Home Ομιλίες Τοποθέτηση της Βουλευτού Ασημίνας Ξηροτύρη - Αικατερινάρη για τον Προϋπολογισμό 2000 - 2001 στην Ολομέλεια

Τοποθέτηση της Βουλευτού Ασημίνας Ξηροτύρη - Αικατερινάρη για τον Προϋπολογισμό 2000 - 2001 στην Ολομέλεια

E-mail Εκτύπωση PDF
1.ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΣΥΓΚΥΡΙΑ – ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ Με τη δέσμευση που έχει αναλάβει η Ελλάδα απέναντι στην Ε.Ε. για να υποβάλει το (πρώτο) πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης και με την αβεβαιότητα της πορείας της ισοτιμίας δολαρίου και πετρελαίου καταρτίστηκε ο Κρατικός Προϋπολογισμός. Οι προβλέψεις για το δολάριο και την τιμή του πετρελαίου θεωρούνται υπεραισιόδοξες και συνεπώς υπάρχουν πολλές επιφυλάξεις για την εκτέλεση του προϋπολογισμού. Πέραν αυτών προβλέπεται να ενταθεί το πρόβλημα της εισροής κεφαλαίων από την Ε.Ε. και το πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (Π.Δ.Ε.). Αν λάβουμε υπ’ όψιν ότι οι όροι χορήγησης κεφαλαίων από την Ε.Ε. γίνονται αυστηρότεροι, ενώ η οργάνωση της χώρας για το σχεδιασμό, τη διαχείριση και την απορρόφηση υστερεί υπερβολικά και σήμερα περιπλέκεται ακόμη περισσότερο, με το νόμο που πρόσφατα πέρασε για τη διαχείριση του Γ’ Κ.Π.Σ., τότε οι προβλέψεις εισροής κεφαλαίων από την Ε.Ε. τίθεται εν αμφιβόλω. Γενικά και στον τομέα των εισροών ο προϋπολογισμός κρίνεται ως πολύ αισιόδοξος, σε σχέση με την ετοιμότητα του κρατικού μηχανισμού για τις για τις εγκρίσεις και απορροφήσεις. Το Γ’ Κ.Π.Σ. δεν έχει εγκριθεί ακόμη, όπως και κανένα από τα 13 Περιφερειακά και τα 11 τομεακά επιχειρησιακά προγράμματα. Τίθεται λοιπόν σε κίνδυνο και η αναδρομική επιλεξιμότητα έγκρισης δράσεων του Γ’ Κ.Π.Σ.. Προβλέπεται ότι η απορροφητικότητα θα ανέλθει στο 79% της Δημόσιας δαπάνης (χωρίς συμμετοχή των ιδιωτών) και στο 77% του συνολικού κόστους. Για τις κοινοτικές πρωτοβουλίες προβλέπεται απορροφητικότητα στο 95% της δημόσιας δαπάνης. Η εκτίμησή μας είναι ότι οι προβλέψεις αυτές είναι υπεραισιόδοξες και η Κυβέρνηση λόγω δικών της ευθυνών γνωρίζει πολύ καλά ότι δεν θα το επιτύχει. (Παραδείγματα: Για το 1999 είχε προβλεφθεί ότι το καθαρό δημοσιονομικό όφελος από δοσοληψίες με Ε.Ε. θα έφθανε στις 1.870 δις δρχ και τελικά περιορίσθηκε στα 1.547 δις δηλαδή απόκλιση 343 δις ή μείον 17,30%. Για φέτος προβλέπεται όφελος 1.985 δις, ενώ στην έκθεση του προϋπολογισμού για το 2001 περιορίζεται στα 1.834 δις δρχ.) Πέραν των παραπάνω πρέπει να αναφέρουμε ότι στην εισηγητική έκθεση για τον κρατικό προϋπολογισμό του 2001 αναφέρεται ότι οι απολαβές από την ΕΕ θα μειωθούν κατά 2,6%. Και