Τοποθέτηση της Βουλευτού Ασημίνας Ξηροτύρη Αικατερινάρη στην Επερώτηση του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ για το θέμα της Ελληνικής Γεωργίας

Παρασκευή, 25 Μάιος 2001 02:00 Ομιλίες
Εκτύπωση
Όταν πριν από 6 μήνες ο ΣΥΝ καταθέτοντας την ερώτησή του για τα προβλήματα των αγροτών και του αγροτικού τομέα, χαρακτήριζε την πολιτική της κυβέρνησης αποσπασματική, αναποτελεσματική, κατώτερη των περιστάσεων και των αναγκών, δεν το έκανε από αντιπολιτευτική διάθεση. Ήταν τα δεδομένα, τα στοιχεία που έδειχναν το μέγεθος των προβλημάτων, οι πράξεις και οι παραλείψεις της κυβέρνησης που τα επιδείνωναν, οι γενικότεροι οικονομικοί προσανατολισμοί της που δημιουργούσαν ασφυκτικές πιέσεις στα εισοδήματα των αγροτών και στην ανάπτυξη της γεωργίας και της περιφέρειας γενικότερα, που δικαιολογούσαν απόλυτα αυτούς τους χαρακτηρισμούς. Από τότε όχι μόνο τίποτα δεν βελτιώθηκε, αλλά και νέα προβλήματα προέκυψαν, τόσο από την εσωτερική πολιτική της Κυβέρνησης όσο και από την διαπραγματευτική της τακτική στα όργανα της Ε.Ε. Μεγάλη είναι η ευθύνη της κυβέρνησης για μια σειρά ρυθμίσεις που αφορούν βασικά προϊόντα της χώρας μας, όπως η δυσμενής αναθεώρηση του κανονισμού για το βαμβάκι, η κατάρρευση των τιμών στο λάδι, η αναθεώρηση του κανονισμού για τα οπωροκηπευτικά. Μεγάλες είναι επίσης οι επιπτώσεις και στον αγροτικό τομέα, όπως και στους άλλους τομείς της οικονομίας, από την πολύ μεγάλη ανεπίτρεπτη καθυστέρηση στην ένταξη, εξειδίκευση και στη συνέχεια υλοποίηση των έργων και δράσεων του Γ΄ ΚΠΣ, από την αποδιοργάνωση του δημόσιου τομέα και στην προκειμένη περίπτωση του Υπουργείου Γεωργίας,, με το «ράβε-ξήλωνε» οργανισμών και αρμοδιοτήτων του και τη δημιουργία στη θέση του κάθε είδους εταιρείες και οργανισμού που μπορεί να φαντασθεί κανείς (όλοι βέβαια ιδιωτικού δικαίου ή ανώνυμες εταιρείες, πρώτο βήμα για την πλήρη ιδιωτικοποίηση των υπηρεσιών στον αγροτικό τομέα και της διαχείρισης του μεγαλύτερου μέρους των κονδυλίων του Γ΄ΚΠΣ. Από την ακινησία στο χώρο των Αγροτικών Συνεταιρισμών 1 χρόνο μετά την ψήφιση του νομοσχεδίου που υποτίθεται ότι θα έδινε λύσεις στα προβλήματά τους. Σε όλα αυτά να προσθέσουμε την επικείμενη αναθεώρηση των κανονισμών για το λάδι, τα καπνά και τα αιγοπρόβατα και βέβαια τα μεγάλα διατροφικά προβλήματα, αποτέλεσμα της εντατικοποίησης της παραγωγής και της μεγιστοποίησης του κέρδους. Η κυβέρνηση στην περίπτωση των τρελών αγελάδων και του αφθώδους πυρετού στήριξε τα κράτη-μέλη που αντιμετώπιζαν τα προβλήματα αλλά δεν πήρε καμιά πρωτοβουλία ώστε αφενός μεν να διασφαλίσει ότι δεν θα περικοπεί η στήριξη στα δικά μας προϊόντα και αφετέρου να προωθήσει και προβάλλει την ανάγκη ενίσχυσης της μικρής οικογενειακής κτηνοτροφίας της χώρας μας. Τα παραπάνω είναι ένα μέρος των μεγάλων προβλημάτων που επιβάλουν στον ΣΥν τη συνεχή του παρέμβαση, όπως και η σημερινή στο Κοινοβούλιο και την ανάγκη να ζητήσει από την Κυβέρνηση να τοποθετηθεί σε αυτά. Ας δούμε τα θέματα με τη σειρά. Θα μιλήσουμε μόνο με στοιχεία και ελπίζουμε ότι ο κ. Υπουργός θα απαντήσει με τον ίδιο τρόπο και όχι με αοριστίες, ανακρίβειες και ευχολόγια. 