Home Ομιλίες Τοποθέτηση στην Ολομέλεια για το Σχέδιο Νόμου: "Τροποποίηση των διατάξεων του Ν. 1577/1985 Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός και άλλες διατάξεις"

Τοποθέτηση στην Ολομέλεια για το Σχέδιο Νόμου: "Τροποποίηση των διατάξεων του Ν. 1577/1985 Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός και άλλες διατάξεις"

E-mail Εκτύπωση PDF
1. ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ Ο Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός, όπως και στον τίτλο του προσδιορίζεται, αποτελεί ένα πλαίσιο κανόνων δόμησης, που πρέπει να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της κατοικίας και της παραγωγής, στο σεβασμό του δομημένου και φυσικού περιβάλλοντος, στην προστασία της αρχιτεκτονικής – πολιτιστικής κληρονομιάς και συγχρόνως στο επίπεδο ανάπτυξης της Τεχνολογίας. Για τους λόγους αυτούς το ενδιαφέρον και η ουσία των διορθώσεων και τροποποιήσεων πρέπει να εστιάζεται σε αυτές που επιβάλλει η μακροχρόνια εμπειρία εφαρμογής, οι γενικές κατευθύνσεις για το χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό και η σύγχρονη γνώση και όχι σε αποσπασματικές των επί μέρους συμφερόντων ή όσες προβάλλουν το δήθεν φιλολαϊκό πρόσωπο και όχι τη φυσιογνωμία και το πνεύμα που οφείλει να έχει ο νομοθέτης ενός τόσο σημαντικού κανονισμού. Η αναθεώρηση του ΓΟΚ ήταν προ πολλού αναγκαία και θα έπρεπε ν’ αντιμετωπισθεί: - Με ρυθμίσεις που θα αποσαφηνίζουν και παράλληλα θα αναδεικνύουν και αναβαθμίζουν τη φιλοσοφία του ΓΟΚ, με στόχο την εδραίωσή της στον τρόπο οικοδόμησης της χώρας, - Με συγκεκριμένο πλαίσιο και στο πνεύμα του νόμου αναγκαίων νέων ρυθμίσεων και επί μέρους διορθωτικών, ουσιαστικού αλλά και νομοτεχνικού περιεχομένου. - Με πλαίσιο αρχών και κριτηρίων και συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα έκδοσης για τα Προεδρικά Διατάγματα και τις Υπουργικές Αποφάσεις. - Με δεσμεύσεις κωδικοποίησης της πολεοδομικής νομοθεσίας. Επί πλέον επειδή η νομοθετική ρύθμιση των διατάξεων του ΓΟΚ έχει καθυστερήσει υπερβολικά, ενώ παράλληλα έχουν ανακύψει πολλά προβλήματα από τις αποφάσεις του ΣτΕ, με αποτέλεσμα να συγκρούεται η νομοθετική και δικαστική εξουσία, να αλλοιώνεται ο προοδευτικός και σύγχρονος χαρακτήρας του ΓΟΚ και ο πολίτης να διακατέχεται από ένα αίσθημα διαρκούς αβεβαιότητας και πάλι ο Νομοθέτης δεν μπορεί ή δεν θέλει να καταλάβει ότι: - Υπάρχει η ανάγκη μιας ενιαίας με σαφήνεια και πληρότητα διατύπωσης των πρόσθετων ή τροποποιητικών διατάξεων, έτσι ώστε να μην χρησιμοποιηθεί κατά βάση για τους λίγους ένα τόσο σημαντικό εργαλείο που αφορά το οικιστικό περιβάλλον και στην ουσία το ευρύτερο συμφέρον των πολιτών. - Περιορισμού