αυτό γιατί από 1/1/2001 σχεδόν δεν θα υπάρχουν προκαταβολές αφού θα καταβάλλονται έναντι τελικών πληρωμών. Έτσι για το 2001 οι έναντι πληρωμές θα περιορισθούν στο 3,5% των συνολικών. Αυτά ως προς τη λογιστική διάσταση και τις αλχημείες των αριθμών, γιατί ο προϋπολογισμός που συζητάμε σήμερα στερείται ουσιαστικής πολιτικής. Μπορεί να παρουσιάζεται ως λιγότερο σκληρός προς τις ασθενέστερες τάξεις, απ΄ ό,τι οι προηγούμενοι αλλά έχει τη μορφή ελεημοσύνης προς τους εργαζόμενους, τους συνταξιούχους και τους ανέργους, ενώ δεν θίγει κανένα από τα προνόμια των τελευταίων ετών που έχουν παραχωρηθεί στις επιχειρήσεις, στην αγορά, στο κέρδος. Συνεχίζει να ευνοεί τη συσσώρευση πλούτου χωρίς έλεγχο στις επενδύσεις της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, χωρίς εθνικό και περιφερειακό σχεδιασμό για ισόρροπη ανάπτυξη που θα δημιουργεί θέσεις εργασίας. Αυτός ο προϋπολογισμός μας προσγειώνει και πάλι στην πραγματικότητα, ότι δηλαδή τα ψευδεπίγραφα σοσιαλδημοκρατικά σχήματα βρέθηκαν σε πλήρη αδυναμία ακόμη και για τι πιο ήπιες μεταρρυθμίσεις, για τις πιο απλές διαμεσολαβήσεις μεταξύ του κεφαλαίου και της εργασίας. Το τεχνητό πλεόνασμα, η ατεκμηρίωτη υπεραισιοδοξία δεν μπορούν να κρύψουν τα πραγματικά κοινωνικά ελλείμματα και παρά τις προεκλογικές εξαγγελίες ο φετινός προϋπολογισμός στηρίζεται στη λογική των μονόπλευρων θυσιών χωρίς να επιχειρεί τις αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές για τη φορολογική μεταρρύθμιση με δικαιοσύνη, την αναδιανομή του πλούτου και των εισοδημάτων για τη διεύρυνση της κοινωνικής προστασίας. Οι εξαγγελίες είναι ανεπαρκείς αφού η πολιτική του προβλέπει αυξήσεις μόνο το 2,2%, δηλαδή κάτω του πληθωρισμού , πριμοδοτεί εξωφρενικές δαπάνες για εξοπλισμούς ενώ αφήνει ανέπαφα τα κέρδη των ωφελημένων από την πολιτική της λιτότητας και τη διάχυση της παραοικονομίας. Προεκλογικές διακηρύξεις της Κυβέρνησης και κοινός τόπος για όλους μας η επίλυση των δύο μεγάλων προβλημάτων που συνδέονται με την κοινωνική πολιτική η εργασία και η ασφάλιση. Τομείς που άμεσης παρέμβασης όταν η ανεργία ξεπερνά το 12% και το ασφαλιστικό σύστημα καταρρέει. Όταν στη χώρα μας υπάρχουν 520.000 άνεργοι, ο κύριος φορέας απασχόλησης και προστασίας των ανέργων επιχορηγείται με το εξωφρενικό κονδύλι των 8,5 δις. Τα χρήματα αυτά δεν επαρκούν ούτε για τις δαπάνες του προσωπικού του Οργανισμού ο οποίος για να λειτουργήσει θα στραφεί για άλλη μια φορά στις εκροές από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο. Για να κάνει πολιτική θα στηριχθεί μόνο στις εισφορές των εργαζομένων και εργοδοτών και θα