1. Τα εισοδήματα των αγροτών: Το καθαρό αγροτικό εισόδημα ανά απασχολούμενο μειώθηκε κατά –2,5 % το 1996, -4,4 % το 1997, -3,9 % το 1998, έμεινε αμετάβλητο το 1999 (στοιχεία Eurostat). Αύξηση για το 2000 κατά +2,1% δίνει η αναθεωρημένη, αλλά όχι τελική, πρόβλεψη της Eurostat και είναι ευχαριστημένος ο κ. Υπουργός. Και είναι ακόμη πιο ευχαριστημένος που με βάση δικά του στοιχεία (που δεν επιβεβαιώνονται) ισχυρίζεται ότι το πραγματικό αγροτικό εισόδημα αυξήθηκε κατά 1,21% σε μια ολόκληρη 10ετία (1990-2000). Και δεν λεει ότι η οποιαδήποτε αύξηση στο καθαρό ανά κεφαλή αγροτικό εισόδημα προκύπτει από την συνεχιζόμενη μεγάλη μείωση των απασχολούμενων στην γεωργία και ότι στην πραγματικότητα οι μειώσεις στα εισοδήματα είναι πολύ μεγαλύτερες από αυτές που καταγράφονται.. Το 35% των ελλήνων αγροτών κάτω από το όριο της φτώχιας.Το ίδιο το Υπουργείο Γεωργίας αναφέρει στο έγγραφο του Προγράμματος της Αγροτικής Ανάπτυξης 2000-2006 ότι η προστιθέμενη αξία ανά Ετήσια Μονάδα Ανθρώπινης Εργασίας παραμένει χαμηλή στο 64% περίπου της μέσης Κοινοτικής. Εξάλλου, με βάση τα επίσημα στοιχεία της Ε.Ε τα οικονομικά μεγέθη που δείχνουν ξεκάθαρα την απαράδεκτα χαμηλή εισοδηματική κατάσταση στη γεωργία έχουν ως εξής : -Τα έσοδα του κατόχου της εκμετάλλευσης και της οικογένειάς του ήταν για την Ελλάδα 6.100 Ευρώ, έναντι 12.600 της ΕΕ-15 (και 31.100 της Μεγ. Βρετανίας, στο 50% δηλ του μέσου όρου της Ε.Ε.) 2. Η απασχόληση μειώνεται με ετήσιο ρυθμό –2,9 % σύμφωνα με τα στοιχεία της Ε.Ε,. Η πρόβλεψη του ίδιου του Υπουργείου για την δεκαετία 1998-2007 είναι μείωση κατά –7,84% (-15% για τις γυναίκες, -5% για τους άνδρες) ενώ η μείωση στην ηλικία 14-24 ετών προβλέπεται τεράστια της τάξης του –30%. Τι σημαίνει αυτή η μείωση για την αύξηση της ανεργίας και την ερήμωση της υπαίθρου είναι φανερό. Τα νούμερα δείχνουν ότι η Κυβέρνηση απέτυχε στον στόχο της να συγκρατήσει τον αγροτικό πληθυσμό και να περιορίσει τις επιπτώσεις στην αύξηση της ανεργίας στις αστικές περιοχές. 3. Οι επενδύσεις, δημόσιες και ιδιωτικές, από το 1980 και μετά μειώνονται με ρυθμό –3% περίπου το χρόνο, όπως αναφέρει και η αξιολόγηση το Β΄ ΚΠΣ και μάλιστα όταν το μεγαλύτερο μέρος των δημοσίων επενδύσεων έχει κατευθυνθεί όπως είναι ανάγκη στα αρδευτικά έργα. Η επιβαλλόμενη αύξηση των δημοσίων επενδύσεων δεν έγινε γιατί προσκρούει στους προϋπολογισμούς λιτότητας και την αυστηρή δημοσιονομική πολιτική Λόγω του ελλείμματος όμως των δημοσίων επενδύσεων μειώνεται ακόμη περισσότερο το ήδη χαμηλό ενδιαφέρον για τις ιδιωτικές επενδύσεις στον αγροτικό τομέα. 