Home Ομιλίες Τοποθέτηση της Ασημίνας Ξηροτύρη στην Επερώτηση της Ν.Δ. για το Λάδι.

Τοποθέτηση της Ασημίνας Ξηροτύρη στην Επερώτηση της Ν.Δ. για το Λάδι.

E-mail Εκτύπωση PDF
Ξανασυζητάμε σήμερα το ζήτημα ενός από τα πιο σημαντικά αγροτικά προϊόντα της Ελλάδας, με το οποίο είμαστε όλοι πολύ στενά δεμένοι. Ιστορικά, οικονομικά, κοινωνικά. Και συζητάμε για μια ακόμη φορά κάτω από το βάρος μιας κοινής διαπίστωσης. Ότι οι έλληνες αγρότες – ελαιοπαραγωγοί τα τελευταία χρόνια έχουν υποστεί δραματική μείωση του εισοδήματός τους, ενώ δεν διαφαίνεται στο άμεσο μέλλον κάποια βελτίωση της κατάστασης, κυρίως λόγω μιας συγκεκριμένης κυβερνητικής πολιτικής. Το ελαιόλαδο ακολουθεί αντίστροφη πορεία σε σχέση με την αξία του. Ενώ αναγνωρίζεται σταδιακά η σπουδαιότητά του και καθιερώνεται στη διατροφική αλυσίδα, η ελαιοκαλλιέργεια αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα που ξεκινούν από την τιμή στον παραγωγό και συνεχίζουν στη διακίνηση, στη διαφήμιση, στις εξαγωγές, στο εμπόριο γενικά. Υπάρχει ένα ορόσημο στην πρόσφατη ιστορία του προϊόντος που πρέπει να ξαναδούμε. Είναι η τελευταία αναθεώρηση του Κανονισμού το 1998. Όπως έχουμε τονίσει ήδη πολλές φορές και το νέο καθεστώς που αποφασίστηκε τότε, είναι σαφώς δυσμενέστερο για την ελαιοκαλλιέργεια για τους εξής λόγους: 1.Καταργήθηκε η ελάχιστη δικλείδα που προσέφερε ο θεσμός της κοινοτικής παρέμβασης και οι ελαιοπαραγωγοί ουσιαστικά δεν προστατεύονται από τις τυχόν χαμηλές τιμές της αγοράς. Να σημειωθεί ότι το ελαιόλαδο είναι από τα προϊόντα όπου ο παραγωγός διαμορφώνει το εισόδημά του κυρίως από την εμπορική τιμή και συνεπώς, με την κατάργηση ενός μηχανισμού άμυνας, όπως η παρέμβαση, συμπιέστηκαν προς τα κάτω οι εμπορικές τιμές και το εισόδημα των παραγωγών. 2. Ήταν μεταβατικό μέχρι το 2001 και όχι μέχρι το 2006 όπως αποφασίστηκε για άλλα προϊόντα (σιτηρά, βόειο κλπ) με την Agenda 2000. Με δεδομένη την πρόθεση της Ε.Ε. να μειωθούν οι δαπάνες για το γεωργικό τομέα, προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες της διεύρυνσης και οι άλλες πολιτικές δαπάνες για τον τομέα του ελαιόλαδου θα δεχθούν μεγάλη πίεση. Στο θέμα αυτό, παρότι η Κυβέρνησή σας διακήρυσσε ότι θα διαπραγματευθεί συνολικά για όλα τα προϊόντα στα πλαίσια της Agenda 2000, τελικά στη σύνοδο του Βερολίνου δέχτηκε τα ελληνικού ενδιαφέροντος προϊόντα (καπνός, βαμβάκι, λάδι) να μη ρυθμιστούν ταυτόχρονα με τα σιτηρά, το βόειο και το γάλα, με αποτέλεσμα να δέχονται πιέσεις για μείωση της στήριξής τους. 3. Καταργήθηκε η στήριξη των «μικρών» παραγωγών (στην Ελλάδα, το 60% των παραγωγών καταγράφονταν ως μικροί). Δεν υπήρξε όμως, σε αντικατάσταση της κατάργησης, υιοθέτηση μιας ειδικής πολιτικής για τις μειονεκτικές περιοχές και για τους πραγματικά μικρούς παραγωγούς αυτών των περιοχών. 