ψάχνει από μας την περιβόητη κοστολόγηση για την αύξηση του επιδόματος ανεργίας στους μακροχρόνια άνεργους και την εξασφάλιση της ασφάλισής τους. Στα θέματα της κοινωνικής ασφάλισης τα πράγματα είναι χειρότερα. Από το κράτος οφείλεται στο ΙΚΑ περί το 1 τρις δρχ. Όμως η επιχορήγηση του ΙΚΑ παραμένει στα περσινά επίπεδα (207 δις) και είναι αναμενόμενο αυτό να καταφύγει σε δανεισμό με δυσμενέστατους όρους. Εντελώς σε αντίθετη κατεύθυνση η Κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να προχωρήσει στη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών των επιχειρήσεων μέχρι και 30% προκειμένου να δελεάσει τους εργοδότες να κάνουν νέες προσλήψεις. Το πώς θα καλυφθεί αυτή η «μαύρη τρύπα» από τον προϋπολογισμό δύσκολα κανείς πείθεται από τους αριθμούς του, δηλαδή μόνο τα 10 δις, που αντιστοιχούν σε ελάχιστες προσλήψεις. Θα αναφερθώ τώρα στα προβλήματα εισροών από την ΕΕ και της αξιοποίησης αυτών μέσω του Β’ Κ.Π.Σ. και κατ’ επέκταση του Π.Δ.Ε. και τις ανάγκες αξιοποίησης του Γ’ Κ.Π.Σ 2.Προβλήματα κατά την εφαρμογή του Β’ Κ.Π.Σ. ανάγκη πληρέστερης αξιοποίησης του Γ΄ Κ.Π.Σ. Συνεχίστηκαν και στο Β’ Κ.Π.Σ. μια σειρά από προβλήματα που έχουν βλάψει την αποτελεσματικότητα των διαρθρωτικών ταμείων, συνεχίζουν δηλαδή να αποτελούν εμπόδιο τόσο στην έγκαιρη απορρόφηση όσο και στην αποτελεσματική χρήση των πόρων. Πέρα από τα πολύ σοβαρά Τεχνικά - Διοικητικά και Πολιτικά προβλήματα ανάμεσα στις Κοινοτικές – Εθνικές και Περιφερειακές ή Τοπικές Αρχές για τα προβλήματα των καθυστερήσεων, το βασικότερο για μας πρόβλημα είναι αυτό της κατεύθυνσης των πόρων. Επειδή και σε επίπεδο Βρυξελλών αλλά και σε εθνικό επίπεδο φορείς ή και ομάδες συμφερόντων ασκούν πιέσεις, οι πόροι κατευθύνονται περισσότερο με πολιτικά και λιγότερο με οικονομικά και κοινωνικά κριτήρια. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι κοινοτικές εισροές και οι συμπληρωματικές αυτών από το Π.Δ.Ε. να έχουν πολύ περιορισμένα αποτελέσματα στην ανάπτυξη και κυρίως στην απασχόλησης και κατ΄ επέκταση στη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής και την επίτευξη της πραγματικής σύγκλισης. Τα παραπάνω προβλήματα όχι μόνο δεν έχουν επιλυθεί αλλά διαρκώς διογκώνονται , αφού η βασικότερη προϋπόθεση των σοβαρών αλλαγών στη Δημόσια Διοίκηση όπως η ενδυνάμωσή της και η Δημοκρατική και αποκεντρωμένων λειτουργία, δεν προωθείται. Μαζί με τις απαραίτητες αυτές διαρθρωτικές αλλαγές και την ενδυνάμωση της Δημόσιας Διοίκησης, πρέπει να τονισθεί ότι η απορροφητικότητα δεν είναι ταυτόσημη έννοια με την αποτελεσματικότητα. Τα προγράμματα των διαρθρωτικών ταμείων της Ε.