Home Ομιλίες Τοποθέτηση στη συζήτηση Επερώτησης της ΝΔ προς την Υπουργό Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, σχετικά με την κυβερνητική πολιτική στον τομέα του περιβάλλοντος

Τοποθέτηση στη συζήτηση Επερώτησης της ΝΔ προς την Υπουργό Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, σχετικά με την κυβερνητική πολιτική στον τομέα του περιβάλλοντος

E-mail Εκτύπωση PDF
Θα έλεγα, κατ’ αρχάς ότι είναι πολύ θετικό, έστω με κάποια καθυστέρηση, η Αξιωματική Αντιπολίτευση να επερωτά την Κυβέρνηση για την περιβαλλοντική της πολιτική στη χώρα μας, για ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα της χώρας μας που όμως τα δύο κόμματα στην ουσία και στην πράξη δεν προτιμούν να ασχοληθούν και μόνο με γενικότητες τα προσεγγίζουν. Για εμάς, η απάντηση σε όλα τα ερωτήματα που έθεσε η επερώτηση της Νέας Δημοκρατίας, είναι μία: Η ελληνική Κυβέρνηση δεν έχει περιβαλλοντική πολιτική και ούτε φαίνεται να έχει πρόθεση να αποκτήσει. Παράλληλα, όμως διαπιστώνουμε ότι στο κείμενο της επερώτησης της Νέας Δημοκρατίας, τα ερωτήματα δεν συνοδεύονται όπως θα έπρεπε με προτάσεις για το περιεχόμενο και τον τρόπο άσκησης μιας αξιόπιστης περιβαλλοντικής πολιτικής, παρά μόνο επισημαίνονται τα προβλήματα κακοδιαχείρισης των πόρων και της αναποτελεσματικότητας στις παρεμβάσεις, ζητήματα που ούτως ή άλλως ανακύπτουν και για πολλά άλλα θέματα και ανακύπτουν και από τους ευρωπαϊκούς κανονισμούς και τη νομοθεσία και επιβάλλεται να επιλυθούν άμεσα. Θα θέλαμε η Νέα Δημοκρατία, μέσω της επερώτησής της, να καταθέσει τη δική της πρόταση ή έστω ένα μέρος από τις βασικότερες προτάσεις της που να αποδεικνύουν το ενδιαφέρον της για μία βιώσιμη περιβαλλοντολογική πολιτική στη χώρα μας και τον τρόπο και τα μέσα, με τα οποία θα κάνει αυτή την πολιτική πράξη. Οφείλω όμως να προσθέσω ότι ακούγοντας τον εισηγητή θα έλεγα ότι εκείνος επιχείρησε να διαμορφώσει προτάσεις. Και θα έλεγα ότι για αρκετές από αυτές εγώ τουλάχιστον αιφνιδιάστηκα, ευχάριστα αν αναλογιστώ κάποιες άλλες τοποθετήσεις σε κάποιες άλλες διατάξεις, οι οποίες δεν ήταν θετικές τοποθετήσεις με βάση αυτό που άκουγα από τη Νέα Δημοκρατία. Είναι όμως πάρα πολύ δύσκολο, κύριοι συνάδελφοι, για τα δύο μεγάλα κόμματα, όσο και αν δεχθούμε –και το δέχομαι εγώ- ότι έχουν τις καλύτερες προθέσεις για την προστασία του περιβάλλοντος να τις κάνουν πράξη. Όταν έρχεται αυτή η ώρα, υποχωρούν και παραδίδονται στους όρους και στις προϋποθέσεις που επιβάλλουν οι νόμοι της αγοράς, δηλαδή σε μία διαδικασία ανάπτυξης της χώρας που θέτει ως κριτήριο τους οικονομικούς δείκτες και όχι την αειφορία και τη βιωσιμότητα και -το χειρότερο- σ΄ ένα εσωτερικό σύστημα της χώρας μας που κατευθύνεται από τα οργανωμένα συμφέροντα, με θεατή τη Δημόσια Διοίκηση ανήμπορη λόγω της ανεπάρκειας και των κομματικών παρεμβάσεων να προστατεύσει ως ύψιστο αγαθό το περιβάλλον και την ποιότητα ζωής. Φθάσαμε έτσι η Κυβέρνηση –μόλις προχθές το έκανε- να ζητάει τη διακομματική συναίνεση για την άρση του τεκμηρίου κυριότητος του δημοσίου στα δάση και στις δασικές εκτάσεις εκτός σχεδίου δόμησης, να αλλάζει τον ορισμό του δάσους και της δασικής έκτασης κατά το δοκούν, προσπάθειες που καρποφόρησαν εν μέρει και κατά την Αναθεώρηση του Συντάγματος στο άρθρο 24. Έτσι, αποχαρακτηρίζονται εκτάσεις, παρέχονται μέσω των ιδιωτικοποιημένων εταιρειών του δημοσίου, όπως η ΕΤΑ, «φιλέτα» κοινόχρηστης δημόσιας γης στους ιδιώτες και επιβραβεύονται οι καταπατητές. Πολύ σύντομα εν ονόματι της προώθησης του χωροταξικού σχεδιασμού της χώρας θα παρέχονται κίνητρα στους ιδιώτες ακόμα και με νομιμοποίηση αυθαίρετης χρήσης και δόμησης, προκειμένου να αναλάβουν αυτοί, κύριοι συνάδελφοι, αντί για το κράτος την επίλυση του οξύτατου στεγαστικού προβλήματος των πολιτών που στενάζουν υπό το βάρος των οικονομικών δυσχερειών και των αδιέξοδων των στεγαστικών δανείων. Περιβάλλον, λοιπόν, και δημόσια γη προσφέρονται ως θυσία στο βωμό μιας ιδιότυπης κοινωνικής πολιτικής σ΄ ένα σύστημα νεοφιλελεύθερων επιλογών. Ποιο συγκεκριμένα τώρα στα σημεία της επερώτησης, θα ήθελα να πω, κύριοι συνάδελφοι, ότι είναι γεγονός πως η Κυβέρνηση τις περισσότερες φορές σύρεται πίσω από τις επιταγές της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης και τις καταδίκες στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Αλλά και εκεί αποδεικνύεται ανεπαρκής. Κορυφαίο παράδειγμα είναι η υπόθεση του Κουρουπητού όπου ο Έλληνας φορολογούμενος πληρώνει την ανικανότητά της. Θα ακολουθήσει η υπόθεση της Ζακύνθου, αφού θα παραπεμφθεί για δεύτερη φορά. Η υποτιθέμενη περίοδος χάριτος της Ελληνικής Προεδρίας που ήλπιζαν οι υπεύθυνοι της Κυβέρνησης στο 2003 φαίνεται ότι δεν θα ισχύσει για το περιβάλλον, γιατί οι υποχρεώσεις της χώρας παραμένουν ακόμα πολλές, ενώ οι παραβιάσεις συνεχίζονται αντί να αποκαθίστανται. Βέβαια το ΥΠΕΧΩΔΕ δεν έχει κάνει ακόμα τον κόπο να παρουσιάσει τις προτάσεις της Ελληνικής Προεδρίας ούτε στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής, όταν μάλιστα τα προβλήματα που προστίθενται για αυτήν την Προεδρία είναι μεγάλα και τα ξέρουμε όλοι. Αναφέρομαι στην πορεία εφαρμογής του πρωτοκόλλου του Κιότο και στα αμφίσημα συμπεράσματα της Συνόδου Κορυφής του Γιοχάνεσμπουργκ. Με την απειλή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την επιστροφή των χρημάτων από το Β΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης για τις προστατευόμενες περιοχές η Κυβέρνηση αποφάσισε να προχωρήσει στη σύσταση είκοσι πέντε φορέων διαχείρισης με υπουργικές αποφάσεις, λόγω του κατεπείγοντος, όπως πάντα κάνει, ακύρωσε με σχετική τροπολογία σε άρθρο του ν. 3044/2002 τους δικούς της νόμους, το ν. 1650/86 και τον 2742/99, βάσει των οποίων τα παραπάνω -οι διοικήσεις και η οριοθέτηση των περιοχών- πρέπει να καθορίζονται με προεδρικά διατάγματα. Και τελικά δεν έχει εκδώσει καμία τέτοια υπουργική απόφαση έστω και αν τις χρησιμοποίησε για το «κατεπείγον» της κατάστασης. Τι έκανε όμως; Πρόσθεσε –και έμεινε το κερασάκι αυτής της τροπολογίας- να δίδεται τελικά η δυνατότητα, με υπουργικές αποφάσεις, στις προστατευόμενες περιοχές να καθορίζονται χρήσεις γης και μάλιστα ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις. Έτσι η προστασία της φύσης, της βιοποικιλότητας αντί να επισπεύδεται, οπισθοχωρεί και μάλιστα σε πολύ βασικά και ουσιαστικά θέματα, όπως είναι η αντικατάσταση της διαδικασίας των προεδρικών διαταγμάτων, με υπουργικές αποφάσεις. Επιπλέον, η παρακολούθηση της σύστασης των είκοσι πέντε φορέων διαχείρισης έστω και με το ν.3044, που καθυστερεί να εφαρμοστεί, είναι φορτισμένη με πλήθος προβλημάτων όπως: Η παρακολούθηση της λειτουργίας τους - όταν με το καλό ιδρυθούν οι είκοσι τέσσερις φορείς, μια και ο μόνος που υπάρχει είναι της Ζακύνθου. Η εξασφάλιση της βιωσιμότητας των φορέων αυτών όταν είναι γνωστό ότι τα εγγεγραμμένα κονδύλια στο Γ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης για την προστασία της φύσης είναι μόλις 45 εκατομμύρια ευρώ, όταν εκτιμάται από την Επίτροπο Περιβάλλοντος πως για τη διαχείριση του δικτύου των περιοχών NATURA απαιτούνται 2 δισεκατομμύρια ευρώ για την επόμενη δεκαετία κ.