της παραπομπής των ρυθμίσεων εφαρμογής σε Προεδρικά Διατάγματα και Υπουργικές αποφάσεις και μάλιστα χωρίς καταλυκτική ημερομηνία, με αποτέλεσμα όπως γίνεται τις περισσότερες φορές η διαδρομή έκδοσης να είναι ιδιαίτερα μακρά και τις περισσότερες φορές να μην ολοκληρώνεται, κυρίως για τις εκσυγχρονιστικές και προοδευτικές του νόμου διατάξεις. Βασικό παράδειγμα η μη εφαρμογή των πολύ βασικών άρθρων 12,13 & 14 του παλαιού ΓΟΚ για κοινή χρήση ακάλυπτων χώρων και χαρακτηρισμού οικοδομικού τετραγώνου ως ενεργού. Σημαντικές διατάξεις που παρέμειναν ανενεργές στην πράξη, εξαιτίας της αδιαφορίας και ατολμίας της Κεντρικής και Περιφερειακής ή Τοπικής Διοίκησης. Το ίδιο ανενεργές φοβούμαστε ότι θα μείνουν και οι προθέσεις του Νομοθέτη για την προστασία της πολιτιστικής Αρχιτεκτονικής, αλλά και φυσικής μας κληρονομιάς. Η σύγκρουση συμφερόντων και το πολιτικό κόστος δεν θα επιτρέψουν ποτέ την έκδοση αυτών των Προεδρικών Διαταγμάτων και Υπουργικών Αποφάσεων. - Προσαρμογή στη νομολογία που έχουν δημιουργήσει οι πολυάριθμες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας. Στο θέμα αυτό «Νομοθετική και εκτελεστική από τη μια πλευρά και δικαστική εξουσία» από την άλλη, πάει καιρός που δίνουν την εντύπωση στους πολίτες ότι βρίσκονται σε πορεία σύγκρουσης, ειδικά στους τομείς του περιβάλλοντος, της χωροταξίας και της πολεοδομίας, των δημοσίων και ιδιωτικών τεχνικών έργων. Οι αλλεπάλληλες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας έχουν δημιουργήσει ένα ζοφερό κλίμα, καθώς εμμέσως – πλην όμως σαφώς – διαμορφώνουν στην Κοινή Γνώμη την άποψη ότι η νομοθετική και εκτελεστική εξουσία, συστηματικά καταπατούν ή έστω παραγνωρίζουν το Σύνταγμα και τους βασικούς νόμους του Κράτους. Υπό αυτές τις συνθήκες δεν είναι υπερβολή να ισχυριστεί κανείς, ότι ένα αίσθημα διαρκούς αβεβαιότητας διακατέχει τους πολίτες, ενώ η διοίκηση εμφανίζεται αφερέγγυα και ανεπαρκής. Ο ΓΟΚ για παράδειγμα, βασικό εργαλείο για την άσκηση της οικοδομικής δραστηριότητας, αλλά και την αναβάθμιση της ποιότητας ζωής, έχει αμφισβητηθεί από δικαστικές αποφάσεις, όσο κανένα άλλο νομοθέτημα. Η μεταφορά συντελεστή δόμησης, ένα άλλο ιδιαίτερα σημαντικό εργαλείο στην άσκηση της πολεοδομικής παρέμβασης σε διαμορφωμένες οικιστικές περιοχές, ταυτόχρονα και μια ευκαιρία στην προσπάθεια διάσωσης πολύτιμων αρχιτεκτονικών στοιχείων, χώρων και τοπίων φυσικού κάλλους κλπ έχει ακυρωθεί στην πράξη τόσο από τις αλλεπάλληλες αποφάσεις των δικαστηρίων όσο και από τη σύγχυση αρμοδιοτήτων που παραπέμπουν στη συνταγματική αδυναμία της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης να προχωρήσει στην εξειδίκευση των Γενικών Πολεοδομικών