4. Το μέγεθος και ο πολυτεμαχισμός του αγροτικού κλήρου παραμένουν αμετάβλητα παρά το ότι μεσολάβησαν 2 ΚΠΣ. Στην αξιολόγηση του Β΄ΚΠΣ αναφέρεται ότι οι παρεμβάσεις σχεδόν καθόλου δεν άλλαξαν τα δεδομένα, το ίδιο καταγράφεται και σε μελέτη του ΙΣΤΑΜΕ Το μέσο μέγεθος των αγροτικών εκμεταλλεύσεων παραμένει σχεδόν σταθερό, περίπου στο ¼ του μέσου κοινοτικού όρου (6), ενώ το 75,2 % των εκμεταλλεύσεων είναι μικρότερο των 50 στρεμμάτων και το 90% μικρότερο των 100 στρεμμάτων. Για το μεγάλο αυτό πρόβλημα του πολυτεμαχισμού του αγροτικού κλήρου που συνεπάγεται την αδυναμία εφαρμογής σύγχρονων μεθόδων καλλιέργειας η Κυβέρνηση δεν πήρε μέχρι σήμερα κανένα ουσιαστικό μέτρο και παραπέμπει συνεχώς την επίλυση του προβλήματος στο μέλλον. 5. Το κόστος των εισροών αυξήθηκε το 2000 σε σχέση με το 1999 κατά 3,2% σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία της Ε.Ε . Ιδιαίτερα η αύξηση του κόστους της ενέργειας οδηγεί σε παραπέρα μείωση των αγροτικών εισοδημάτων. 6. Το εμπορικό γεωργικό ισοζύγιο το 1998 παρουσίασε έλλειμμα 350 δις δραχμών αυξημένο κατά 15% σε σχέση με το 1997. Και μπορεί βέβαια ο κ. Υπουργός να ισχυρίζεται ότι αυξήθηκαν οι εξαγωγές τα τελευταία τρίμηνα, αυτό όμως δεν αλλάζει την κατάσταση που έχει τις αιτίες της κυρίως σε βασικά διαρθρωτικά προβλήματα όπως η σχέση φυτικής και ζωικής παραγωγής Ο αξιολογητής του Β΄ΚΠΣ αναφέρει ως κύρια αιτία τη μεγάλη αύξηση των εισαγωγών ζωοκομικών προϊόντων με παράλληλη μείωση της παραγωγής των εγχώριων κλάδων, κυρίως της βοοτροφίας 7. Οι τιμές των αγροτικών προϊόντων κινούνται κάθε χρόνο και χαμηλότερα. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Ε.Ε οι πραγματικές τιμές παραγωγού στην Ελλάδα το 2000 βρίσκονται στο 80% των τιμών του 1990 (Στοιχεία της Γεν Δ/νσης Γεωργίας της Ε.Ε) Στο βαμβάκι περίπου 280 δρχ/κιλό ήταν φέτος η μέση τιμή, χαμηλότερη από το 1993, το 1996 και το 1997. Στο λάδι η κατάρρευση των τιμών είναι γνωστή και δεν αμφισβητείται. (600 δρχ/κιλό για το καλό λάδι). Στον καπνό η μέση τιμή μαζί με την ενίσχυση ήταν 1460 δρχ/κιλό το 1996 και 1368 δρχ/κιλό το 1999, ενώ μειωμένες κατά –23% ήταν συνολικά οι εμπορικές τιμές τη διετία 1998-1999 σε σχέση με το 1997. Για τα καπνά Βιρτζίνια η μέση εμπορική τιμή το 1997 ήταν 324 δρχ/κιλό και το 2000 186 δρχ Και φαντάζουν αστείες οι ανακοινώσεις του Υπουργού ότι οι καπνοπαραγωγοί βελτίωσαν κατά 850 εκατ. δραχμές το εισόδημά τους το 2000. Στα τεύτλα η μείωση της καθαρής προσόδου των 30.000 παραγωγών έφθασε το 22% το 1998 και το 1999 σε σχέση με το 1997. (στοιχεία Υπουργείου). Στα εσπεριδοειδή και τα ροδάκινα οι τιμές ήταν χαμηλότερες από κάθε άλλη χρονιά Και βέβαια ούτε λόγος μπορεί να γίνεται για την κάλυψη του κόστους παραγωγής. 8. Σε επίπεδο Ε.Ε οι χειρισμοί της Κυβέρνησης και οι διαπραγματεύσεις της είναι εξαιρετικά ανεπαρκείς και πολλές φορές καταλήγουν σε τραγικά αποτελέσματα., ενώ καμία πρωτοβουλία προώθησης των ελληνικών θεμάτων δεν αναλαμβάνεται. Το αποκορύφωμα της ανεπάρκειάς της εκφράστηκε στην αναθεώρηση του κανονισμού για το βαμβάκι. «Πέτυχε» να ψηφίσει κανονισμό χειρότερο και από την πρόταση της Επιτροπής, καταφέρνοντας ισχυρό πλήγμα στην βαμβακοκαλλιέργεια και τους βαμβακοπαραγωγούς. Στο λάδι, δέχτηκε την κατάργηση του μηχανισμού παρέμβασης το 1998, και έκτοτε παρά την κατάρρευση των τιμών δεν υποστήριξε αποφασιστικά την επαναφορά του, αίτημα που διατυπώνονταν από όλους τους φορείς, ούτε και διεκδίκησε μια ειδική πολιτική για τις μειονεκτικές περιοχές και για τους πραγματικά μικρούς παραγωγούς αυτών των περιοχών σε αντικατάσταση της κατάργησης του καθεστώτος των «μικρών» παραγωγών Στα καπνά, η ευθύνη της κυβέρνησης για τις ρυθμίσεις που υιοθετήθηκαν κατά την αναθεώρηση είναι πολύ μεγάλες και αναγνωρισμένες από όλους τους φορείς. Κανένα αίτημα των ελλήνων καπνοπαραγωγών δεν έγινε δεκτό. Και το βασικότερο, δέχτηκε ο κανονισμός που προέβλεπε και την ενίσχυση της κοινοτικής καπνοκαλλιέργειας να ισχύει μέχρι το 2002, και όχι μέχρι το 2006, με συνέπεια ο τομέας του καπνού να κινδυνεύει μετά το 2002 να υποστεί μεγάλες περικοπές στο όνομα της προστασίας του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας. Στην πραγματικότητα αυτό γίνεται για λόγους περιορισμού των γεωργικών κοινοτικών δαπανών και της τήρησης της δημοσιονομικής πειθαρχίας. (Αυτές τις μέρες μάλιστα τόσο στη συζήτηση στο Ευρωκοινοβούλιο όσο και στις προτάσεις για την Σύνοδο του Γκέτενμποργκ η περικοπή των ενισχύσεων για τον καπνό τέθηκε ξεκάθαρα. Τελικά το μεγάλο διατροφικό πρόβλημα και τα ατυχήματα που δημιούργησαν άλλα κράτη-μέλη της Ε.Ε και που κατ΄εξοχήν αφορά τη Δημόσια Υγεία, φαίνεται να μετατοπίζεται με έμφαση στη καπνοκαλλιέργεια και οι Έλληνες παραγωγοί να επωμίζονται σχεδόν όλες τις συνέπειες.) Το ίδιο αρνητικές για τη χώρα μας ήταν και οι αναθεωρήσεις των κανονισμών για τα οπωροκηπευτικά, για το γάλα και για τα σιτηρά παλαιότερα. Για τα οπωροκηπευτικά π.χ. και τα συγκεκριμένα για το ροδάκινο ο νέος κανονισμός έχει τις εξής αρνητικές επιπτώσεις:Με τη κατάργηση της ελάχιστης τιμής παραγωγού η κοινοτική ενίσχυση να χορηγείται απ΄ευθείας στους παραγωγούς και το ύψος της να καθορίζεται για πολυετή περίοδο και όχι κάθε χρόνο. Έτσι η ενίσχυση θα είναι πλέον αυθαίρετη και δεν θα καθορίζεται (όπως μέχρι τώρα) με βάση τις συνθήκες αγοράς και τις διεθνείς τιμές. Επιπλέον γεννάται το ερώτημα τι θα συμβεί σε περιπτώσεις υπερπαραγωγής, όταν το πλαφόν που συμφωνήθηκε στη νέα ΚΟΑ, αφήνει ακάλυπτο ένα μεγάλο μέρος της παραγωγής ροδάκινου. Όσες προσπάθειες λοιπόν και αν καταβάλλει η Κυβέρνηση για να προβάλλει ανύπαρκτες διαπραγματευτικές επιτυχίες δεν πείθει κανένα, και κυρίως τους ίδιους τους αγρότες που υφίστανται τα αποτελέσματα της πολιτικής της και οι οποίοι σε πρόσφατη έρευνα της Ε.Ε (15/5/2001) εκφράζουν σε ποσοστό 76%, το μεγαλύτερο από όλες τις χώρες-μέλη, την δυσαρέσκειά τους για το επίπεδο χρηματοδότησης της ΚΑΠ. 9. Όσον αφορά το Γ΄ΚΠΣ και τις δράσεις για την ολοκληρωμένη ανάπτυξη της υπαίθρου, πέρα από τις θριαμβολογίες της κυβέρνησης για τα τρις που θα κατακλύσουν την ύπαιθρο και την περιφέρεια, η καθυστέρηση στην έγκριση και τελικά η ένταξη και εξειδίκευση των έργων και δράσεων είναι ανεπίτρεπτα μεγάλη. Το σύστημα των διαχειριστικών αρχών δυσκίνητο, γραφειοκρατικό και συγκεντρωτικό. Τα έργα και οι δράσεις θα συσωρευθούν προς υλοποίηση χωρίς να έχει προηγηθεί κανένας προγραμματισμός , καμία διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους όπως επιβάλει το συμφέρον της χώρας αλλά και οι κανονισμοί για τα διαρθρωτικά ταμεία. Όλα αυτά δημιουργούν δυσμενείς συνθήκες υλοποίησης αλλά και οι διαπιστώσεις που προκύπτουν τόσο από την αξιολόγηση του Β΄ΚΠΣ όσο και από τα νέα προγράμματα μας ανησυχούν ακόμη περισσότερο. Ενδεικτικά θα αναφερθούμε σε μερικά από τα σημεία που προσδιορίζουν την ανεπάρκεια των κονδυλίων και του σχεδιασμού των Προγραμμάτων του Αγροτικού Τομέα του ΚΠΣ: -Απαιτούνται πολύ περισσότεροι πόροι από όσους διατέθηκαν στο Β΄ΚΠΣ για να αντιμετωπισθούν τα διαρθρωτικά προβλήματα του τομέα. Στην αξιολόγηση του Προγράμματος «Αγροτική Ανάπτυξη-Ανασυγκρότηση της Υπαίθρου 2000-2006» αναφέρεται επί λέξει: «Η εξέταση σε όρους εκροών και επιπτώσεων αναδεικνύει το ουσιαστικό πρόβλημα του Προγράμματος που είναι η έλλειψη πόρων. Αν συνυπολογισθεί και το γεγονός ότι σημαντικό τμήμα των πόρων θα καλύψει ειλημμένες υποχρεώσεις από το Β΄ΚΠΣ διαφαίνεται ότι οι διατιθέμενοι πόροι είναι ανεπαρκείς σε σχέση με το μέγεθος και την οξύτητα των προβλημάτων, ώστε να επιφέρουν ουσιώδεις μεταβολές. Με τους διατιθέμενους πόρους στην καλύτερη των περιπτώσεων θα πρέπει να θεωρείται ιδιαίτερα επιτυχημένο το πρόγραμμα αν διατηρηθεί το ποσοστό του Ακαθάριστου Γεωργικού Προϊόντος στα σημερινά επίπεδα και αν η απασχόληση στο πρωτογενή τομέα στο τέλος εφαρμογής του Προγράμματος αντιπροσωπεύει το 15% στο σύνολο των απασχολούμενων στην Ελληνική Οικονομία» -Υπήρξε σημαντική υστέρηση στην υλοποίηση των έργων εγγείων βελτιώσεων και εκμετάλλευσης των επιφανειακών υδατικών απορροών κατά το Β΄ΚΠΣ. -Ο ρυθμός των αναδασώσεων θα εξακολουθεί να παραμένει πολύ χαμηλός -Η χρηματοδότηση των επενδύσεων στις γεωργικές εκμεταλλεύσεις είναι χαμηλότερη στο Γ΄ΚΠΣ από ότι στο Β΄ΚΠΣ. Αυτό αντανακλάται στον περιορισμένο σχετικά αριθμό επενδύσεων που θα χρηματοδοτηθούν στο Γ΄ΚΠΣ σε σχέση με το Β΄. -Η Εξισωτική Αποζημίωση στα πλαίσια του Β΄ΚΠΣ αντιμετώπισε προβλήματα που σχετίζονται με τη δυνατότητα κάλυψης των δικαιούχων για το σύνολο της περιόδου 1994-99. Το πρόβλημα παρουσιάστηκε λόγω της ανεπάρκειας των πόρων που διατέθηκαν σε σχέση με τις ανάγκες του τομέα. (Το πρόβλημα των μειωμένων πιστώσεων εξακολουθεί να υφίσταται και τη νέα περίοδο και αυτό έχει σαν αποτέλεσμα τα ποσά της ενίσχυσης που θα μπορούσαν να χορηγηθούν στους δικαιούχους όχι μόνο να μην επαρκούν στην αντιστάθμιση των υφιστάμενων μειονεκτημάτων αλλά να είναι και μειωμένα σε τρέχουσες τιμές σε σχέση με την 2η περίοδο.) -Το ποσό που διατέθηκε για την κάλυψη των περιβαλλοντικών αναγκών της χώρας ( καν.2078/92) στο Β΄ΚΠΣ ήταν εντελώς ανεπαρκές -Το 45% περίπου των κονδυλίων του Γ΄ΚΠΣ για την Γεωργία απορροφώνται στα προγράμματα της πρόωρης συνταξιοδότησης και της εξισωτικής αποζημίωσης. -Ακολουθείται η ίδια πολιτική διαχείρισης με αυτή του Β΄ΚΠΣ, αφού στην ουσία οι κύριοι άξονες του προγράμματος είναι συνέχεια αυτών του προηγούμενου. Η πολιτική αυτή δεν επέφερε καμία ουσιαστική βελτίωση της ανταγωνιστικότητας με αποτέλεσμα τη σημαντική μείωση των εξαγωγών, ενώ τόσο το μέγεθος και η σύνθεση της παραγωγής παρέμειναν στάσιμα. 10. Γεωργία & Περιβάλλον Διαχειριστήκατε τόσα λεφτά για τη γεωργία αλλά από τα αποτελέσματα της αγροτικής σας πολιτικής προκύπτει ότι ο αγροτικός πληθυσμός της υπαίθρου και το περιβάλλον είναι οι μεγάλοι χαμένοι. Η ύπαιθρος ερημώνεται και οι αγρότες μεταναστεύουν στα αστικά κέντρα αυξάνοντας τα ποσοστά ανεργίας. Εγκαταλείφθηκαν κυρίως οι ορεινές και προβληματικές περιοχές της παραδοσιακής γεωργίας, ωφελήθηκαν οι πεδινές – αρδευόμενες περιοχές της εντατικής γεωργίας για να διευρυνθούν έτσι ακόμη περισσότερο οι οικονομικοινωνικές ανισότητες μεταξύ των γεωγραφικών περιοχών. Το περιβάλλον είναι σήμερα ο μεγαλύτερος χαμένος του «εκσυγχρονισμού» της ελληνικής γεωργίας. Στις πεδινές περιοχές η ρύπανση, η διάβρωση, η εξάντληση των υδάτινων πόρων εξελίχθηκαν περίπου ανεξέλεγκτα. Στις ορεινές περιοχές εντάθηκαν η υπερβόσκηση, η διάβρωση και βέβαια οι εμπρησμοί, η αυθαίρετη δόμηση και η εγκατάλειψη παραδοσιακών γεωργικών συστημάτων. Στις παράκτιες περιοχές η αστική – τουριστική επέκταση καταβρόχθισε τη γεωργική γη και η αγροτική γη σημαντικούς υγροτόπους – βιότοπους και όλες αυτές οι δραστηριότητες ρυπαίνουν ανεξέλεγκτα το περιβάλλον. Πολύτιμα είδη εξαφανίστηκαν, τοπία μεγάλης φυσικής αξίας, προϊόντα τοπικής σημασίας και ιδιαίτερης ποιότητας ξεχάστηκαν. Εκ των πραγμάτων αποδεικνύεται ότι επί σειρά ετών ασκήθηκε αντιπεριβαλλοντική πολιτική και το ερώτημα είναι έχει έστω και τώρα γίνει αυτό κατανοητό ώστε να αλλάξει άμεσα η Εθνική μας Αγροτική Πολιτική. Το σημαντικότερο απ’ όλα αυτά είναι η μεγάλη ώθηση που πρέπει να δοθεί από την εθνική μας αγροτική πολιτική στην βιολογική γεωργία κατ’ αρχήν και στη συναφή με αυτήν κτηνοτροφία. Όλοι μιλούν για το συγκριτικό πλεονέκτημα της χώρας μας στην ανάπτυξη της βιολογικής γεωργίας και κτηνοτροφίας και στην ανάγκη να αποτελέσουν αυτές το όχημα μιας διαφορετικής φιλικής προς το περιβάλλον παραγωγικής διαδικασίας. Όμως σήμερα μόνο το 0,60% των συνολικών εκτάσεων καταλαμβάνουν οι βιολογικές καλλιέργειες και το ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι ότι η κυβέρνηση προγραμματίζει στην επόμενη πενταετία την ένταξη του εξαιρετικά μικρού ποσοστού του 0,2% δηλαδή 70.000 στρεμμάτων ενώ για τη χώρα μας τα περιθώρια ανάπτυξής της είναι εξαιρετικά μεγάλα. Στο συνολικό αυτό πρόβλημα προστίθενται και οι καθυστερήσεις στο θέμα της πιστοποίησης, της εκπαίδευσης και της διακίνησης των βιολογικών προϊόντων. Υπό αυτούς τους όρους της προγραμματιζόμενης βιολογικής γεωργίας, για ποιο βιολογική κτηνοτροφία μιλά η Κυβέρνηση, που τη θυμάται μόνο όταν προκύπτει ένα διατροφικό πρόβλημα και ξεχνά ότι αυτή συνδέεται άμεσα με την ανάπτυξη των βιολογικών ζωοτροφών και την εκτροφή εγχώριων φυλών ζώων Β΄ ΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΚΑΙ ΟΙ ΘΕΣΜΟΙ ΠΟΥ ΘΑ ΥΠΗΡΕΤΗΣΟΥΝ ΤΗ ΖΗΤΟΥΜΕΝΗ ΕΘΝΙΚΗ ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ 1. Πρώτα και κύρια το Υπουργείο Γεωργίας: Και σας θέτουμε εξ αρχής το ερώτημα: Το Υπ. Γεωργίας εξυπηρετεί με τις αλλαγές που προωθείτε σήμερα την ανάγκη μιας νέας εθνικής αγροτικής πολιτικής ή μήπως κάτω από τις διακηρύξεις για “θεσμικές τομές, νέους μηχανισμούς” κατεδαφίζει σταδιακά τους μηχανισμούς, διαλύει τις υπηρεσίες και υπακούει σε θεσμικές αλλαγές που απομακρύνουν το δημόσιο χαρακτήρα και δημόσιο συμφέρον; Παρακολουθούμε με ανησυχία τις αλλαγές αυτές και όχι μόνο εμείς αλλά και οι φορείς των αγροτών όπως και οι εργαζόμενοι στο Υπουργείο. Τα αποτελέσματα των μέχρι τώρα αλλαγών δίνουν πλέον μια σαφή εικόνα των επιδιώξεων του Υπουργείου. Να μην έχει την ευθύνη άσκησης της αγροτικής πολιτικής. Καταργεί και ιδρύει Οργανισμούς με τη μεγαλύτερη ευκολία χωρίς σύνδεση μεταξύ τους και κατακερματίζει τις επιστημονικές και διοικητικές δυνάμεις του με αναγκαστικές μετατάξεις. Υπό αυτούς τους όρους πώς να εφαρμοστούν προγράμματα αγροτικής πολιτικής είτε κοινής οργανώσεως αγοράς, είτε έργα αναδιαρθρώσεων, χωρίς εντολές και επιτελικές αποφάσεις, όταν η Κεντρική Διοίκηση αποκόπτεται στην ουσία οργανικά από την περιφέρεια. Το Υπουργείο Γεωργίας που τώρα απέκτησε και το συμπλήρωμα και Ανάπτυξης της Υπαίθρου έφθασε να έχει σήμερα χιλιάδες κενές οργανικές θέσεις, και οι πρόσφατες προσλήψεις αφορούν κυρίως εποχιακούς υπαλλήλους και ελάχιστους, σε σχέση με τις ανάγκες, μόνιμους. Τον Απρίλιο του 2000 στη Βουλή ο κ. Υπουργός μίλησε για το νέο οργανόγραμμα του Υπουργείου, δεν υπάρχει ακόμη τίποτε, ενώ εξακολουθεί να παραμένει η σύγχυση για