ο.κ. Η εικόνα στα άλλα Υπουργεία; Στο Υπουργείο Γεωργίας, για παράδειγμα, δεν έχει απορροφηθεί δραχμή στα ολοκληρωμένα προγράμματα ανάπτυξης αγροτικού χώρου -άξονας 7- καθώς και στα προγράμματα Leader. Τα μέτρα των ΠΕΠ που αφορούν στην ανάπτυξη της υπαίθρου, τους νέους αγρότες, έχουν σχεδόν μηδενική απορροφητικότητα. Δεν μου φτάνει ο χρόνος να αναφερθώ στο ότι η αναθεώρηση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής θα στηριχθεί στο δεύτερο πυλώνα, που είναι για το περιβάλλον, θα μειώσει το εισόδημα των αγροτών και από κάπου αυτό πρέπει να αναπληρωθεί. Με την αναθεώρηση της ΚΑΠ, αν δεν οργανωθούν κατάλληλα προγράμματα για το περιβάλλον της υπαίθρου, η χώρα μας, κινδυνεύει να απολέσει τόσο τις αγροτικές όσο και τις περιβαλλοντικές ενισχύσεις. Η Κυβέρνηση, όμως, είναι ανήμπορη να καλύψει αυτό το έλλειμμα έστω με μία άλλη πολιτική και διαχείριση γι’ αυτόν το δεύτερο πυλώνα της ανάπτυξης της υπαίθρου και της προστασίας του περιβάλλοντος. Οξύτατο θέμα η διαχείριση των αστικών και βιομηχανικών απορριμμάτων. Και αυτό βρίσκεται σταθερά «στο κόκκινο». Πρόσφατα η Επίτροπος Περιβάλλοντος, που επισκέφθηκε τη χώρα μας, απάντησε ότι το μεγαλύτερο θέμα διαχείρισης που αντιμετωπίζει η Ελλάδα, όσον αφορά το περιβάλλον είναι οι παράνομες χωματερές. Η Κυβέρνηση λέει ότι είναι δύο χιλιάδες. Ο οικολογικός χώρος λέει ότι είναι πέντε χιλιάδες. Εμείς, όμως, λέμε ότι και οι δύο χιλιάδες δεν είναι λίγες για να παραμείνουν έτσι. Και λέμε ότι μέχρι το 2007, όπως προβλέπει το επιχειρησιακό πρόγραμμα που καταθέσατε εσείς στην Ευρωπαϊκή Ένωση, χρειάζεται πολύ σκληρή δουλειά για να το υλοποιήσετε. Εγώ καταλαβαίνω και τα προβλήματα που προέρχονται από τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση. Και σας έχω κάνει σχετική ερώτηση με βάση το «SOS» που εκπέμπει η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας. Αυτά, όμως, είναι δουλειά δική σας να τα καθοδηγήσετε και να τα στηρίξετε με σκληρή δουλειά και να τα επισπεύσετε. Δεν θα περιμένετε να γίνει από άλλους, ούτε θα μας μαλώνετε εμάς τους υπόλοιπους γιατί σας ρωτάμε γι’ αυτά τα πράγματα. Τελειώνοντας, κύριε Πρόεδρε, ήθελα να αναφερθώ σ΄ ένα πολύ σημαντικό θέμα, στο ότι η Ελλάδα δεν κάνει τίποτα για να προωθήσει τη βιολογική γεωργία και την κτηνοτροφία. Κατέχουμε ήδη το θλιβερό ρεκόρ να είμαστε οι τελευταίοι σε παραγωγή βιολογικών προϊόντων με ποσοστό 0,6% των καλλιεργούμενων εκτάσεων όταν η Αυστρία φτάνει στο 10% και όταν η χώρα μας αποδεδειγμένα έχει τις καλύτερες περιβαλλοντικές συνθήκες γι’ αυτό το θέμα. Κλείνοντας θέλω να υπογραμμίσω ότι ο Συνασπισμός θέλει και προσπαθεί με πολλή δουλειά να είναι το κόμμα της οικολογίας στην πολιτική σκηνή, δημιουργώντας σχέσεις συνεργασίας με τους φορείς, τα οικολογικά κινήματα και τις ΜΚΟ, ώστε να εμπλουτίσει τις προτάσεις του σε επιμέρους ζητήματα και να συγκροτήσει μια ολοκληρωμένη πολιτική πρόταση που θα απαντά με αποτελεσματικό τρόπο στην ανάγκη βιώσιμης ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων της χώρας, με σεβασμό στο περιβάλλον και ταυτόχρονα με την υποστήριξη των κοινωνικά ασθενέστερων, των κοινωνικά αποκλεισμένων και των ανέργων, ταυτόχρονα με τον αγώνα κατά της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης.