Home Ομιλίες Τοποθέτηση στη συζήτηση επί των άρθρων του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων: "Μεταρρύθμιση Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης"

Τοποθέτηση στη συζήτηση επί των άρθρων του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων: "Μεταρρύθμιση Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης"

E-mail Εκτύπωση PDF
Το νομοσχέδιο, όπως έχουμε ήδη τοποθετηθεί, διαψεύδει τις προσδοκίες για κοινωνική ασφάλιση στη βάση της καθολικότητας, της ενίσχυσης του αναδιανεμητικού χαρακτήρα και της υποστήριξης του δημόσιου χαρακτήρα της. Στο νομοσχέδιο και στα άρθρα που συζητάμε σήμερα περιέχονται ρυθμίσεις σύμφωνα με τις οποίες οι δημόσιοι υπάλληλοι επιβαρύνονται περισσότερο, με κυρίαρχο το άρθρο 1. Είναι γεγονός ότι το ποσοστό αναπλήρωσης μειώνεται από 80% σε 70% και ότι θεσπίζεται ο υπολογισμός της σύνταξης με βάση το μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας αντί του ύψους του τελευταίου μισθού. Αυτό πλήττει περισσότερο τους εργαζόμενους της περιόδου 1983-1993, αυτής της περιόδου στην οποία οι εργαζόμενοι επλήγησαν περισσότερο από το νόμο της Νέας Δημοκρατίας του 1992. Ο Υφυπουργός κ. Φλωρίδης παρουσίασε κάποιους πίνακες. Νομίζω ότι στην Επιτροπή δεν τους παρουσίασε για να έχουμε και τη δυνατότητα να τους ελέγξουμε. Όμως το ποσοστό της αναπλήρωσης, αν και είναι ποσοτικό στοιχείο, στην ουσία είναι ένα ποιοτικό στοιχείο. Στην ουσία δημιουργείται αυτήν τη στιγμή μία δυσμενής νέα αφετηρία εκκίνησης. Έτσι, η επόμενη μεταρρύθμιση, όπως συμβαίνει πάντα, θα είναι σε ακόμη χαμηλότερο σημείο. Η αύξηση του ποσοστού αναπλήρωσης από 60% σε 70% για τους εργαζόμενους μετά το 1993, όπως και στον ιδιωτικό τομέα, βελτιώνει μεν τους όρους συνταξιοδότησης, αλλά μετά το 2028. Δηλαδή θα έχει έναν ορίζοντα, στον οποίο σχεδόν θα έχει τελειώσει η προτεινόμενη μεταρρύθμιση. Στο νομοσχέδιο διαπιστώνεται η αντίφαση ανάμεσα σ' αυτό που ισχυρίζεται η Κυβέρνηση και στην πραγματικότητα. Εισάγει δηλαδή ενιαίους κανόνες, ενιαίες αρχές, όπως οι ηλικιακές προϋποθέσεις για τη συνταξιοδότηση. Όμως σ' αυτές τις ενιαίες αρχές οι παροχές δεν είναι ενιαίες. Παραδείγματος χάρη, οι εργαζόμενοι στο δημόσιο δεν έχουν τη δυνατότητα εφαρμογής του κανονισμού για τα βαρέα και ανθυγιεινά για τις ίδιες ειδικότητες που ο ιδιωτικός τομέας τα δικαιούται. Από τις ευνοϊκές ρυθμίσεις για τις νέες μητέρες εξαιρούνται σε πολλές απ' αυτές οι εργαζόμενες στο δημόσιο. Υπάρχει κι ένα άλλο σημείο που πρέπει να δούμε με προσοχή. Ο συντάξιμος μισθός της κάθε χρονιάς δεν αυξάνεται με τα ποσοστά των αυξήσεων των συμβάσεων, αλλά με βάση την εισοδηματική πολιτική για τις συντάξεις. Εδώ ακριβώς προκύπτει το πρόβλημα. Οδηγούμαστε σε μια μεταρρύθμιση από την οποία λείπει η μελέτη και τα καθοριστικά δεδομένα. Λείπει η εκτίμηση όλων εκείνων των παραμέτρων και των συνθηκών που θα μπορούσαν να συνθέσουν μια ασφαλιστική μεταρρύθμιση. Η πορεία του ΑΕΠ, το χρέος των ελλειμμάτων, η απασχόληση, η ανεργία, ποια θα είναι η πολιτική των μισθών στην επόμενη εικοσαετία, πώς θα πάει το δημογραφικό πρόβλημα, αν δεν υπάρξει μια πολιτική που να απαντήσει σε όλα αυτά, είναι μοιραίο τελικά όλα να καταλήγουν και να τα πληρώνουν τα ασφαλιστικά δικαιώματα των εργαζομένων. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον λοιπόν, μπορείτε να μας πείτε πώς θα λειτουργήσει η εξουσιοδότηση που δίνεται στην εκάστοτε κυβέρνηση να αλλάζει τα πάντα στην επικουρική ασφάλιση με προεδρικά διατάγματα αγνοώντας τη Βουλή; Γιατί όσο και να θέλει κανείς να μην αμφισβητήσει τις καλές προθέσεις κανενός, αρκεί να θυμηθεί ότι στη δεκαετία του 1990, παρά το ότι ίσχυε ο νόμος που όριζε την τριμερή χρηματοδότηση, δεν κατακτήθηκε. Μ' αυτό το δεδομένο μπορεί κανείς να κρίνει και οποιαδήποτε άλλη ρήτρα. Είναι γεγονός -επαναλαμβάνω- ότι το άρθρο 1 επιβαρύνει περισσότερο τους δημόσιους υπαλλήλους. Παραδείγματος χάρη, η κατώτερη σύνταξη στο δημόσιο διαμορφώνεται στις 65.000 και όχι για αναγκαστική έξοδο από το δημόσιο, αλλά κυρίως για λόγους υγείας, αναπηρίας κλπ. Μπορείτε να σκεφθείτε πώς θα ζήσει αυτός ο άνθρωπος με αυτό το ποσό; Η επαναφορά των τριακοστών πέμπτων αντί των πεντηκοστών συνοδευόμενη από τη μείωση της αναπλήρωσης πραγματικά για μας αποτελεί μείωση των συντάξεων. Ο κύριος όμως κορμός του νομοσχεδίου δεν αποκαθιστά ούτε τα δικαιώματα που είχαν αρθεί με το νόμο Σιούφα το 1990-1992 ούτε αίρει τις κατηγοριοποιήσεις. Έτσι έχουμε μια μεταρρύθμιση, από την οποία λείπουν οι βασικές αρχές και οι άξονες, δεν στηρίζεται σε μια ολοκληρωμένη οικονομοτεχνική μελέτη και στην εκτίμηση των παραμέτρων και των συνθηκών που συνθέτουν σήμερα πράγματι τα δύσκολα προβλήματα της ασφαλιστικής κάλυψης. Στο σύνθετο αυτό πρόβλημα όλα τα κόμματα είναι υποχρεωμένα να ενσκήψουν με προσοχή και υπευθυνότητα. Εμείς προσπαθούμε να το κάνουμε. Το ίδιο κάνουμε σήμερα και στο μέλλον γιατί απ' ό,τι βλέπουμε το θέμα της κοινωνικής ασφάλισης θα είναι συνεχώς στην ημερήσια διάταξη, τουλάχιστον την επόμενη δεκαετία ενδεχομένως και πολύ περισσότερο, γιατί όχι μόνο το περιβάλλον στην χώρα μας, αλλά το παγκόσμιο περιβάλλον με την κυριαρχία των αγορών, με την ανταγωνιστικότητα, τα συστήματα της κοινωνικής ασφάλισης, της υγείας και της παιδείας είναι αυτά που πλήττονται περισσότερο. Και δυστυχώς η χώρα μας προσαρμόζεται πολύ εύκολα σ' αυτές τις επιταγές. Η Νέα Δημοκρατία δεν το έκανε. Όφειλε να το κάνει; Νομίζω πως όφειλε να το κάνει. Είναι Αξιωματική Αντιπολίτευση. Όφειλε να μείνει και να μας πει τις δικές της προτάσεις. Θέσπισε όμως το νόμο 1992. Με βάση λοιπόν τα νέα δεδομένα και τις νέες συνθήκες έπρεπε το κόμμα της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης και γνωρίζοντας τα αιτήματα των εργαζομένων να τοποθετηθεί σ' αυτόν τον καινούριο νόμο. Επομένως αυτή η αποχώρηση εμάς μας δημιουργεί ιδιαίτερη ανησυχία ότι ενδεχομένως την επόμενη φορά ο νόμος της Νέας Δημοκρατίας θα είναι ακόμη χειρότερος. Είναι πολλά τα θέματα, τα οποία συνδέονται μ' αυτήν την περιβόητη τριμερή χρηματοδότηση. Εμείς υποστηρίζουμε ότι έπρεπε να εξασφαλιστεί και να παραμείνει. Έπονται οι δημοτικές εκλογές, οι βουλευτικές εκλογές, οι Ολυμπιακοί Αγώνες, οι αγώνες δρόμου για το Γ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης, θα μείνει καθόλου χρόνος εφόσον πραγματικά υπάρχει πολιτική βούληση για την περιβόητη μεταρρύθμιση στη Δημόσια Διοίκηση; Η κοινωνική ασφάλιση συνδέεται άρρηκτα με τη Δημόσια Διοίκηση και ιδιαίτερα με την πολιτική των μισθών και των προσλήψεων σε αυτήν. Το ράβε ξήλωνε κάθε φορά και στα δύο συστήματα και στην ασφάλιση και στη Δημόσια Διοίκηση οδήγησε μέχρι σήμερα σε χαοτικές καταστάσεις. Η Κυβέρνηση, σήμερα που συζητάμε, προβλέπει σταθερή πορεία της οικονομίας. Εμείς δεν συμμεριζόμαστε την αισιοδοξία της. Βασικές παράμετροι, όπως η απασχόληση και η ανεργία δεν ξέρουμε πώς θα εξελιχθούν σε βάθος ίσως και τριάντα χρόνων. Το τρίτο μεγάλο θέμα είναι η πολιτική των μισθών που αποτελούν εισροές στο ασφαλιστικό σύστημα. Το τέταρτο μεγάλο ζήτημα είναι το δημογραφικό. Όλα αυτά τα μεγάλα προβλήματα πιέζουν το ασφαλιστικό και μέσω αυτού ζητούν λύση. Τελικά βρίσκεται η λύση; Ή τελικά επιχειρείται να καλυφθούν κενά και λάθη τα οποία έχουν γίνει σε όλους αυτούς τους σοβαρούς τομείς; Να δούμε τα άρθρα 1 και 2. Επαναλαμβάνω πάλι ότι το ποσοστό αναπλήρωσης για τους ασφαλισμένους του δημοσίου από 80% μειώνεται στο 70%. Η βάση υπολογισμού αλλάζει. Επιπλέον ο συντάξιμος μισθός της κάθε χρονιάς δεν θα αυξάνεται με τα ποσοστά των αυξήσεων των συμβάσεων, αλλά με βάση τη συμπτωματική πολιτική για τις συντάξεις. Έτσι νομιμοποιείται και υλοποιείται η στρατηγική υποβάθμισης της κύριας σύνταξης για όλους, ενώ υπονομεύεται το αίτημα για 80% κύριας σύνταξης σε όλους. Έρχομαι τώρα στη χρηματοδότηση, στο άρθρο 4. Με τη ρύθμιση αποδίδεται το 1% του Α.Ε.Π. στο Ι.Κ.Α. Παραδείγματος χάρη το 2003 χορηγούνται 445 δισεκατομμύρια, δηλαδή 300 δισεκατομμύρια λιγότερο από την υποχρεωτική εισφορά κατά 3/9. Η προσαρμογή γίνεται κατά την πενταετία και όχι ανά έτος που είχε ζητήσει η ΓΣΕΕ. Βέβαια η εισφορά από το κράτος που δεν δόθηκε ποτέ, η καταλήστευση των αποθεματικών, το χρέος του δημοσίου που φθάνει προς αυτά τα 20 τρισεκατομμύρια, γι' αυτά δεν γίνεται καμία κουβέντα. Βέβαια δεν γίνεται καμία κουβέντα και για τα μέτρα τα οποία πρέπει να ληφθούν για την ανασφάλιστη εργασία. Τα όσα συμβαίνουν αυτήν τη στιγμή, μετά και από την απορύθμιση των σχέσεων εργασίας στον ιδιωτικό τομέα με θέματα ανασφάλιστης εργασίας, σας είναι γνωστά, κύριε Υπουργέ. Αν είχατε περισσότερους μηχανισμούς στα θέματα των ελέγχων αυτών, τα πραγματικά στοιχεία θα ήταν πολύ περισσότερα, της καταστρατήγησης δηλαδή των δικαιωμάτων για ασφάλιση των εργαζομένων. Έτσι δεν είναι δυνατόν να υποστηρίζεται τελικά από την Κυβέρνηση ότι το σύστημα είναι βιώσιμο. Με τις προτάσεις που καταθέτετε, θα συνεχίσει να έχει ελλειμματικό χαρακτήρα και θα αποτελεί το προβάδισμα για νέες επεμβάσεις που αυτές θα είναι επεμβάσεις του ιδιωτικού τομέα. Εμείς θεωρούμε κλειδί του συστήματος στην κοινωνική ασφάλιση την καθιέρωση της τριμερούς χρηματοδότησης. Για τα βαριά και ανθυγιεινά επαγγέλματα στο δημόσιο τομέα και για τις αλλαγές και τις ρυθμίσεις που πρέπει να γίνουν για τις γυναίκες, ούτως ώστε να ενισχύσουμε επί της ουσίας τη λύση για το δημογραφικό πρόβλημα το οποίο έχουμε και για πολλά άλλα θέματα έχει καταθέσει το κόμμα μας μια σειρά τροπολογιών.