Home Ομιλίες Τοποθέτηση στη συζήτηση Επερώτησης της Ν.Δ. προς τον Υπουργό Γεωργίας, σχετικά με την πολιτική της Κυβέρνησης στην καλλιέργεια του βαμβακιού

Τοποθέτηση στη συζήτηση Επερώτησης της Ν.Δ. προς τον Υπουργό Γεωργίας, σχετικά με την πολιτική της Κυβέρνησης στην καλλιέργεια του βαμβακιού

E-mail Εκτύπωση PDF
Ένα από τα πιο σημαντικά ελληνικά αγροτικά προϊόντα, το βαμβάκι, δοκιμάζεται τα τελευταία δέκα χρόνια. Αυτό είναι αποτέλεσμα λανθασμένων πολιτικών. Έτσι, το βαμβάκι οδηγήθηκε σε μία κατάσταση συνεχούς κρίσης, πράγμα που αποδεικνύουν και οι επαναλαμβανόμενες αγροτικές κινητοποιήσεις, αλλά και οι συνεχείς παρεμβάσεις που γίνονται στη Βουλή από όλα τα κόμματα. Μετά από αλλεπάλληλες τροποποιήσεις ως προς το καθεστώς των ενισχύσεων, τις έντονες διακυμάνσεις των τιμών και την αναστάτωση της αγοράς, εκείνο που έχει σημασία σήμερα είναι να προβληματιστούμε για τις αρνητικές επιπτώσεις στο εισόδημα των βαμβακοπαραγωγών και για το ότι είναι υποχρεωμένοι πλέον να καλλιεργούν υπό συνθήκες αβεβαιότητας και ανασφάλειας. Ποιος μπορεί να προβλέψει το μέλλον του προϊόντος αυτού με τα δεδομένα που υπάρχουν και κυρίως με όσα ρυθμίζει η τελευταία αναθεώρηση του κανονισμού και μάλιστα με τον αντιφατικό και αλλοπρόσαλλο τρόπο με τον οποίο αυτός εφαρμόστηκε το χρόνο που πέρασε; Ο απολογισμός για την περίοδο 2001-2002, κύριε Υπουργέ, περιέχει τουλάχιστον δύο αρνητικά αποτελέσματα. Οι βαμβακοπαραγωγοί πήραν λιγότερα χρήματα και η Κυβέρνηση υποχρεώθηκε να στηρίξει με εθνικούς πόρους το μειωμένο εισόδημά τους. Ο κανονισμός που υπογράφτηκε και από την ελληνική Κυβέρνηση είναι εναντίον της βαμβακοπαραγωγής. Ζητήσαμε έγκαιρα να μην εφαρμοστεί για τη χρονιά που πέρασε, μιας και αυτός ο κανονισμός κι αυτές οι δεσμεύσεις επεβλήθησαν το Μάιο, όταν ήδη είχε γίνει η σπορά και υπήρχε προηγούμενο στην Ευρωπαϊκή Ένωση για να μην ισχύσει ο κανονισμός αυτός. Δεν το κάνατε. Εμείς ανησυχούμε, διότι από εδώ και πέρα διακυβεύεται ουσιαστικά το μέλλον της βαμβακοπαραγωγής στη χώρα μας. Αυτό δεν το λέμε από μία εμμονή συνεχούς αντιπολίτευσης για το βαμβάκι κλπ., αλλά η ίδια η απόφαση του συμβουλίου το Νοέμβριο του 2002 αναφέρει επί λέξει: «Το νέο καθεστώς εισήγαγε ένα μηχανισμό συνυπευθυνότητας αυστηρότερο του προηγουμένου, πράγμα που δημιούργησε σοβαρά προβλήματα εφαρμογής». Ακόμη, η μείωση της ενίσχυσης είχε αρνητικό αντίκτυπο στο εισόδημα ενενήντα τεσσάρων χιλιάδων βαμβακοπαραγωγών, ορισμένοι από τους οποίους είχαν κάνει σημαντικές επενδύσεις, προκειμένου να συμμορφωθούν με τις περιβαλλοντικές διατάξεις –αναφερθήκατε σ’ αυτό- και για να τηρήσουν τις ορθές γεωργικές πρακτικές. Δεν είχαν όμως την αντίστοιχη ανταπόκριση. Με την απώλεια έτσι του εισοδήματος απειλείται η βιωσιμότητα πολλών εκμεταλλεύσεων βαμβακιού στην Ελλάδα και υπάρχει κίνδυνος εξαιρετικά δυσμενών επιπτώσεων στις υπόψη περιοχές. Με βάση το ισχύον καθεστώς, ο βαμβακοκαλλιεργητής οδηγείται σε σύγχυση και αδιέξοδο. Επιδιώκει την επίτευξη υψηλότερης δυνατής παραγωγής, αλλά όταν αυτό το επιτυγχάνει, νιώθει να τιμωρείται διότι παρήγαγε περισσότερο απ’ αυτό που αυθαίρετα θέσπισε ως όριο το Υπουργείο Γεωργίας και ΟΠΕΚΕΠΕ. Η αυθαιρεσία γίνεται σαφής και με βάση την άποψη της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που διευκρινίζει ότι δικαιολογείται να θεωρηθεί ως πραγματική παραγωγή η συνολική παραγωγή που παράγεται σε εκτάσεις οι οποίες έχουν δηλωθεί σύμφωνα με το άρθρο 9 του Κανονισμού και δεν αποκλείονται από το καθεστώς των ενισχύσεων. ʼρα ο προσδιορισμός της απόδοσης με όριο τα τριακόσια πέντε κιλά ανά στρέμμα είναι εκτός πραγματικότητας. Εξυπηρετεί μόνο τις δεσμεύσεις του Κανονισμού που ψήφισε η Κυβέρνηση και πρέπει να εφαρμοστεί πάση θυσία καθ΄ημάς, με λογιστικές αλχημείες. Είναι εκτός πραγματικότητας, γιατί αγνοεί τις δυνατότητες της ελληνικής βαμβακοπαραγωγής και αγνοεί τη σύγχρονη τεχνολογία που μπορεί να προσφέρει καλύτερη παραγωγή. Από την άλλη πλευρά, τι κάνατε μέχρι τώρα; Καταδικάζετε με γενικόλογες αναφορές περί παραγωγών και βάζετε στο ίδιο τσουβάλι αυτούς που σέβονται τους κώδικες γεωργικής πρακτικής και αυτούς που παρανομούν. Όλες οι ανακοινώσεις που αφορούν την καλλιέργεια του βαμβακιού επί σειρά ετών, γίνονται μετά τη σπορά των χωραφιών, στερώντας από τους γεωργούς το δικαίωμα στην ενημέρωση και στη δυνατότητα εφαρμογής ενός συγκεκριμένου προγράμματος καλλιεργειών. Αν αυτό το συνδέσω με τις αδυναμίες που παρουσίασε και παρουσιάζει το Υπουργείο Γεωργίας, οι Υπηρεσίες του και ιδίως ο ΟΠΕΚΕΠΕ για την ενημέρωση των αγροτών και για την άμεση και ουσιαστική παρέμβαση και στήριξη, καταλαβαίνετε πόσο οξύτερο γίνεται το πρόβλημα. Τέλος, στην προσπάθεια που κάνετε αποθάρρυνσης των αγροτών να καλλιεργήσουν τις εκτάσεις με βαμβάκι, δεν προωθείτε σταθερά πρόγραμμα αναδιάρθρωσης με καλλιέργειες που θα είχαν λιγότερες απαιτήσεις σε νερό, θα επιβάρυναν λιγότερο το περιβάλλον και θα εξασφάλιζαν όμως ένα σίγουρο εισόδημα στον παραγωγό. Γιατί τον παραγωγό απροστάτευτο σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να τον αφήσουμε. Συμφωνώ ότι τώρα δεν μπορούμε να μπούμε στις λεπτομέρειες του παρελθόντος. Όμως, πρέπει να σας ρωτήσουμε ευθέως, γιατί τα θέματα είναι κρίσιμα από δω και πέρα, πώς σχεδιάζει η Κυβέρνηση να αντιμετωπίσει τα σχετικά προβλήματα; Το σχεδιάζει εκτός, ή παράλληλα με την ενδιάμεση αναθεώρηση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής; Για την οποία πρόταση έχει τυπικά την ευθύνη παρουσίασης η ελληνική Κυβέρνηση λόγω της Προεδρίας. Εμείς λέμε ότι οι προτάσεις για την ενδιάμεση αναθεώρηση που είναι πλέον δεδομένη και δεν παραπέμπεται για το μετά το 2013, είναι αρνητικές τουλάχιστον για το σκληρό σιτάρι, το ρύζι, την κτηνοτροφία και γενικότερα απειλείται αποφασιστικά το