Ε. μέσω της εισροής πόρων θα πρέπει να είναι εργαλεία άμεσης πολιτικής διαρθρωτικής παρέμβασης που σε συνδυασμό με τη χρήση των εθνικών πόρων να δημιουργήσουν συνθήκες ενδογενούς ανάπτυξης με τη βελτίωση των παραγωγικών δυνατοτήτων της οικονομίας και να προωθήσουν τη κοινωνική συνοχή, μέσα από την καταπολέμηση της ανεργίας και του κοινωνικού αποκλεισμού και την ισόρροπη ανάπτυξη των περιφερειών της χώρας. Με κυρίαρχο για μας δεδομένο το πρόβλημα της ανεργίας και της ισόρροπης ανάπτυξης, οι πόροι των εθνικών και κοινοτικών προγραμμάτων τόσο στην αρχή δηλαδή 2000 – 2001 της διαχείρισης του Γ’ Κ.Π.Σ. (για την οποία συζητάμε με τον εν λόγω προϋπολογισμό) όσο και μέχρι το τέλος του 2006 θα πρέπει να κατανεμηθούν έχοντας ως βασικές προτεραιότητες: ·Την ενδυνάμωση και τον προσανατολισμό των διαρθρωτικών πόρων προς όφελος της απασχόλησης. ·Τις υποβαθμισμένες περιοχές και τις περιοχές που είναι θύλακες της ανεργίας. ·Τις ενέργειες για την εκπαίδευση και την κατάρτιση. ·Τις παρεμβάσεις με στόχο την τοπική ανάπτυξη με ιδιαίτερη προσοχή στις περιοχές της υπαίθρου και αυτό σε σχέση με τη κοινή Γεωργική Πολιτική και Ανάπτυξη. ·Τις ενέργειες προς όφελος των ευπαθών κοινωνικών ομάδων (νέοι, μακροχρόνια άνεργοι, γυναίκες, κοινωνικά αποκλεισμένες ομάδες κ.λπ.) ·Στις παρεμβάσεις που αφορούν τις υποδομές που συμβάλλουν στην τοπική ανάπτυξη, την απασχόληση και την προστασία του περιβάλλοντος. ·Στη μεταφορά αυξημένων αρμοδιοτήτων στους κοινωνικούς εταίρους κύρια στην περιφέρεια της Αυτοδιοίκησης και Τοπικούς φορείς, με πόρους και μέτρα για την ενδυνάμωσή τους, για τη μεγαλύτερη και αποτελεσματικότερη εμπλοκή τους σε όλα τα επίπεδα: Σχεδιασμό (διαμόρφωση), ωρίμανση, παρακολούθηση, διαχείριση και αξιολόγηση των διαρθρωτικών παρεμβάσεων. Από τον ορίζοντα όμως της Κυβερνητικής πολιτικής απουσιάζει εντελώς μια συστηματική καταγραφή και ιεράρχηση των αναγκών των κοινωνικά ασθενέστερων, όπως και πολλών περιοχών που η ανεργία συνεχίζει να είναι εγκατεστημένη και η ανάπτυξη δεν τους έχει κτυπήσει τη πόρτα. Εμείς δεν μιλούμε μόνο για τις ισχνές ατομικές εισοδηματικές ενισχύσεις – που αποκαλούμε ελεημοσύνες και οι οποίες έπρεπε να είναι κατά πολύ υψηλότερες, αναφερόμαστε και στην ανάγκη μέσα από τα αναπτυξιακά προγράμματα για μια σημαντική βελτίωση των παρεχόμενων συλλογικών αγαθών, σε συνεργασία με την Αυτοδιοίκηση και τους Τοπικούς φορείς και τις Συγκοινωνίες μέχρι τους χώρους πράσινου και τους παιδικούς σταθμούς και βέβαια τις υπηρεσίες υγείας, παιδείας, πολιτισμού. Ελάχιστα είναι αυτά τα μέτρα και πάντα αποφασίζονται αποσπασματικά, όπως το προεκλογικό «δεκαχίλιαρο» ή εφαρμόζονται περιστασιακά σε λίγες περιοχές. Χωρίς συγκεκριμένο πρόγραμμα και με αυξήσεις της τάξεως του 8% για την παιδεία, την υγεία, την εργασία και κοινωνική ασφάλιση, στήριξη του κοινωνικού κράτους δε γίνεται. 