Τοποθέτηση της Βουλευτού Ασημίνας Ξηροτύρη-Αικατερινάρη στη συζήτηση για τον Προϋπολογισμό

Τετάρτη, 19 Δεκέμβριος 2001 02:00 Ομιλίες
Εκτύπωση
Ο προϋπολογισμός του 2002 δεν έχει καμία αναπτυξιακή δυναμική, ενώ παράλληλα δεν τον διακρίνει ούτε και αυτή τη φορά η κοινωνική πολιτική. Ακόμη και αυτό το 3,8% που προβλέπει ο προϋπολογισμός δεν προέρχεται από την αναπτυξιακή δυναμική της ελληνικής οικονομίας, αλλά οφείλεται στους Ευρωπαϊκούς πόρους, που πράγματι το 2002 θα φθάσουν στο 3,6% του ΑΕΠ. Αλλά ακόμη και για τη σωστή κατανομή και την έγκαιρη απορρόφηση των πόρων αυτών υπάρχουν σοβαρότατες, βάσιμες επιφυλάξεις αν θα τα καταφέρετε. Τα περισσότερα κονδύλια από το Π.Δ.Ε. που αφορούν στην πολιτική για την ανάπτυξη της Περιφέρειας: για διορθωτικές, νέες δράσεις και έργα, στην κατεύθυνση της μείωσης των ανισοτήτων, της συγκράτησης του πληθυσμού στην ύπαιθρο και της αντιμετώπισης οξύτατων προβλημάτων απασχόλησης σε πολλές περιοχές της χώρας όπου η ανεργία ξεπερνά το 40%, μειώνονται δραστικά και τα μόνα κονδύλια που διακρίνουν την αναπτυξιακή πολιτική είναι αυτά των Ολυμπιακών Αγώνων, που αυξάνονται κατά 182,4%. Είναι φανερό ότι η πολιτική αυτή που θα ενταθεί τα επόμενα χρόνια με την ανεξέλεγκτη αύξηση του κόστους των Ολυμπιακών Αγώνων υποθηκεύει το αναπτυξιακό μέλλον και ιδιαίτερα την περιφερειακή ανάπτυξη της χώρας. Δυστυχώς οι αριθμοί επιβεβαιώνουν την ανησυχία μας: - όταν τα κονδύλια για τα εγγειοβελτιωτικά έργα μειώνονται κατά 15,6% από τα ήδη χαμηλά του προϋπολογισμού του 2001 και παρά τα μεγάλα προβλήματα του αγροτικού μας τομέα, - όταν για την έρευνα και τεχνολογία τα ελάχιστα μέχρι σήμερα κονδύλια ελαττώνονται ακόμη περισσότερο, κατά 39,6%, - όταν για το περιβάλλον και τον οικισμό μειώνονται κατά 10,9%, παραβλέποντας έτσι για μια ακόμα φορά τη σημασία του χωροταξικού σχεδιασμού στην ισόρροπη Ανάπτυξη της χώρας, - όταν για την ένταξη νέων έργων και δράσεων στο Γ΄ΚΠΣ, που απαιτούσαν τα δύο πρώτα χρόνια τη μέγιστη δυνατή συνεργασία των φορέων ανάπτυξης της περιφέρειας με τους κεντρικούς φορείς και στη συνέχεια την υποστήριξή τους με μέσα, προσωπικό και πόρους για την ωρίμανση και έγκαιρη υλοποίηση των αναπτυξιακών δράσεων, δεν έχει γίνει σχεδόν τίποτα. Χάθηκαν έτσι τα δύο πολύτιμα πρώτα χρόνια, και προχωρείτε σήμερα σε αντίθετη κατεύθυνση, σε αυτή της αποδυνάμωσης των κοινωνικών εταίρων της Περιφέρειας και της Αυτοδιοίκησης τόσο στη συμμετοχή τους στο σχεδιασμό, όσο και στη στήριξή τους για να ανταπεξέλθουν στις μεγάλες απαιτήσεις του νέου συγκεντρωτικού, διαχειριστικού σχήματος του Γ΄ ΚΠΣ. Έτσι τα έργα και οι δράσεις αυτής της φύσεως, που θα δώσουν την προοπτική ενός άλλου τύπου ανάπτυξης, καρκινοβατούν και αδυνατούν να ενταχθούν έγκαιρα στα Επιχειρησιακά Προγράμματα και ούτε μπορεί να ελπίζει κανείς ότι αυτό θα γίνει στα τρία κρίσιμα επόμενα χρόνια, όταν στα χρόνια αυτά ακόμη και με νομοθετικές ρυθμίσεις όλη η κρατική μηχανή θα κινείται με βάση τις προτεραιότητες για τα έργα και δράσεις προετοιμασίας των Ολυμπιακών Αγώνων. Διαπιστώνεται έτσι η μεγάλη αδυναμία του Προϋπολογισμού στη δημιουργία μιας ισχυρής βάσης για μια ουσιαστική διαδικασία ανάπτυξης, συνδεδεμένης με το περιβάλλον, το χωροταξικό και δημοκρατικό σχεδιασμό, με τα αποτελέσματα της έρευνας και με την τεχνολογία, βασικές αρχές για την ισόρροπη αειφόρο ανάπτυξη της χώρας.Επίκαιρα αλλά με μακροχρόνια βαθύτατα αίτια είναι τα προβλήματα ανάπτυξης της Αγροτικής Οικονομίας μας και της στήριξης του αγροτικού κόσμου. Ο Προϋπολογισμός του 2002 μας δίνει τη δυνατότητα να συζητήσουμε και ν’ αναδείξουμε για άλλη μία φορά την κρισιμότητα του αγροτικού τομέα στην Ελλάδα, τομέα οικονομικής δραστηριότητας αλλά και κοινωνικής ισορροπίας. Ένα θέμα που επικαιροποιείται κατ’ εξοχήν με τις κινητοποιήσεις των αγροτών και την αγωνία τους να επιβιώσουν εργαζόμενοι κάτω από αντίξοες συνθήκες από κάθε άποψη. Τα δεδομένα του Προϋπολογισμού αρνούνται αυτήν την πραγματικότητα και αντιμετωπίζουν τον αγροτικό τομέα με τη λογική της ελάχιστης δυνατής συντήρησης κι όχι με τη λογική της ενίσχυσης και της ανάπτυξης. Μια λογική όμως ανάπτυξης και ενίσχυσης πρέπει να ξεκινάει από τα πραγματικά δεδομένα. Να παίρνει υπόψη της ότι το αγροτικό εισόδημα στην Ελλάδα έπεσε κάτω από το 50% του μέσου όρου του ευρωπαϊκού, ότι το 35% των αγροτών ζει κάτω από το όριο της φτώχιας κι ότι μόλις 1,4% της αύξησης του αγροτικού εισοδήματος για το 2000 (που επισημοποίησε η EUROSTATT) δεν δίνει καμία ελπίδα ανάκαμψης, μετά από δεκαετή συνεχή μείωση. Όταν μάλιστα δεν ομολογείται ότι η ελάχιστη αυτή αύξηση προκύπτει από τη συνεχιζόμενη μεγάλη μείωση των απασχολούμενων στη γεωργία κι ότι τα εισοδήματα είναι πολύ μικρότερα απ’ αυτά που καταγράφονται Ενδεικτικό παράδειγμα η άρνηση της κυβέρνησης να εγγράψει στον Προϋπολογισμό κονδύλια για την αγροτική έρευνα και κυρίως για την εξυγίανση του υπερχρεωμένου ΕΛΓΑ, ώστε να δημιουργήσει καλύτερους όρους προστασίας του αγροτικού εισοδήματος, παρά το ότι επίμονα ζητήθηκε από την αντιπολίτευση και τους φορείς των αγροτών. Μ’ αυτά τα στοιχεία λοιπόν, ποια μπορεί να είναι η προοπτική του αγροτικού τομέα με τον παρόντα Προϋπολογισμό; Οι από κοινού εμφανιζόμενες ενισχύσεις στη γεωργία το 2002 παρουσιάζουν μια αύξηση κατά 4,5% σε σχέση με πέρυσι, όταν οι εκτός προϋπολογισμού ενισχύσεις εμφανίζουν για πρώτη φορά μείωση κατά 3,4%. Προκύπτει έτσι το εύλογο ερώτημα, πώς θ’ ασκηθεί σοβαρή αγροτική πολιτική και με ποιες προϋποθέσεις θα κληθεί να λειτουργήσει η «διυπουργική επιτροπή υπαίθρου» που εξήγγειλε ο κ. Πρωθυπουργός μετά τον ανασχηματισμό; Πώς θα υλοποιηθεί ένα πρόγραμμα εθνικής σημασίας για τη συγκράτηση του αγροτικού πληθυσμού , την ισόρροπη ανάπτυξη και τη στήριξη της υπαίθρου; Το παρελθόν είναι ήδη βεβαρυμένο. Δυο κοινοτικά πλαίσια στήριξης δεν απέδωσαν, οι επιδοτήσεις στον αγροτικό τομέα δεν βοήθησαν τις διαρθρωτικές αλλαγές που έχει ανάγκη η ελληνική γεωργία και το Γ΄ ΚΠΣ μέχρι τώρα παρουσιάζει σοβαρές καθυστερήσεις στην ενίσχυση της Περιφέρειας. Η ανταγωνιστική γεωργία ως απάντηση στις ευρωπαϊκές και διεθνείς συνθήκες θέλει κονδύλια. Θέλει παραγωγή αγροτικών προϊόντων ποιότητας και διεύρυνση των εξαγωγών. Το πρόσφατο τρίτο Πανελλήνιο Συνέδριο Ανάπτυξης Εξαγωγών έδωσε τις διαστάσεις του προβλήματος. Εμπορικό