εισόδημα των μικρών και μεσαίων αγροτικών εκμεταλλεύσεων. Θα συμφωνήσει σ΄αυτό το αρνητικό πλαίσιο και μετά μέσα στο 2003 θα υποχρεωθεί η Κυβέρνηση να διαπραγματευθεί ξεχωριστά για το νέο καθεστώς του βαμβακιού, όπως θα κάνει για το λάδι και τον καπνό; Κάτι τέτοιο ενέχει τον κίνδυνο της αποδυνάμωσης της διαπραγματευτικής δυνατότητας της Ελλάδος. Είναι αναγκαίο, λοιπόν, να καθοριστεί η συνολική στάση της χώρας κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων και να διαμορφωθούν συγκεκριμένες προτάσεις, σε συνεργασία με όλους τους ενδιαφερόμενους φορείς και με στόχο τη διατήρηση των δαπανών του κοινοτικού προϋπολογισμού για τα κύρια αγροτικά προϊόντα, στα σημερινά τουλάχιστον επίπεδα. Επειδή, κύριε Υπουργέ, αναφερθήκατε στη ποιοτική γεωργία και στην αναθεώρηση της ΚΑΠ και του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, θα πρέπει εδώ να μας απαντήσετε και όχι να τα μετατοπίσουμε στο απώτερο μέλλον πάλι, τι ακριβώς θα επιδιώξει η Κυβέρνηση σε κάποια κρίσιμα ερωτήματα και διλήμματα που τίθενται; Η ευρωπαϊκή γεωργία με τα υψηλά πρότυπα που έχει η Ευρώπη δεν μπορεί να αφεθεί στο έλεος της παγκόσμιας αγοράς, γιατί και οι Ευρωπαίοι καταναλωτές ζητούν πιστοποιημένη ποιότητα, εγγυημένη ασφάλεια τροφίμων καθώς και καθαρό περιβάλλον, όπως και οι Ευρωπαίοι αγρότες όμως δικαιούνται να βελτιώσουν το βιοτικό τους επίπεδο. Φοβούμαι να μη δημιουργηθεί ένα καθεστώς δικαιούχων επιδοτήσεων οι οποίοι δεν θα ασχολούνται με τη γεωργία. Θέλουμε οι ενισχύσεις να δίδονται στην παραγωγική γεωργία και στους παραγωγούς αγρότες. Και όχι να δημιουργήσουμε ένα είδος κοινωνικού επιδόματος για τον οτιδήποτε. Ο δεύτερος πυλώνας δηλαδή του περιβάλλοντος που και εμείς συμφωνούμε με αυτόν, πρέπει να είναι συμπληρωματικός και προσθετικός του πρώτου και όχι υποκατάστατο. Για το δεύτερο πυλώνα πρέπει να εξευρεθούν πρόσθετοι χρηματικοί πόροι από τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η διανομή τους πρέπει να γίνει με τεκμήριο οικονομικής και κοινωνικής συνοχής. Αυτά δεν τα έλαβε υπόψη της η ευρωπαϊκή επιτροπή, όταν πρότεινε π.χ. τη μείωση των ενισχύσεων στο σκληρό στάρι. Το σκληρό στάρι δεν καλλιεργείται σε μειονεκτικές περιοχές; Γιατί λοιπόν υφίσταται αναθεώρηση; Τελειώνω, κύριε Πρόεδρε, λέγοντας ότι οι οποιοιδήποτε περιορισμοί γίνουν γιατί αυτό είναι καταστεί αναπόφευκτο, θα πρέπει τα χρήματα που εξασφαλίζονται να πηγαίνουν σε συγκεκριμένα προγράμματα. Οι κοινοτικοί πόροι να αυξηθούν και να είναι σε σαφή κατάσταση. Όμως η χώρα μας για να μπορέσει να τα βγάλει πέρα σ’ αυτήν τη δύσκολη περίοδο, είναι γεγονός ότι, όχι μόνο για το βαμβάκι με αυτά που πάθαμε μέχρι τώρα, αλλά και για τα άλλα προϊόντα πρέπει στο εσωτερικό της χώρας να ενισχύσετε τελικά τις υπηρεσίες, να τις αναδιαρθρώσετε και να μπορέσετε να δημιουργήσετε μια κατάσταση περιφερειακή με ισχυρές υπηρεσίες κοντά στον Έλληνα αγρότη.