3.Διαχείριση και κατανομή των πόρων του προϋπολογισμού του 2001. Τελικά είναι και πάλι χαμένοι η Περιφέρεια και η Γεωργία, όπως και Αποκεντρωμένοι φορείς και η Αυτοδιοίκηση. Παρά τις γενικές εξαγγελίες περί του 80% των πόρων του Γ΄ Κ.Π.Σ. δηλαδή ποσό 14 τρις που κατευθύνονται στην Περιφέρεια, μέχρι το 2006 στην ουσία λιγότερη από το 30% αυτού δηλαδή τα 3,7 τρις θα διατεθεί στα Περιφερειακά Προγράμματα και θα τα διαχειρισθούν μέχρι τέλους οι τοπικοί φορείς, άρα στην ουσία και τα εξασφαλίζουν. Τα υπόλοιπα παρ΄ όλο, που είναι εύλογο μέχρι σ΄ ένα βαθμό να τα διαχειρισθούν τα καθ΄ ύλην αρμόδια Υπουργεία και οι κεντρικοί φορείς όταν αφορούν εθνικού επιπέδου έργα στην Περιφέρεια, ποτέ μέχρι σήμερα δεν ήταν διακριτός αυτός ο διαχωρισμός και όπου αυτός ήταν, τις περισσότερες φορές η διαχείριση και η τροποποίηση στην χρόνο, αυτών των προγραμμάτων, ήταν υπέρ των παρεμβάσεων στο κέντρο. Ένα πολύ σημαντικό παράδειγμα που ενισχύει τις ανησυχίες μας είναι η αναφορά στο κεφ. 4 της εισηγητικής έκθεσης (σελ. 93) «Κατανομή των πιστώσεων του ΠΔΕ κατά φορέα» στις πιστώσεις στον τομέα Διαφορα, όταν κατανέμονται 169 δις δρχ, το 2001, έναντι 96,4 δις το 2000, δηλαδή αύξηση 75,2% με κύρια αναφορά για τον τομέα αυτών στα έργα της διοργάνωσης των Ολυμπιακών Αγώνων. Παρ΄ όλο που υπάρχει και δεύτερη αναφορά για πιστώσεις, για μελέτες και έργα των Ολυμπιακών Αγώνων με τον ειδικό πίνακα της σελ. 95, στον οποίο πίνακα δεν διευκρινίζεται το ποσό που τελικά δεσμεύεται για τα έργα αυτά το 2000 και 2001. ʼλλο παράδειγμα. Η ύπαιθρος και γενικά η χώρα μας θα αντιμετωπίσει σε λίγα χρόνια πρόβλημα λειψυδρίας. Στο ΠΔΕ για τα εγγειοβελτιωτικά έργα προβλέπονται πιστώσεις 45 δις δρχ. έναντι 60 δις δρχ. κατά 2000, τα οποία κατανέμονται για τα έργα αντιμετώπισης της λειψυδρίας αλλά και γενικότερα στα έργα εγγείων βελτιώσεων που τόσο τα έχει ανάγκη ο Αγροτικός Τομέας για την Ανάπτυξη και Βελτίωσή του. ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ 2001 ΚΑΙ ΑΓΡΟΤΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ Το μέλλον της ελληνικής γεωργίας και η θέση της στην ευρωπαϊκή και διεθνή αγορά εξαρτώνται κατ’ εξοχήν από την ικανότητά της να προσαρμόζεται στις νέες συνθήκες ανταγωνισμού που διαμορφώνονται. Είναι πλέον επείγουσα ανάγκη να αναληφθεί το πολιτικό και οικονομικό κόστος για την προώθηση των απαραίτητων