Ισοζύγιο αρνητικό κατά 1,5 τρις. δρχ. κατά την τελευταία πενταετία. Ο Προϋπολογισμός του 2002 δεν δίνει τέτοιες απαντήσεις και ο άλλοτε κρίσιμος παραγωγικός και κοινωνικός χώρος της γεωργίας μετατρέπεται σταδιακά σε βάρος οικονομικό και κοινωνικό που προκαλεί τη δυσαρέσκεια σε όλο και μεγαλύτερα τμήματα της υπόλοιπης κοινωνίας. Στις μεγάλες αυτές αδυναμίες, που διακρίνουν τις κυβερνήσεις σας για τη σύνταξη, μετά από ένα πραγματικό δημοκρατικό σχεδιασμό, ενός αναπτυξιακού προγράμματος στη χώρα μας που θα μειώνει τις Περιφερειακές ανισότητες και θα τονώνει την απασχόληση θα ενισχύει και θα αξιοποιεί τις βασικές επιλογές ανάπτυξης και απασχόλησης της χώρας μας, πάγια είναι και τα προβλήματα που δημιουργεί η διακυβέρνησή σας με τις μεγάλες αποκλίσεις που σημειώνονται στην εκτέλεση του κάθε προϋπολογισμού, όπως και αυτού του 2001, που κάθε άλλο παρά εγγυώνται την επίτευξη των αυξήσεων εσόδων, τη μείωση των δανειακών αναγκών και του ελλείμματος του Γενικού Κρατικού Προϋπολογισμού και την επίτευξη πλεονάσματος της Γενικής Κυβέρνησης. Επιπλέον οι μεγάλες καθυστερήσεις και υπερβάσεις κόστους για τα βασικά έργα υποδομής, τα οποία προ 20ετίας τουλάχιστον έχουν ενταχθεί στον αναπτυξιακό σχεδιασμό της χώρας, συνεχίζουν να είναι συνεχιζόμενα να μη δίδουν τα προσδοκώμενα οικονομικά και τόνωσης της απασχόλησης αποτελέσματα και μεταθέτουν συνεχώς ένα νέο δραστικά διορθωτικό πακέτο έργων και δράσεων. Η κυβέρνηση όμως απαντά στα μεγάλα αυτά προβλήματα με τη διάθεση δημόσιας περιουσίας για την αύξηση των εσόδων της και για τη μείωση του δημόσιου χρέους, με τις ιδιωτικοποιήσεις για την ενίσχυση της απασχόλησης. Η καθαρή όμως θέση του Δημοσίου Τομέα δεν βελτιώνεται έτσι και μπορεί και να χειροτερεύσει, ενώ πλήττεται αντί να προωθείται η προσπάθεια για κοινωνική συνοχή και ισόρροπη ανάπτυξη. Δεν αποτελεί μόνο δική μας εκτίμηση και ανησυχία, αλλά και πολλών ειδικών ότι τα έσοδα από τις αποκρατικοποιήσεις θα ακολουθήσουν φθίνουσα πορεία και η συμβολή τους στη μείωση του χρέους δεν θα είναι αρκετή για να λύσει το πρόβλημα. Αντίθετα οι δυσοίωνες εξελίξεις στο εξωτερικό, που θα έχουν επιπτώσεις στη χώρα μας, απαιτούν ενεργή και ισχυρή την παρουσία του κράτους στις απελευθερωμένες αγορές και ιδιαίτερα αυτές των κοινωφελών υπηρεσιών, έτσι ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος να προκύψουν τα ιδιωτικά πλέον μονοπώλια, που θα δημιουργήσουν μεγαλύτερα αδιέξοδα από αυτά της προβληματικής λειτουργίας των Δημόσιων Οργανισμών και επιχειρήσεως, για την οποία κατ’ εξοχήν ευθύνονται οι κυβερνήσεις σας. Για να εφαρμοστεί σωστά ένας Προϋπολογισμός και πολύ περισσότερο το αναπτυξιακό πρόγραμμα της χώρας απαιτούνται ευρύτατες θεσμικές και οργανωτικές παρεμβάσεις που θα εξοπλίζουν τη Δημόσια Διοίκηση (Υπουργεία και φορείς) με μέσα για τον προγραμματισμό και την ορθολογική διαχείριση των πόρων, θα τους αναβαθμίζουν ποιοτικά και θα τους εξοπλίζουν κατάλληλα για την εύρυθμη, με διαφάνεια και γνώμονα το δημόσιο συμφέρον, συνεργασία τους με τον ιδιωτικό τομέα, ιδιαίτερα στα θέματα που αφορούν την από κοινού προσπάθεια για την αναπτυξιακή πορεία της χώρας.