Τοποθέτηση στη συζήτηση για τον Προϋπολογισμό 2003

Πέμπτη, 19 Δεκέμβριος 2002 02:00 Ομιλίες
Εκτύπωση
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, Ο Προϋπολογισμός του 2003 ι συντάχθηκε εκ νέου μετά την παρέμβαση της Eurostat στην κυβέρνηση προκειμένου να περιορίσει τις λογιστικές αλχημείες και να αναθεωρήσει ουσιωδώς τα μεγέθη του ισοζυγίου της γενικής κυβέρνησης και του δημόσιου χρέους. Παρά τις αλλαγές όμως που υποχρεώθηκε να κάνει η κυβέρνηση, οι αλχημείες και οι αποκρύψεις συνεχίζονται με αποτέλεσμα και ο προϋπολογισμός του 2003 να έχει έντονο πλασματικό χαρακτήρα. Επί πλέον και πολύ περισσότερο από τα προηγούμενα χρόνια ο προϋπολογισμός του 2003 είναι ενταγμένος στην επιταχυνόμενη νεοφιλελεύθερη πορεία και πολιτική της κυβέρνησης. Πολιτική: - Που συνεχίζει τη μονομερή λιτότητα σε βάρος των μισθωτών και των κοινωνικών δαπανών - Που επιταχύνει τις ιδιωτικοποιήσεις με τη λογική του εισπρακτικού χαρακτήρα που αντί για αναδιάρθρωση της οικονομίας δημιουργούν στρεβλώσεις και μονοπώλια στην αγορά, και υποθηκεύουν το μέλλον της χώρας. - Που αφυδατώνει την προοπτική της περιφερειακής ανάπτυξης και της ουσιαστικής επίλυσης των διαρθρωτικών αναπτυξιακών προβλημάτων της, λόγω των προγραμματικών και διοικητικών αδυναμιών της Κυβέρνησης, οι οποίες συμπορεύονται με την πρακτική της συγκέντρωσης έργων και δράσεων που διαχειρίζονται τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα, ενώ η διάχυση και η διάρκεια των ωφελειών παραμένει πολύ περιορισμένη. Επαίρεται η κυβέρνηση ότι έχει ανακαλύψει το χρυσό οδηγό για την ανάπτυξη και ανάκαμψη της χώρας. Υπερεκτιμάται η αύξηση του ΑΕΠ της χώρας μας κατά 3,8% όταν είναι γνωστό ότι 3,8% είναι και οι κοινοτικοί πόροι που εισρέουν στη χώρα μας. Όταν είναι γνωστές οι τεράστιες διαφορές στο εισόδημα και το επίπεδο ευημερίας των Ελλήνων απέναντι στους λοιπούς λαούς της Ε.Ε. και όταν θα χρειασθεί η χώρα μας πλέον των δεκαπέντε ετών παρόμοιους ρυθμούς ανάπτυξης, για να πλησιάσει το επίπεδο των Ευρωπαϊκών χωρών, ενώ θα έχουν προ πολλού εξαντληθεί οι εισρέοντες πόροι. Η κατάσταση είναι πολύ δυσμενέστερη στις ελληνικές περιφέρειες, όπου οι δείκτες ανάπτυξης παραμένουν χαμηλοί ενώ η ανεργία αυξάνεται (όπως στην Περιφέρειά μου τη Θεσσαλονίκη) αφού η περιβόητη ανάκαμψη από το Γ΄ΚΠΣ γονατίζει από το βάρος του διογκούμενου κόστους των Ολυμπιακών Αγώνων και της ανεπάρκειας της κυβέρνησης και των δομών που επέλεξε για τη διαχείριση και υλοποίηση του Γ΄ΚΠΣ, Τελικά όλες οι καθυστερήσεις και τα προβλήματα συσσωρεύονται στα νέα έργα και δράσεις της περιφέρειας, σ’ αυτά δηλαδή που θα προσδοκούσε κανείς να δημιουργηθούν σταθερές υποδομές, συνθήκες και προοπτικές ανάπτυξης και απασχόλησης στις μειονεκτικές Περιφέρειες της χώρας μας. Χαρακτηριστικοί είναι οι πίνακες των δαπανών του προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων για το 2003: Ο Προϋπολογισμός των έργων ανέρχεται σε 8.918 εκατ. ευρώ, από τα οποία τα 5.770 εκατ. είναι συγχρηματοδοτούμενα και τα 3.148 εκατ. ευρώ είναι καθαρά από τους εθνικούς πόρους. Από αυτά: - 1.300 εκατ. δηλαδή το 14,6% διατίθενται για τα Ολυμπιακά έργα και αυτά εξ ολοκλήρου (100%) από εθνικούς πόρους. Η αδιαφάνεια, η έλλειψη συντονισμού στη λήψη και εκτέλεση των αποφάσεων για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, η εμπλοκή ισχυρών διαπλεκομένων συμφερόντων, και οι δυσμενέστατες επιπτώσεις στο περιβάλλον εξακολουθούν να αυξάνουν υπέρμετρα το κόστος και να μεγεθύνουν τις αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομική θέση του ελληνικού λαού και στην ανάπτυξη της Περιφέρειας. - 743 εκατ. ευρώ, ποσοστό μόλις 8,0% για τα Περιφερειακά προγράμματα τα οποία κατά 92% είναι συγχρηματοδοτούμενα και μόλις 8,0% από εθνικούς πόρους. - Για τα λοιπά έργα (Συγκοινωνίες, γεωργία, εγγειοβελτιωτικά, εκπαίδευσης, πολιτισμού, υγείας, Νομαρχιακά κλπ.) διατίθενται 6.875 εκατ. ευρώ, τα οποία κατά 76% περίπου θα προέλθουν από Συγχρηματοδότηση δηλαδή από Κοινοτικούς, Εθνικούς και Ιδιωτικούς πόρους. Αυτό σημαίνει ότι όσο οι διαδικασίες ένταξης και έναρξης υλοποίησης των έργων του Γ΄ ΚΠΣ καθυστερούν (από αδυναμίες αλλά και ηθελημένα για να καλυφθούν άλλες τρύπες ), όσο πολλαπλασιάζονται τα προβλήματα και οι ελλείψεις στους φορείς διαχείρισης και τελικούς δικαιούχους, που παραμένουν επί τρία χρόνια αβοήθητοι, τόσο οι κίνδυνοι αστοχιών (που δεν ήταν λίγες μέχρι σήμερα από το Β΄ ΚΠΣ ) των έργων του προγράμματος και μη εξασφάλισης της κοινοτικής συγχρηματοδότησης θα διογκώνονται. Και επί πλέον όσο θα παραμένει χωρίς νομοθετικό πλαίσιο, κανόνες και προδιαγραφές το σύστημα εκτέλεσης των έργων με συγχρηματοδότηση από ιδιώτες, σύστημα στο οποίο τελικά παραπέμφθηκαν κρίσιμα έργα υποδομών της Περιφέρειας, η όλη διαδικασία υλοποίησης των έργων του Γ΄ ΚΠΣ θα παραμένει έωλη με μη αναστρέψιμες πλέον δυσμενέστατες επιπτώσεις. Με επερώτησή μας προ μηνός αναφερθήκαμε ότι μόλις (10-11)% έχει απορροφηθεί στο τέλος του τρίτου χρόνου από το Γ΄ ΚΠΣ και αυτά σε έργα κυρίως γέφυρες του Β΄ ΚΠΣ ή έργα υποστήριξης του πακέτου των Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα. Αφιερώσατε κύριοι της κυβέρνησης πλην όμως στα λόγια το 75% του Γ΄ ΚΠΣ στην Περιφέρεια. Τι συμβαίνει όμως με τις απορροφήσεις των ΠΕΠ. Στο 1,6% μόλις κυμαίνονται αυτές στη Θεσσαλία. Στο 2% έως 3% στις Περιφέρειες Δυτικής Μακεδονίας, Ηπείρου και Βορείου Αιγαίου και 4% έως 5% στις υπόλοιπες. Και να φανταστεί κανείς ότι με το Γ΄ ΚΠΣ περιμέναμε όλοι να αμβλυνθούν οι Περιφερειακές ανισότητες. Αδράνεια, ανικανότητα, συγκεντρωτισμός, εγκατάλειψη των φορέων της Περιφέρειας και της Αυτοδιοίκησης από τη μια μεριά και Ολυμπιακοί Αγώνες από την άλλη, καταδικάσατε κύριοι της κυβέρνησης την ελληνική Περιφέρεια σε υπανάπτυξη. Και μη μας αρχίσετε πάλι με τις αλχημείες και τις διαψεύσεις, γιατί πριν δεκαπέντε μέρες και το Υπουργικό Συμβούλιο και ο ίδιος ο Πρωθυπουργός επιβεβαίωσε πλέον τις μεγάλες καθυστερήσεις και εσήμανε προς όλες τις κατευθύνσεις το καμπανάκι. Θέλετε ειδικότερα στοιχεία για καθυστερήσεις και ανεπάρκεια. Τα μέτρα π.χ. των ΠΕΠ Κεντρικής Μακεδονίας που αφορούν την αγροτική ανάπτυξη, τις μειονοτικές και ορεινές περιοχές και τη μείωση της ανεργίας και παροχή ίσων ευκαιριών, έχουν ελάχιστη έως μηδενική ενεργοποίηση και οι βασικότερες αιτίες που καταγράφονται γι’ αυτό στην έκθεση της Επιτροπής Παρακολούθησης είναι η μη έκδοση απλών πράξεων της κεντρικής διοίκησης όπως οι απαραίτητες για την ενεργοποίηση των προγραμμάτων Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις. Το ίδιο συμβαίνει και στις λοιπές Περιφέρειες. Μήπως θέλετε να μιλήσουμε για τις καθυστερήσεις και τα προβλήματα στο πρόγραμμα της Ανταγωνιστικότητας όπως και για το μέλλον της μη συμμετοχής του 90% των Μ.Μ. Επιχειρήσεων (που δραστηριοποιούνται στην Περιφέρεια), το οποίο επεφύλαξαν οι ρυθμίσεις του ΥΠΕΘΟ και θα το συνεχίσουν οι Τράπεζες που αναγορεύονται πλέον σε κυρίαρχο φορέα διαχείρισης, χωρίς δημόσιο όργανο ελέγχου. Και επειδή κυρίες και κύριοι συνάδελφοι με την βιώσιμη ανάπτυξη της Περιφέρειας άμεσα συνδεδεμένη είναι η ανάπτυξη του αγροτικού τομέα, θα συνεχίσω στο λίγο χρόνο που έχω, με τις παρατηρήσεις μου στον τομέα αυτό. Η κυβέρνηση εξακολουθεί να μην λαμβάνει υπόψη τις επισημάνσεις ότι ο αγροτικός τομέας βρίσκεται σε κρίση και ότι απαιτείται να αντιμετωπιστεί με πρόγραμμα ενίσχυσης και ανάπτυξης κι όχι με την ουδέτερη και γι αυτό αναποτελεσματική διαχείρισή του. Διαπιστώνεται λοιπόν καταρχάς ότι σοβαρά οικονομικά μεγέθη του αγροτικού τομέα συνεχίζουν την αρνητική τους πορεία. - Η συμβολή της γεωργίας στη διαμόρφωση του ΑΕΠ. Έπεσε στο 7,3% μειωμένος κατά 50% την τελευταία 10ετία, αποτέλεσμα της σημαντικής εισαγωγικής διείσδυσης διατροφικών προϊόντων από την Ε.