4. Παρά το ότι τα τελευταία χρόνια η πραγματική παραγωγή αυξήθηκε σημαντικά, η συνολική κοινοτική δαπάνη για το προϊόν έμεινε ίδια. Η κακομεταχείριση όμως του προϊόντος από την κυβερνητική πολιτική δεν σταματάει εδώ. Οι επιδοτήσεις του λαδιού κινδυνεύουν σοβαρά από την ολιγωρία της Κυβέρνησης και του Υπουργείου Γεωργίας στη σύνταξη του Ελαιοκομικού Μητρώου. Έπρεπε να είχε ολοκληρωθεί από το 1998. Τα χρήματα για την κατάρτισή του υπάρχουν και προέρχονται από παρακρατήσεις στις ενισχύσεις των παραγωγών. Η μοίρα όμως που του επιφυλάχθηκε είναι ανάλογη με τη μοίρα όλων των σχετικών έργων (Κτηματολόγιο, Μητρώο Αγροτών). Η Commission έδωσε πρόσφατα μια παράταση μέχρι το 2003 και όπως αναφέρουμε και σε ανάλογη ερώτηση που καταθέσαμε πρόσφατα, είμαστε η μόνη χώρα που δεν έχει προχωρήσει στη σύνταξη του Ελαιοκομικού Κτηματολογίου και που είναι αμφίβολο, αν θα έχει ολοκληρωθεί μέχρι τότε. Κι’ επειδή ο κ. Υπουργός δηλώνει συχνά με ικανοποίηση ότι έχει γίνει ήδη η αεροφωτογράφιση , θα τον ενημερώσουμε ότι σύμφωνα με στοιχεία που διαθέτουμε, ο χαρακτηρισμός των ελαιοτεμαχίων γίνεται πάνω στις αεροφωτογραφίες μετά από υπόδειξη του ίδιου του παραγωγού. Αξιόπιστο όμως Μητρώο προκύπτει με αποτύπωση εδάφους και στα πραγματικά αγροτεμάχια κι’ όχι από τα χαρτιά. Προσπαθούμε να διακρίνουμε κυβερνητικές πρωτοβουλίες και συγκεκριμένα μέτρα υπεράσπισης και στήριξης του προϊόντος αλλά δεν βλέπουμε. Μιλάμε για προβλήματα που όλοι μας λίγο – πολύ έχουμε επισημάνει κατά καιρούς. Και επειδή κατά κόρον ο κ. Υπουργός μας θυμίζει ότι τις τιμές δεν τις καθορίζει η κυβέρνηση αλλά η αγορά, ας μας απαντήσει σε μερικά εύλογα ερωτήματα που σχετίζονται πολύ με τη διαμόρφωσή τους. Με ποιο τρόπο θα υποχρεωθούν οι Ιταλοί και οι βιομηχανικές τυποποιήσεις στην Ελλάδα να αγοράζουν ακριβότερα το ελληνικό λάδι; Πώς γίνεται να αγοράζεται το λάδι με 600 δρχ. το κιλό και να πουλιέται με 1500; Γνωρίζει ότι στα ράφια των καταστημάτων των Βρυξελλών υπάρχουν ισπανικά και ιταλικά λάδια αλλά όχι ελληνικά; Γνωρίζει ότι το δικό μας πλεονέκτημα δεν είναι το ελαιόλαδο γενικώς αλλά το extra παρθένο και η κατά περιοχή ιδιαιτερότητά του; Ότι αυτό το συγκεκριμένο προϊόν χρειάζεται τη διαφήμιση και την προβολή; Μιλώντας όμως για ποιότητα και προβολή του ελληνικού λαδιού, πρέπει να αναφερθούμε συγκεκριμένα στην αμφισβήτησή του, που έχει ξεκινήσει προκειμένου να ενοχοποιηθεί το προϊόν αυτό είτε από διατροφική είτε από περιβαλλοντική άποψη. Πρόσφατη είναι η εκστρατεία κατά της «επικινδυνότητας» του λαδιού, λόγω περιεκτικότητας σε βενζοπυρένιο, όταν είναι γνωστό ότι βενζοπυρένιο περιέχουν μόνο τα πυρηνέλαια και η περιεκτικότητα έχει να κάνει με τη μέθοδο εξαγωγής των πυρηνελαίων ή ενδεχομένως με την καλλιεργητική περιοχή. Σε κάθε περίπτωση όμως η Ε.Ε. έχει βάλει τα όρια με δικά της δεδομένα και θέλει να αγνοεί ευρωπαϊκά προϊόντα πάρα πολύ υψηλής περιεκτικότητας σε βενζοπυρένιο, όπως η χοιρινή μπριζόλα. Μπροστά λοιπόν σ’ αυτή τη νέα κατάσταση απαιτείται άμεσα η διεξαγωγή έρευνας και ελέγχου στην παραγωγή αλλά και αυστηρών ελέγχων στις εξαγωγές. Από την άλλη, περιβαλλοντικές Οργανώσεις (π.χ. WWF) έχουν επιδοθεί σ’ έναν αγώνα ενοχοποίησης της ελαιοκαλλιέργειας για την επιβάρυνση του περιβάλλοντος και τη θεωρούν υπεύθυνη για το φαινόμενο της ερημοποίησης. Πρώτα και κύρια λοιπόν χρειάζεται μεγαλύτερο ενδιαφέρον από την κυβέρνηση. Επίμονες διαπραγματεύσεις υπέρ της κοινοτικής προστασίας και των θεσμών ενίσχυσης των παραγωγών με ιδιαίτερη έμφαση στους μικρούς παραγωγούς και τις προβληματικές περιοχές. Κινητοποίηση όλων των μηχανισμών για την εξυγίανση της εμπορίας, την ενίσχυση της εξαγωγικής προσπάθειας, την προβολή του λαδιού στο εξωτερικό στη βάση των ποιοτικών του χαρακτηριστικών και της προέλευσής του.