προσαρμογών, ώστε να υπάρξει ένα βιώσιμο μέλλον για την ελληνική γεωργία. Η ανάπτυξη της γεωργίας πρέπει να αποτελεί μέρος της συνολικής ανάπτυξης της υπαίθρου, και για να γίνει αυτό θα πρέπει να προωθηθεί η ανάπτυξη σε οικονομικό, κοινωνικό και πολιτιστικό επίπεδο. Πάγια εικόνα των τελευταίων χρόνων αποτελεί η στασιμότητα του ύψους των γεωργικών επενδύσεων, επιδοτήσεων και του μεγέθους των εξαγωγών. Οι οριακές μειώσεις ή αυξήσεις στον αγροτικό τομέα δεν είχαν ουσιαστικά αποτελέσματα. Αν δεν υπάρξει ριζική και γενναία αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών, το μέλλον θα σφραγιστεί από τη μείωση του αγροτικού εισοδήματος την εγκατάλειψη και ερήμωση της υπαίθρου, την περαιτέρω αύξηση της ανεργίας, την υποβάθμιση του περιβάλλοντος. Στον ανά χείρας προϋπολογισμό η συμμετοχή της γεωργίας κατά 1,2% στο Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΠ) και κατά 3,5% στις κρατικές δαπάνες του 2001 δείχνουν ότι ο αγροτικός τομέας είναι για την κυβέρνηση και αυτή της φορά δευτερεύουσας σημασίας. Οι δαπάνες προβλέπεται να αυξηθούν κατά 6% (7,9% αύξηση στους εθνικούς πόρους και 3,5% αύξηση στους κοινοτικούς), ποσοστό αύξησης που αντιπροσωπεύει το 45% της περσινής αύξησης που ήταν 11%. Επιπλέον, το ποσοστό 7,9% της εθνικής ενίσχυσης είναι πλασματικό αφού ένα σημαντικό μέρος της, που αφορά στην εθνική συμμετοχή σε συγχρηματοδοτούμενα από την Ε.Ε. προγράμματα, είναι μεταφερόμενα κονδύλια από το φετινό κρατικό προϋπολογισμό. Αν σε αυτά προσθέσουμε και τη μόνο κατά 2% αύξηση των κονδυλίων για το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ) στη γεωργία, τότε βλέπουμε πως δεν υπάρχει κανένας σοβαρός μακροπρόθεσμος σχεδιασμός στο χώρο. Είναι γνωστό ότι η φετινή χρονιά ήταν από τις πιο δύσκολες για τον Έλληνα αγρότη και, απ’ ό,τι προβλέπει η κυβέρνηση, η ερχόμενη χρονιά δεν πρόκειται να ανατρέψει την καθοδική πορεία που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στο αγροτικό εισόδημα. Μάλιστα, η πορεία αυτή αποτυπώνεται στον προϋπολογισμό του 2001 από τη μηδενική αύξηση των εσόδων του ΕΛΓΑ, αφού στασιμότητα στις εισφορές από πωλήσεις φυτικών και ζωικών προϊόντων σημαίνει και στασιμότητα στο αγροτικό εισόδημα. Ο φετινός προϋπολογισμός παρουσιάζει λοιπόν τις ίδιες ανεπάρκειες με αυτούς των προηγουμένων χρόνων. Για μια ακόμη φορά δεν χρηματοδοτούνται οι τόσο απαραίτητες διαρθρωτικές παρεμβάσεις στον αγροτικό τομέα, που θα μπορούσαν έστω στο πάρα πέντε να λειτουργήσουν σε θετική κατεύθυνση και να άρουν εν μέρει τις μόνιμες αδυναμίες του. Το Υπουργείο Γεωργίας, οδηγείται με την πολιτική που ακολουθεί η