Ε., και κυρίως της ανεπάρκειας των δαπανών των εκάστοτε προϋπολογισμών. - Η απασχόληση στον πρωτογενή τομέα της γεωργίας έπεσε στο 16% του συνολικού εργατικού δυναμικού της χώρας, δηλαδή συνεχίστηκε η σταθερή μείωση του 3% κάθε χρόνο. - Το έλλειμμα του εμπορικού αγροτικού ισοζυγίου συνέχισε να αυξάνει και να αποδεικνύει την επιδεινούμενη εξαγωγική θέση της χώρας κυρίως στις συναλλαγές της με την Ε.Ε. Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια αρνητικής εξέλιξης το αγροτικό εισόδημα της χώρας αυξάνεται κατά 5,7%. Η απόκλιση όμως από τον κοινοτικό μέσο όρο έχει διαμορφωθεί στο 50%, ενώ το 35% των ελλήνων αγροτών ζει κάτω από το όριο της φτώχιας, παρά το ότι οι απασχολούμενοι στη γεωργία είναι κάθε χρόνο και λιγότεροι. Το ερώτημα λοιπόν είναι, αν αναμένεται βελτίωση των μεγεθών αυτών με τον τρόπο που αντιμετωπίζει το ζήτημα η κυβέρνηση και σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται. Η αρχική εικόνα για τη γεωργία που δίδεται στον παρόντα προϋπολογισμό δείχνει θετική, αφού το ύψος των κονδυλίων που θα διατεθούν το 2003 για επιδοτήσεις στη γεωργία προβλέπεται ότι θα αυξηθεί κατά 12,6% έναντι του 2002. Το ποσοστό στην αύξηση προκύπτει ως μέσος όρος από τις υπερτιμημένες προβλέψεις για τις ενισχύσεις από το FEOGA – Εγγυήσεις (17.4%) ενώ οι εθνικές ενισχύσεις αυξάνονται μόνο κατά 9%. Οι ενισχύσεις όμως από το FEOGA δημιουργούν προσδοκίες, οι οποίες είναι βέβαιο ότι δεν θα υλοποιηθούν, αφού έχει υπολογιστεί ότι κάθε χρόνο 20 – 25% των ενισχύσεων που δικαιούται η Ελλάδα χάνονται, γιατί παρακρατούνται ως αδικαιολογήτως καταβληθέντα ποσά με την αιτιολογία ότι δεν διενεργούνται επαρκείς έλεγχοι, δεν εφαρμόζονται σωστά τα κοινοτικά γεωργικά προγράμματα ή ακόμη ότι δεν αποστέλλονται μέσα στις προβλεπόμενες προθεσμίες οι μηχανογραφικές καταστάσεις! Η Ελλάδα είναι πρώτη στην ΕΕ σε απώλεια ενισχύσεων. Αυτή η ζημιά που υφίσταται η ελληνική γεωργία έχει την αιτία της και είναι γνωστή. Είναι η δραματική αποκοπή του Κέντρου από την περιφέρεια, η απερίσκεπτη διάλυση του Υπουργείου Γεωργίας με την υπαγωγή των περιφερειακών υπηρεσιών και του προσωπικού στις Ν.Α: και τις Διοικητικές Περιφέρειες εν ονόματι της αποκέντρωσης, η εκχώρηση σοβαρών αρμοδιοτήτων στον ιδιωτικό τομέα, η κατάργηση καταξιωμένων Οργανισμών, η απώλεια ελέγχου, συντονισμού και άσκησης γεωργικής πολιτικής. Στον προϋπολογισμό 2003 προβάλλεται με έμφαση η ανάγκη διασφάλισης του αγροτικού προϊόντος και του εισοδήματος από φυσικούς κινδύνους. Τα εκλογικά αποτελέσματα και η αγανάκτηση των αγροτών έδωσαν κάποια αποτελέσματα, έστω και με μέτρα που πάρθηκαν βιαστικά και υπό πίεση, αφού ιδιαίτερα φέτος οι καιρικές συνθήκες προκάλεσαν