίες έχουν επιβληθεί ειδικοί όροι δόμησης για την προστασία παραδοσιακών ή αρχιτεκτονικών συνόλων, αρχαιολογικών χώρων ή άλλων πολιτιστικών ή περιβαλλοντικά αξιόλογων στοιχείων. Γ. Βρίσκονται εκτός καθορισμένων ορίων περιοχών, οι οποίες έχουν χαρακτηρισθεί ζώνη προστασίας χώρων ή κτιρίων, οι οποίοι έχουν κηρυχθεί για οποιονδήποτε λόγο προστατευόμενοι σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις. Δ. Βρίσκονται εκτός των δύο πρώτων οικοδομικών τετραγώνων (Ο.Τ.) από τη γραμμή του αιγιαλού σε παραλιακές ή παραλίμνιες θέσεις . Ε. Βρίσκονται εκτός περιοχών που έχουν ενταχθεί σε σχέδιο πόλης με τις ειδικές διατάξεις που ισχύουν για τους οικοδομικούς συνεταιρισμούς και εκτός περιοχών πόλης με τις διατάξεις του άρθρου 29 ν. 1947/1991 (ΦΕΚ Α΄70) και εκτός περιοχών ΠΕΡΠΟ του άρθρου 24 του ν. 2508/1997, εκτός εάν έχουν ενσωματωθεί σε περιοχές αστικών συγκροτημάτων. Στ. Δεν έχουν χαρακτηρισθεί ως Ζώνη Ενεργού Πολεοδομίας ή Ζώνη Αστικού Αναδασμού, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. 1337/83 (ΦΕΚ Α΄33) και του ν. 947/1979 (ΦΕΚ Α΄169). Ζ. Δεν περιλαμβάνονται περιοχές με έντονη κλίση. Ως τέτοιες καθορίζονται οι περιοχές στις οποίες υπάρχουν δρόμοι με κλίση μεγαλύτερη του είκοσι τοις εκατό (20%)». Κατά την προβλεπόμενη διαδικασία καθορισμού των ζωνών υποδοχής Συντελεστή Δόμησης δεν διευκρινίζεται επαρκώς με ποιο τρόπο γίνεται η οριοθέτησή τους: Α) Θα εναρμονίζεται με τον ισχύοντα πολεοδομικό σχεδιασμό της περιοχής (π.χ. εγκεκριμένα Γενικά Πολεοδομικά Σχέδια); Β) Θα λαμβάνει υπόψη το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο για παράλληλες ρυθμίσεις (π.χ. περιοχές αναπλάσεων του Ν. 2508); Ειδικότερα για τα Πολεοδομικά Συγκροτήματα θα πρέπει να εξετασθεί το εύρος της περιοχής που είναι αναγκαίο να μελετηθεί προκειμένου να καθορισθούν ζώνες υποδοχής Σ.Δ. Η εκτίμηση των αναγκών στις ζώνες αυτές θα πρέπει να στηρίζεται και σε μια γενική εκτίμηση των αναγκών του ίδιου του Π.Σ. για την εφαρμογή της μεταφοράς Σ.Δ. από ακίνητα που βρίσκονται στα όρια του. Ακόμη, στις προϋποθέσεις καθορισμού των περιοχών Ζ.Υ.Σ., δεν προσδιορίζεται ο ανώτατος ΣΔ που μπορεί να θεσπιστεί. (Ο Ν.880 όριζε ανώτατο Σ.Δ. 2,4). Αναφορικά με τον τόπο στον οποίο επιτρέπεται η μεταφορά Σ.Δ. (άρθρο 5 παρ. 4) συμφωνούμε με τη ρύθμιση το ωφελούμενο ακίνητο να βρίσκεται στον ίδιο Δήμο με το βαρυνόμενο. Ειδικότερα όμως για την Αθήνα και Θεσσαλονίκη η ρύθμιση θα πρέπει να περιλαμβάνει όλο το πολεοδομικό συγκρότημα ή ομάδες Δήμων, μετά από σχετική μελέτη. Σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 7 του νομοσχεδίου προβλέπεται «κατ΄ εξαίρεση των διατάξεων των προηγούμενων άρθρων και με την επιφύλαξη το ωφελούμενο ακίνητο να είναι άρτιο, είτε κατά κανόνα είτε κατά παρέκκλιση, επιτρέπεται η πραγματοποίηση Μεταφοράς Σ.