Σχεδίων και να αποτελέσει τη κινητήρια δύναμη στην έκδοση των απαιτούμενων Προεδρικών Διαταγμάτων. Μεγάλο σφάλμα όμως θα είναι η μεταφορά των αρμοδιοτήτων αυτών στις Γενικές Γραμματείες της Περιφέρειας λόγω της κρατικής τους υπόστασης. Δεν έχουν καμιά τεχνική και διοικητική υποδομή αλλά και γνώση για να διεκπεραιώσουν τα καθήκοντα της πολεοδομικού σχεδιασμού των περιοχών της χώρας. Η Νομαρχιακή βαθμίδα είχε πάντα και το ρόλο και τη γνώση και την υποδομή να διεκπεραιώσει το σημαντικό έργο της εξειδίκευσης των Γενικών Πολεοδομικών Σχεδίων, τα οποία σήμερα παραμένουν στην αρχική τους μορφή με τεράστιες συνέπειες στη σωστή αξιοποίηση αλλά και προστασία του δομημένου και φυσικού περιβάλλοντος, ενώ ο φαύλος κύκλος των επιπτώσεων επιβαρύνει συνεχώς την Αυτοδιοίκηση για την δήθεν «αναποτελεσματικότητά της». Σε όλο αυτό το πλέγμα των προβλημάτων οι Καποδιστριακοί Δήμοι εν τη γενέσει τους αποστερούνται από το βασικότερο κίνητρο έμπνευσης και υπόστασης που είναι ο Αναπτυξιακός Πολεοδομικός Σχεδιασμός και φθείρονται από τα γεωγραφικά – εκλογικά προβλήματα ή τις σκοπιμότητες που είχε η συγκρότησή τους. Τα πολύ σοβαρά αυτά προβλήματα της σύγκρουσης της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας με τη δικαστική, επιχειρούνται να διευθετηθούν από την αναθεώρηση: 1. Εν μέρει με το άρθρο 7 σε αντικατάσταση του άρθρου 9 του ΓΟΚ/85 και 2. Με επικείμενη τροπολογία με την οποία μεταφέρονται όλες οι αρμοδιότητες πολεοδόμησης στις Περιφέρειες με το αιτιολογικό του Συνταγματικού κωλύματος. Με τον τρόπο αυτό τα παραπάνω γενικά και πολύ βασικά προβλήματα που δημιουργήθηκαν κατά την εφαρμογή του ΓΟΚ/85 δεν διευθετούνται στην ουσία τους ή στο σύνολό τους ενώ διαφαίνεται να αναβιώνουν διατάξεις του καταργημένου ΓΟΚ/73 μέσω τροποποιήσεων διατάξεων του ΓΟΚ/85 και παράλληλα να επιτείνεται η σύγχυση και επικάλυψη αρμοδιοτήτων της Διοίκησης και ο φαύλος κύκλος των οπισθοχωρήσεων στις αρμοδιότητες της Αυτοδιοίκησης. Από τις επί μέρους ρυθμίσεις αναφέρω ως θετικές: - Τη μείωση των ημιυπαίθριων χώρων, από 40% σε 20%. - Την αντιμετώπιση των θεμάτων των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων των κτιρίων. - Τη λογική αντιμετώπιση των συνιδιοκτησιών σε περιπτώσεις προσθηκών. Εισάγονται ως έννοιες και είναι ιδιαίτερα θετικό αλλά παραπέμπονται δυστυχώς σε Προεδρικά Διατάγματα ή Υπουργικές αποφάσεις ή δεν δημιουργούν κίνητρα ρυθμίσεις όπως: - Η σύσταση του Ανώτατου Πολεοδομικού και Αρχιτεκτονικού Συμβουλίου, το οποίο μαζί με τις ΕΠΑΕ θα μπορούσε με ουσιαστικότερο τρόπο να ομογενοποιεί και αναβαθμίζει την πολεοδομική διαδικασία, που είναι αναπόσπαστη με την ποιότητα της ζωής μας και να προχωρούν σε θαρραλέες προτάσεις για κάθε περιοχή της χώρας μας για ρυθμίσεις που θα τις αναδεικνύουν. - Η πρόβλεψη για τον καθορισμό και την εξειδίκευση των αρμοδιοτήτων, ρόλων, υποχρεώσεων και ευθυνών όσων εμπλέκονται στην παραγωγή των οικοδομικών έργων του ιδιωτικού τομέα. Μεγάλο πρόβλημα της εξυγίανσης της παραγωγής των ιδιωτικών έργων και ειδικότερα της κατοικίας που πρέπει να συνδεθεί άμεσα και με την ποιότητα της κατασκευής. - Η επέκταση των στοιχείων ή χώρων που μέχρι σήμερα σηματοδοτούσαν αρχιτεκτονική και φυσική κληρονομιά. - Η προώθηση των παθητικών ενεργειακών συστημάτων και των βιοκλιματικών κατασκευών - Οι προβλέψεις για τη μετακίνηση προσώπων με ειδικές ανάγκες. Βέβαια, όπως προαναφέρθηκε, επειδή όλα τα παραπάνω παραπέμπουν σε Προεδρικά Διατάγματα κινδυνεύουν να προστεθούν στον κατάλογο αναγκαίων και προοδευτικών ρυθμίσεων που επί δεκαετίες αναμένουν την έκδοσή τους Έναντι αυτών επιβιώνουν και προβάλλονται μέσω αποσπασματικών ρυθμίσεων ή τροπολογιών επεμβάσεις που αλλοιώνουν το χαρακτήρα και το πνεύμα του Νόμου. Επί πλέον η λογική των κινήτρων, πλην της ανενεργού μεταφοράς του συντελεστή δόμησης, για τη διατήρηση της πολιτιστικής αρχιτεκτονικής και φυσικής κληρονομιάς, απουσιάζει παντελώς ή αντικαθίσταται μέσω των τροπολογιών με κίνητρα έντονης πολεοδόμησης. Το μεγάλο πρόβλημα και σε αυτήν την περίπτωση είναι ότι ο εκσυγχρονισμός και η προοδευτικότητα που επιδιώκεται μέσα από τη φιλοσοφία των ρυθμίσεων προσκρούει σε ένα κομματικό και συγκεντρωτικό σύστημα διοίκησης, αναχρονιστικό και αναντίστοιχο με τις ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας και της χώρας. Και επειδή το τελευταίο πρόβλημα επιδεινώνεται αντί να επιλύεται, γεννιέται το ερώτημα γιατί ο νομοθέτης «μετά φόβου γνώσεως» δεν το λαμβάνει υπ’ όψιν του, ώστε να ρυθμίσει σαφέστερα και να εξασφαλίσει καλύτερα μέσα από το πλαίσιο του Νόμου την υλοποίηση των βασικών προοδευτικών και σύγχρονων προθέσεών του; Ο εκσυγχρονισμός κύριοι συνάδελφοι δεν επιτυγχάνεται φραστικά ή με τις αιτιολογικές εκθέσεις επιτυγχάνεται με την καθαρότητα, αμεσότητα και σαφήνεια του Νομοσχεδίου και την σε άμεσο, ορατό χρόνο έκδοσης των κειμένων εφαρμογής του. 2.Γενικά επί των τροπολογιών Το μεγαλύτερο πρόβλημα της συγκεκριμένης τροποποίησης του ΓΟΚ/85 είναι η αλλοίωσή του ή η χρησιμοποίησή του για την ένταξη τροπολογιών που αλλοιώνουν το χαρακτήρα του, εξυπηρετούν τους λίγους και το δήθεν φιλολαϊκό πρόσωπο της Κυβέρνησης και ανοίγουν τους ασκούς του Αιόλου σε καίρια ζητήματα, όπως των αρμοδιοτήτων της Αυτοδιοίκησης και της Κρατικής Διοίκησης και όπως των διευκολύνσεων στην αυθαιρεσία με τη μείωση των προστίμων ή με τον περιορισμό έως και την κατάργηση της εισφοράς σε γη, από τους λίγους με την εισφορά σε χρήμα. Αναλυτικότερα για κάθε μια τροπολογία χωριστά αναφέρουμε τα εξής: 1) ΠΡΟΣΘΗΚΗ – ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΑ για την επαναφορά των αρμοδιοτήτων Πολεοδομικού Σχεδιασμού από την Αυτοδιοίκηση στην Κρατική Διοίκηση και ειδικότερα στις Γραμματείες Περιφέρειας. Με τη συγκεκριμένη τροπολογία, καταργείται μια από τις πλέον ουσιαστικές λειτουργίες της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης και των Καποδιστριακών Δήμων, ο πολεοδομικός σχεδιασμός, ο οποίος περνά και αυτός στους Γενικούς Γραμματείς των Περιφερειών. Επικαλούμενο τις ακυρωτικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας για τις τροποποιήσεις του ΓΟΚ, ο Υπουργός ΠΕΧΩΔΕ εισηγείται την αποψίλωση όλων των αρμοδιοτήτων πολεοδομικού σχεδιασμού από την Αυτοδιοίκηση. Και είναι σαφές, ότι η ψήφιση μιας τέτοιας τροπολογίας, θέτει προ των ευθυνών τους όλα τα κόμματα. Η τροπολογία είναι τόσο εξόφθαλμα συγκεντρωτική υπέρ της κρατικής εξουσίας, που και ο ίδιος ο κ. Λαλιώτης στην αιτιολογική έκθεση επικαλείται την αναγκαιότητα αναθεώρησης του Συντάγματος, προκειμένου να καταστεί δυνατή η … επαναφορά της αρμοδιότητας στην Αυτοδιοίκηση. Μέχρι τότε όμως, ας την καταργήσουμε, διότι μας πιέζουν αφόρητα οι συσσωρευμένες υποθέσεις τροποποιήσεων του ΓΟΚ, που απορρίφθηκαν από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Αυτή είναι η επιχειρηματολογία του Υπουργού. Αυτό είναι το άλλοθι που αναζητά η Κυβέρνηση για τη μεγάλη καθυστέρηση και ευθύνη που έχει για την κατοχύρωση των αρμοδιοτήτων της Αυτοδιοίκησης. Επί πέντε χρόνια τώρα συγκρούεται η εκτελεστική και δικαστική εξουσία με αποτέλεσμα τα προβλήματα να διογκώνονται και να εισπράττει τη δυσαρέσκεια και την κρίση για αφερεγγυότητα και αναποτελεσματικότητα η Αυτοδιοίκηση. Για τον ΣΥΝ είναι σαφές ότι το άρθρο 24 του Συντάγματος είναι αναθεωρητέο στην παρούσα Βουλή. Εάν υφίσταται κοινωνικές πιέσεις που θέλει να αντιμετωπίσει η ολιγωρούσα για χρόνια Κυβέρνηση, ας φέρει στην αναθεώρηση του Συντάγματος το ταχύτερο στη Βουλή, συμπεριλαμβάνοντας και το συγκεκριμένο άρθρο. Η παρούσα όμως τροπολογία δεν πρέπει σήμερα να ψηφιστεί από κανένα Κόμμα. Όχι μόνο γιατί τίποτε μονιμότερον του προσωρινού στη χώρα μας. Όχι μόνο γιατί η Κυβέρνηση η οποία διολισθαίνει αθεράπευτα στην επανασυγκέντρωση όλων των ουσιαστικών αρμοδιοτήτων που μέχρι σήμερα έχουν δοθεί στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, καθίσταται αναξιόπιστη ως προς τις προθέσεις της. Όχι μόνο γιατί ακόμη και οι καλύτερες δυνατές προθέσεις να αποδοθούν στον κ. Υπουργό, ουδείς μπορεί να εγγυηθεί ότι θα βρίσκεται στη συγκεκριμένη θέση μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος για να υλοποιήσει την προφορική του δέσμευση, όπως επιτυχώς τόνισε ο Πρόεδρος της ΕΝΑΕ. Ο σημαντικότερος λόγος που ως εισηγήτρια βουλευτής του ΣΥΝ για το νομοσχέδιο δηλώνω αντίθετη με τη μεταφορά αρμοδιοτήτων «προσωρινά» στην Περιφέρεια, είναι ότι εκτός από τη θέση αρχής πως δεν πρέπει να αφαιρούνται αρμοδιότητες από την Αυτοδιοίκηση και πρακτικά δεν μπορεί να επιτευχθεί η επικαλούμενη ως αναγκαία επιτάχυνση των χρονιζόντων πολεοδομικών ρυθμίσεων. Σε ένα περίπου εξάμηνο θα προχωρήσει η αναθεώρηση του Συντάγματος. Μέχρι τότε ακόμη θα αναζητά τους τρόπους στελέχωσης και λειτουργίας των υπηρεσιών που πρέπει … προσωρινά να συστήσει η Περιφέρεια προκειμένου να αναλάβει την ευθύνη, υποκαθιστώντας τις σημερινές νομαρχιακές πολεοδομικές υπηρεσίες! Ας μην κινείται λοιπόν εκ του πονηρού η Κυβέρνηση. Ο πολεοδομικός σχεδιασμός ανήκει και πρέπει να συνεχίσει να ανήκει στην Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση και στους Καπιδιστριακούς Δήμους, οι οποίοι και με το αιτιολογικό αυτό συστήθηκαν. 2) ΠΡΟΣΘΗΚΗ – ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΑ τροποποιήσεων του ν. 1337/83 και ν. 2508/97 «Για την επιτάχυνση και ολοκλήρωση των προγραμμάτων Πολεοδομικού Σχεδιασμού» (Ελαιώνας, εισφορές γης κ.α.) Οι παράγραφοι 3,5 και 6 κρίνονται ως θετικές παρεμβάσεις – προσθήκες στην ισχύουσα πολεοδομική νομοθεσία, δεδομένου ότι είτε εισάγουν αναγκαίες προδιαγραφές που λείπουν (μικροζωνικές μελέτες), είτε υποστηρίζουν τον πολεοδομικό και χωρικό εν γένει σχεδιασμό σε ότι αφορά δυναμικά αναπτυσσόμενες οικιστικές περιοχές. Γενικά, η υπαγωγή σε καθεστώς συμμετοχής των ιδιοκτησιών στην απόκτηση (δημιουργία) εκτάσεων για κοινόχρηστες ή κοινωφελείς λειτουργίες και οδικών δικτύων μιας οικιστικής περιοχής, είναι μια θετική ρύθμιση – ανεξάρτητα αν η συμμετοχή αυτή είναι αναλογικά ακόμη χαμηλή σε σχέση με την πραγματική γεωπρόσοδο που καρπούνται οι ιδιοκτήτες γης από την ένταξη των ιδιοκτησιών τους σε πολεοδομικά σχέδια, - ή αν δημιουργούνται ανισότητες συμμετοχής ανάλογα του μεγέθους της ιδιοκτησίας. Οι άλλες παράγραφοι κρίνονται ως απαράδεκτες για τους ακόλουθους λόγους: Η περίπτωση του Ελαιώνα (παρ. 1): με την τροπολογία αυτή α) επιβαρύνεται το ισοζύγιο της στον Ελαιώνα, γιατί στις πολλαπλές ιδιοκτησίες ενός ιδιοκτήτη σε περισσότερους από ένα Δήμο, δεν θα αθροίζεται σε συνολικό εμβαδόν των ιδιοκτησιών, με συνέπεια να μειώνεται η υποχρέωση συμμετοχής του σε κοινόχρηστα – κοινωφελή. ΄Ήδη, το ισοζύγιο της του Ελαιώνα, όπως δείχνουν τα αποτελέσματα από τις μελέτες εφαρμογής που έχουν εκπονηθεί είναι εξαιρετικά ελλειμματικό, με συνέπεια να απομακρύνεται η προοπτική αναβάθμισης της κρίσιμης, για ολόκληρη την Αθήνα περιοχής, β) είναι ήδη μειωμένα τα ποσοστά συμμετοχής των ιδιοκτησιών στα κ-κ.