Κυβέρνηση σε μαρασμό και διάλυση και αυτό γίνεται φανερό και στο Τακτικό Προϋπολογισμό του 2001. Σε πείσμα της πραγματικότητας και αγνοώντας το έντονο ανταγωνιστικό περιβάλλον, το Υπ. Γεωργίας συνεχίζει να μην αντιλαμβάνεται τις νέες ανάγκες που διαμορφώνονται στον αγροτικό τομέα και στην αναγκαιότητα στήριξης της υπαίθρου. Συνεχίζει να παίζει το ρόλο του διαχειριστή και διανομέα κοινοτικών ενισχύσεων και να αδιαφορεί για το ρόλο που η αγροτική ανάπτυξη περιμένει και απαιτεί απ’ αυτό. Από τον Τ.Π. 2001 μια πρώτη εικόνα είναι ότι καταγράφεται σοβαρή απουσία ενίσχυσης της έρευνας και τεχνολογίας, της εκπαίδευσης, της εκπόνησης προγραμμάτων και ελέγχων. Έτσι, εκτός από τον ΟΠΕΚΕΠΕ, ο οποίος αναλαμβάνει στη θέση της ΔΙΔΑΓΕΠ και που αφορά εξασφάλιση και διαχείριση επιδοτήσεων, οι επιχορηγήσεις σε Νομικά Πρόσωπα Δ.Δ. όπως οι Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις και οι ΟΤΑ καθώς και οι ανάλογοι Οργανισμοί λαμβάνουν τις ελάχιστες ενισχύσεις ή στην καλύτερη περίπτωση στα επίπεδα του προηγούμενου Τ.Π. Επί πλέον τα Κεντρικά Ταμεία Γεωργίας, Κτηνοτροφίας και Δασών στερούνται στοιχειωδών πόρων για τη λειτουργία τους και αφήνουν στην τύχη τους επιμέρους παραγωγικούς τομείς όπως η αλιεία. Ακόμη ενώ από τους υπό κατάργηση Οργανισμούς Βάμβακος και Καπνού αφαιρούνται κονδύλια, δεν παρατηρείται η ενίσχυση άλλων υπηρεσιών όπως το ΕΘΙΑΓΕ που θα μπορούσε να υποκαταστήσει εν μέρει έστω λειτουργίες των Οργανισμών αυτών ενώ η ενίσχυση που προβλέπεται για τον ΕΛΓΑ στα επίπεδα του 99 αποδεικνύει ότι η αναγκαία επέκταση του σε όλους τους τομείς της παραγωγής δεν υλοποιείται. Πολλές από τις ανάγκες που διαπιστώνουμε εδώ ενδεχομένως να παραπέμπονται σε στήριξη από το Γ’ Κ.Π.Σ. για το οποίο όμως δεν γνωρίζουμε αν θα εγκριθεί τελικά με το περιεχόμενο που έχει υποβληθεί και το σπουδαιότερο, αν η ίδια η έγκριση τέτοιων προγραμμάτων δεν «σκοντάψει» στις εγγενείς αδυναμίες των δομών του Υπουργείου Γεωργίας, το οποίο σύμφωνα και με επίσημες δηλώσεις κυβερνητικών παραγόντων δεν είναι σε θέση να υλοποιήσει. Είναι βέβαιο ότι η μετονομασία του σε Υπουργείο Γεωργίας και Ανάπτυξης της Υπαίθρου δεν αρκεί. Τμήμα Γυναικών Πολιτική για την ισότητα. Στον προϋπολογισμό του 2001 εγγράφεται κονδύλι 479.000.000 δρχ. έναντι 332.000.000 δρχ. πέρσι. Παρά τη σχετική αύξηση κρίνεται τελείως ανεπαρκές για να στηρίξει μέτρα και στρατηγικές στα πλαίσια του mainstreaming (δηλ. της ένταξης της ισότητας στο σύνολο των πολιτικών). Σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, η προώθηση της ισότητας είναι συνάρτηση των πόρων που διατίθενται. Δεν είναι σαφές το προβλεπόμενο ποσό από τα κοινοτικά προγράμματα. Σε κάθε περίπτωση δεν είναι δυνατόν η πολιτική για την ισότητα να στηριχθεί κατά κύριο λόγο στις ειδικές εισροές π.