Δ. σε κτίρια που ανεγέρθηκαν νόμιμα και στα οποία μεταγενέστερα και μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος έγινε, κατά παράβαση της οικοδομικής άδειας, αλλαγή χρήσης χώρου και για το λόγο αυτό έχει γίνει υπέρβαση του Σ.Δ. του ακινήτου, εφόσον η έγκριση πραγματοποίησης εκδοθεί εντός τριών ετών, από την έναρξη ισχύος». Όσον αφορά τη ρύθμιση αυτή δεν συμφωνούμε με την πρόταση, στο μέτρο που αποτελεί για μια ακόμη φορά, ευνοϊκή επίλυση για τους αυθαιρετούντες. Ενδεικτικά αναφέρουμε τη συχνή περίπτωση αλλαγής χρήσης από τους ιδιοκτήτες, χώρων που προορίζονται για τη στάθμευση αυτοκινήτων. Προκειμένου να εξασφαλιστεί ο σεβασμός του πολίτη για τις πολεοδομικές διατάξεις θα πρέπει η πολιτεία να μην υποχωρεί με ανάλογες πρακτικές. ʼρθρο 5 Παρ. 3. Όλο το ποσό να αποδίδεται στους ΟΤΑ. Παρ. 4. Για τα ρυμοτομούμενα δεν γίνεται μεταφορά, όπως για τα λοιπά (διατηρητέα κ.λπ.) σε άλλο Δήμο της ίδιας περιφέρειας. Παρ. 4. Δεν είναι κατανοητή η διάκριση που προβλέπεται για την πραγματοποίηση Μεταφοράς Σ.Δ. μεταξύ των ρυμοτομούμενων ακινήτων (που έχουν δυσμενή μεταχείριση) και όλων των άλλων βαρυνομένων ακινήτων (διατηρητέων, μνημείων κ.λπ.). Η υποχρέωση δηλαδή, που προβλέπεται ειδικά για τους τίτλους Μεταφοράς Σ.Δ., που εκδίδονται από ρυμοτομούμενα ακίνητα, να πραγματοποιούνται αποκλειστικά και μόνο σε ωφελούμενα ακίνητα του ίδιου Δήμου ή Κοινότητας με το βαρυνόμενο, θα έχει ως αποτέλεσμα την αδυναμία πραγματοποίησης Μ.Σ.Δ. από τους τίτλους αυτούς σε όλες τις περιπτώσεις που ο δήμος αυτός (ή η Κοινότητα) δεν θα έχουν Ζ.Υ.Σ. Τέτοιες περιπτώσεις θα είναι πολλές, ιδιαίτερα στα πολεοδομικά συγκροτήματα της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, όπου πολλοί δήμοι αποκλείεται να έχουν Ζ.Υ.Σ. γιατί δεν έχουν τις προϋποθέσεις του άρθ. 4 παρ. 3 λόγω μεγάλης κλίσης των οδών, μεγάλου Σ.Δ. κ.λ.π.). Για το λόγο αυτό προτείνουμε την ισότιμη μεταχείριση των τίτλων Μ.Σ.Δ. από όλα τα βαρυνόμενα ακίνητα που πρέπει να πραγματοποιούνται σε ωφελούμενα των Ζ.Υ.Σ. της ίδιας περιφέρειας με το βαρυνόμενο. Ιδιαίτερα για την Αθήνα και την Θεσσαλονίκη είναι αναγκαίο να επιτραπεί η πραγματοποίηση Μ.Σ.Δ. σε ωφελούμενο ακίνητο που βρίσκεται σε Ζ.Υ.Σ. του ίδιου πολεοδομικού συγκροτήματος με το βαρυνόμενο. ʼρθρο 6: Το Προεδρικό Διάταγμα με τους όρους και τις προϋποθέσεις, όπως και οι ΚΥΑ, είναι τα εργαλεία εφαρμογής του νόμου. Πότε θα εκδοθούν για να λειτουργήσει τελικά ο νόμος μετά από μια ανενεργό περίοδο 20 ετών; Όλο το άρθρο 6 είναι και το σημαντικότερο για την εφαρμογή του Νόμου . Δεν έφθασαν 20χρόνια; είναι έτοιμα; Πέστε μας ποιο είναι έτοιμο ή βάλτε 6μηνη προθεσμία ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β Γενικότερα το κεφάλαιο Β, και ειδικότερα άρθρα 8,9 και 10 αποτελούν σειρά αποσπασματικών και χωρίς αλληλουχία διατάξεων (κοινώς αλαλούμ). ʼρθρο 8 Ως θεσμός και