εκτεταμένες ζημιές,η κυβέρνηση όμως κατ’ επανάληψη έχει αρνηθεί την επιχορήγηση του ΕΛΓΑ με σταθερό κονδύλι κάθε χρόνο στον κρατικό προϋπολογισμό. Ο προϋπολογισμός 2003 ισχυρίζεται ότι «η κυβέρνηση έχει χαράξει και εφαρμόζει φιλόδοξο σχέδιο αγροτικής πολιτικής για την ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισμό της γεωργίας». Οι δείκτες δεν επαληθεύουν τον ισχυρισμό και η πορεία του Γ΄ΚΠΣ δεν προοιωνίζει ουσιαστική βελτίωση της υπαίθρου και ανάπτυξη της περιφέρειας. Τρία χρόνια μετά, η μεγαλύτερη απορρόφηση στη γεωργία μεταξύ των τομεακών προγραμμάτων ύψους 12,5% οφείλεται στις ειλημμένες υποχρεώσεις από το Β’ ΚΠΣ. Τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Επιτροπής Παρακολούθησης του Επιχειρησιακού Προγράμματος Αγροτική Ανάπτυξη-Ανασυγκρότηση της Υπαίθρου (ΕΠΑΑ-ΑΥ) είναι εντελώς απογοητευτικά και για την ένταξη των έργων και πολύ περισσότερο για την απορρόφησή τους. Όλοι οι άξονες που σχετίζονται με εγγειοβελτιωτικά έργα, μεταποίηση και εξαγωγές αγροτικών προϊόντων, βελτίωση υποδομών και περιβάλλοντος βρίσκονται στο μηδέν! Ενώ ιδιαίτερα προβληματικό εμφανίζεται το πρόγραμμα της ένταξης των νέων αγροτών. Η αδυναμία στο σχεδιασμό και στην άσκηση σοβαρής αγροτικής πολιτικής από την κυβέρνηση, πέραν από τις πυροσβεστικές ενέργειες στις οποίες καταφεύγει συνήθως, έχουν οδηγήσει σταθερά τον αγροτικό τομέα σε μεγάλα αδιέξοδα. Τεράστια είναι η ευθύνη της κυβέρνησης για την εξοντωτική αναθεώρηση του κανονισμού για το βαμβάκι, την κατάρρευση των τιμών στο λάδι, στα οπωροκηπευτικά, τις αρνητικότατες προβλέψεις για τον καπνό και για τα όλο και πιο οξυμένα προβλήματα που εμφανίζονται στη διατροφική αλυσίδα και την εντατικοποίηση της παραγωγής σε βάρος του περιβάλλοντος. Το μέλλον και οι προοπτικές της ελληνικής γεωργίας προσδιορίζονται από τις τελευταίες εξελίξεις. Το περιεχόμενο των προτάσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής περί ενδιάμεσης αναθεώρησης της ΚΑΠ και οι σχετικές αποφάσεις που πάρθηκαν είναι βέβαιο ότι επιδεινώνουν τη θέση των αγροτών του Ευρωπαϊκού Νότου. Η πολιτική της διεύρυνσης, όσο δε συνοδεύεται με την αύξηση του Προϋπολογισμού κατ’ ουσία θα θυσιάζει τους μικρούς και μεσαίους αγρότες. Η κυβέρνηση πρέπει να χειρισθεί τα θέματα αυτά στην Ε.Ε. με τη μέγιστη προσοχή. Γιατί επιμένουμε ότι υπάρχει περιθώριο διεκδίκησης μιας άλλης αγροτικής πολιτικής που θα εξασφαλίζει ικανοποιητικό εισόδημα στους έλληνες αγρότες, σε μια ύπαιθρο με βελτιωμένες συνθήκες διαβίωσης (κοινωνικές και πολιτικές) με περιφερειακή ανάπτυξη, αγροτικά προϊόντα ποιότητας και με περιβαλλοντική προστασία.