χ. έγινε διϋπουργική επιτροπή για τη βία λόγω φύλου. Ποιοι είναι οι πόροι που τη στηρίζουν ή πως θα καλυφθεί η ανάγκη χρηματοδότησης των γυναικείων οργανώσεων; Αν αυτά συνδυαστούν και με τη μικρή αύξηση στο ποσοστό του ΑΕΠ των δαπανών του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων τότε ελάχιστο περιθώριο μένει για πολιτική με βάση το φύλο και ιδιαίτερα για την καταπολέμηση της υψηλής ανεργίας των γυναικών. Υγεία – Πρόληψη Ο οικογενειακός προγραμματισμός είναι βασικότατος τομέας προκειμένου να βρίσκουν εφαρμογή τα αναπαραγωγικά δικαιώματα των γυναικών και ζευγαριών. Οικονομική πρόβλεψη δεν υπάρχει σχετικά. Και δυστυχώς, ήρθε και ο τελευταίος νόμος για την υγεία, ο 2519/97, και απάλειψε την έννοια του οικογενειακού προγραμματισμού. Κι όμως υπάρχει ανάγκη οργάνωσης τέτοιων υπηρεσιών παντού, σε όλους τους νομούς, προκειμένου να παρέχουν συμβουλές και να βοηθούν στη γέννηση υγιών παιδιών. Η έξαρση των βαρειών μεταδοτικών ασθενειών (π.χ. AIDS), καθώς και οι πρόωρες εφηβικές εγκυμοσύνες, λόγω άγνοιας, κάνουν επιτακτική την ανάγκη για τέτοια κέντρα. Παιδικοί σταθμοί Εδώ υπάρχει πολύ μεγάλο πρόβλημα, λόγω της αβεβαιότητας που εξακολουθεί να επικρατεί ως προς το καθεστώς των παιδικών σταθμών, στο βαθμό που δεν έχουν ακόμη περάσει όλοι στους δήμους. Οι τελευταίοι θέτουν εδώ και χρόνια το ζήτημα της χρηματοδότησης στο μέλλον. Έχει δημιουργηθεί απαράδεκτη κατάσταση, που πρέπει πλέον να επιλυθεί. Πρέπει οι σταθμοί να περάσουν στους δήμους και να διασφαλιστούν οι συνθήκες της εύρυθμης λειτουργίας τους και φυσικά της επέκτασης της υποδομής για τη φύλαξη και διαπαιδαγώγηση των παιδιών. Ας, σημειωθεί, ότι η σχετική οικονομική ευθύνη ανέλαβε πλέον ο περιφερειάρχης, που συγκεντρώνει στα χέρια του όλα τα νήματα της οικονομικής εξουσίας στην περιφέρεια. Π.χ. είναι υπεύθυνος και για την ισότητας σε επίπεδο περιφέρειας. Η παράταση της εκκρεμότητας στους παιδικούς σταθμούς θα οδηγήσει σε συρρίκνωση και αυτήν ακόμη την ανεπαρκέστατη υποδομή και θα μετακυλίσει το κόστος στους γονείς. Αλλά τότε δεν μιλούμε για κοινωνική πολιτική. Επιδόματα πολυτέκνων κλπ. Η ελάχιστη αύξηση των επιδομάτων από 130 δις το 2000 και 1999, σε 137 δις για το 2001 δεν είναι αρκετή και σε αγοραστική αξία ίση ή κατώτερη του 1999. Τι γίνεται όμως και με τη στήριξη των μονογονεϊκών οικογενειών και των άγαμων μητέρων; Η επιδοματική πολιτική για όλες τις κατηγορίες είναι παραπάνω από απαραίτητη.