λειτουργία πολύ καλός για τις ΕΠΑΕ ------ κριτήρια για τα πρόσωπα Οι υπόλοιπες παράγραφοι και άρθρα είναι ευνοϊκές ρυθμίσεις και παρεμβάσεις στον πολεοδομικό σχεδιασμό. Παρ. 5. Τακτοποιούνται τα αυθαίρετα εκ των υστέρων, που είχαν όμως ανεγερθεί με νόμιμη κατ΄αρχήν άδεια. Παρόμοια διάταξη του ν1337/83. Τι γίνεται με τα πρόστιμα; Η προσθήκη του νομοσχεδίου που αφορά στην αναστολή της κατεδάφισης νέων κτισμάτων (μετά την 31-1-1983) που ανεγείρονται με άδεια που εκδόθηκε μετά από έλεγχο της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής και που μεταγενέστερα ανακαλείται, κ.λ.π. είναι αναγκαία, γιατί υπήρχε νομοθετικό κενό για τα νέα αυτά κτίσματα του άρθρου 17 του ν. 1337/1983, ενώ ίσχυε η αντίστοιχη ρύθμιση για τα προηγούμενα της 31-1-1983 κτίσματα με το άρθρ. 15 του ίδιου νόμου. Θεωρούμε όμως αναγκαίο να προστεθεί στη διάταξη αυτή, ότι στις περιπτώσεις των κτισμάτων αυτών δεν επιβάλλονται τα πρόστιμα του άρθρου 17 του ν. 1337/83, δεδομένου ότι δεν πρόκειται ουσιαστικά για αυθαίρετα κτίσματα όχι με ευθύνη των ιδιοκτητών ή των με αντιπαροχή κατασκευαστών τους, αλλά με ευθύνη της διοίκησης. Η ίδια άλλωστε απαλλαγή από τα πρόστιμα αυτά προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 17 του ν. 1337/ 1983, προκειμένου για τα κτίσματα που ανεγείρονται με άδειες, που εκδίδονται σύμφωνα με διατάξεις οι οποίες κρίνονται αντισυνταγματικές με δικαστικές αποφάσεις και για το λόγο αυτό ακυρώνονται. Παρ. 7. Όχι Τουλάχιστον να αναφερθεί πού αποκλείεται η εγκατάσταση στεγάστρων, ούτως ώστε η απόφαση να έχει ορισμένες αρχές και δεσμεύσεις. Παρ. 8. Μεγάλοι συντελεστές, (περίπου 0,3) και ποσοστά κάλυψης 30%. ʼρθρο 9 Παρ. 2/ε: Φωτογραφίζει περίπτωση που πρέπει να καλυφθεί. Ποια είναι; Παρ. 3: Διατηρεί και τακτοποιεί τα θέματα των ζωνών (με καλύτερες προϋποθέσεις) για τα εκτός σχεδίου δόμησης. Παρ. 8: Στη Ζώνη Ην δεν εκφράζει άποψη ο Οργανισμός (Αιγάλεω). Γιατί τελικά για όλες τις περιπτώσεις των ζωνών δεν υπάρχει η γνώμη του Οργανισμού; Παρ. 9: Σκανδαλώδης νομιμοποίηση της υπάρχουσας κατάστασης. ʼρθρο 10 Παρ. 1: (Αντικατάσταση άρθρο 29 ν. 2831/2000) Αρμοδιότητες πολεοδομικού σχεδιασμού. Παρ. 3. (άρθρ. 29): Η παράγραφος αυτή αναφέρει ότι, προκειμένου για τροποποίηση εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων ή καθορισμό και τροποποίηση όρων και περιορισμών δόμησης «εκατέρωθεν των οδικών αξόνων» των βασικών οδικών δικτύων Αττικής και Θεσσαλονίκης η αρμοδιότητα έγκρισής τους δεν ασκείται από τον Γεν. Γραμματέα Περιφέρειας, αλλά από τον Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ. Για ποιο λόγο εξαιρούνται οι περιπτώσεις αυτές της αρμοδιότητας του Γεν. Γραμματέα Περιφέρειας, σε βάρος της αποκέντρωσης; Θεωρούμε ότι πρέπει να καταργηθεί η περίπτωση α.α. της παρ. 3 του άρθρου 29 του ν. 283/2000 (όπως τροποποιείται με το άρθρο 10).