χ. με βάση τα ειδικά ποσοστά των Π.Δ. του Ελαιώνα, γ) η «πολύπλοκη κατάσταση» που ανακάλυψαν οι Υπηρεσίες του ΥΠΕΧΩΔΕ και του Οργανισμού Αθήνας, μετά την έκδοση των ΠΔ του Ελαιώνα που οι ίδιες προετοίμασαν, υπήρχε και υπάρχει ακόμη χρόνος να επιλυθεί με έναν σωστό συντονισμό των επί μέρους μελετών. - Με την ευκαιρία ερωτάται ο Υπουργός 1) γιατί δεν δημιουργήθηκε ακόμη ο προβλεπόμενος από τα ΠΔ φορέας για την ανάπτυξη της περιοχής του Ελαιώνα, 2) πότε προβλέπεται να εγκριθούν οι Μελέτες Εφαρμογής του, 3) από ποιες πηγές θα προκύψουν τα εκατοντάδες δις που απαιτούνται για την ανάπτυξη της περιοχής από τον φορέα αυτό και αν το σχετικό χρονοδιάγραμμα προβλέπει ότι μέχρι το 2004 η περιοχή θα έχει αναβαθμιστεί (κοντολογίς, σκοπεύει η Κυβέρνηση να κάνει Ολυμπιακούς Αγώνες με τον Ελαιώνα στην κατάσταση που βρίσκεται σήμερα;) Η περίπτωση της παρ. 2: πρόκειται για χαριστική ρύθμιση στις εισφορές γης και χρήματος για μερίδια ιδιοκτησιών που προέκυψαν από κληρονομιά μετά τις 10.3.1982. Το αποτέλεσμα θα είναι να επιβαρυνθούν ακόμη περισσότερο τα ισοζύγια γης στις περιοχές που πολεοδομούνται – σε βάρος του συνόλου /υπέρ της ιδιοκτησίας. Είναι χαρακτηριστικό στοιχείο ότι με τις εισφορές του ν. 1337/83 και των μεταγενέστερων, είναι ζήτημα αν προκύπτει συμμετοχή των ιδιοκτησιών κατά 15 – 18% στη διαμόρφωση των κ-κ.χ. μιας νέας οικιστικής περιοχής, όταν διεθνώς οι ανάλογες απαιτήσεις και ειδικά οι ευρωπαϊκές εμπειρίες κυμαίνονται σε ποσοστά άνω του 35%. Το αποτέλεσμα της Ελληνικής πρακτικής είναι είτε να επιβαρύνονται οι ΟΤΑ με την αγορά του υπολοίπου ποσοστού που είναι αναγκαίο για ανθρώπινο αστικό περιβάλλον, είτε να μη γίνεται τίποτε περισσότερο από μια νομιμοποίηση της υπάρχουσας κατάστασης. Η τροπολογία αυτή εντάσσεται σε μια συστηματική περιπτωσιολογική αντιμετώπιση της πολεοδομικής νομοθεσίας που μετά τον 1337/83 υποβαθμίζεται συνεχώς (λες και το ΠΑΣΟΚ αφού έκανε έναν (περίπου καλόν) οικιστικό νόμο με τον Τρίτση, βάλθηκε στη συνέχεια να τον υπονομεύσει). Η περίπτωση της παρ. 4: απολύτως απαράδεκτη ρύθμιση, αν περάσει όπως είναι: όλοι οι ιδιοκτήτες θα επιλέγουν «μόνο χρήμα»- που είναι φθηνό και μακριά από τις πραγματικές αξίες γης, με συνέπεια ειδικά οι δυναμικά αναπτυσσόμενοι μεσαίοι οικισμοί, οι περιοχές τουρισμού κλπ, να γίνουν κάποια οικιστικά μορφώματα με μόνα κοινόχρηστα τα μονοπάτια των μουλαράδων, τα δρομάκια των κτηματομεσιτών κ.ο.κ. Να φύγει τελείως η περίπτωση «μόνο χρήμα» από την τροπολογία αυτή.