τις αρμοδιότητες και στο τομέα της γεωργίας που θα μεταφερθούν στη Νομαρχιακή αυτοδιοίκηση και στη Γεν. Γραμματεία Περιφέρειας και αντίστοιχα για τη σύνθεση και το περιεχόμενο του έργου που θα αναλάβουν οι υπηρεσίες των δύο αυτών βαθμίδων. (Εμάς μας ενδιαφέρει η ολοκληρωμένη αντιμετώπιση των θεμάτων όπως και η άσκηση πολιτικής και στις τρεις βαθμίδες της Διοίκησης:Υπουργείο, Περιφέρεια, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση. Αυτό σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει για μας ότι οι Εθνικοί Εξειδικευμένοι Οργανισμοί που απέδωσαν σημαντικά πρέπει να διαλυθούν ή να απορροφηθούν από άλλα σχήματα, αντίθετα πρέπει να συνεχίσουν να παρέχουν την επιστημονική και τεχνική τους υποστήριξη στα θέματα των τομέων(ή προϊόντων) δράσης τους. Ο Υπουργός όμως με μεγάλη ευκολία τους καταργεί και ιδρύει πληθώρα νέων Οργανισμών, από τους οποίους κανείς ακόμα δεν λειτουργεί παρόλο που για ορισμένους έχουν περάσει δύο και τρία χρόνια από την ίδρυσή τους. Σημειωτέον ότι όλοι αυτοί οι νέοι οργανισμοί, ιδιωτικού δικαίου ή ανώνυμες εταιρείες, υπακούουν στο νέο μοντέλο που εκχωρεί σταδιακά σημαντικές αρμοδιότητες του Δημόσιου Τομέα στον Ιδιωτικό. Ενδεικτική αναφορά θα κάνουμε σε μερικούς από αυτούς: -Ο ΟΠΕΚΕΠΕ, Οργανισμός για την διαχείριση των κοινοτικών ενισχύσεων. Ιδρύθηκε το 1998, έχει εξαγγελθεί πολλές φορές η έναρξη λειτουργίας του, τώρα λέγεται ότι θα αρχίσει να λειτουργεί από την 1η Ιουλίου. Δημοσίου Δικαίου με τον αρχικό νόμο, μετατράπηκε με τροποποίηση του νόμου, σε Ιδιωτικού Δικαίου που λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας. Προέβλεπε 1700 θέσεις προσωπικό, θα λειτουργήσει με περίπου 300. -Ο Ο.ΠΙ.ΛΟΓ, Οργανισμός για την πιστοποίηση των λογαριασμών του Γεωργικού Ταμείου. Δημιουργήθηκε το 1998. Ήταν ο μόνος που πραγματικά επιβάλλονταν και από την κοινοτική νομοθεσία να γίνει. Δύο σελίδες καταλάμβανε η εισηγητική έκθεση της δημιουργίας του με κύριο στοιχείο την ανεξαρτησία του Οργανισμού από την κεντρική διοίκηση και την είσπραξη των διάφορων καταλογισμών. Όχι μόνο δεν λειτούργησε αλλά τώρα τον καταργεί κιόλας με το νομοσχέδιο-σκούπα που είναι υπό κατάθεση. Σε όλα τα κράτη-μέλη οι οργανισμοί πιστοποίησης είναι δημόσιοι. Στην Ελλάδα ιδιωτικές εταιρείες πιστοποιούν τους λογαριασμούς -Ο Οργανισμός Γεωργικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης, Κατάρτισης και Απασχόλησης «ΔΗΜΗΤΡΑ». Λειτουργεί υποτίθεται, μάλλον δυσδιάκριτο το έργο του. Θα διαχειριστεί μεγάλα ποσά από το Γ΄ΚΠΣ. Στο νομοσχέδιο-σκούπα τροποποιούνται πολλές διατάξεις του. -Εταιρεία «Αγρογή Α.Ε.». Δημιουργήθηκε το 1998 με στόχο να παρέμβει στην αγορά αγροτικής γης. Δεν λειτουργεί βέβαια. Το κράτος πρέπει να καταθέσει το κεφάλαιό της. Στο νομοσχέδιο-σκούπα τροποποιούνται βασικές διατάξεις του νόμου του 1998 με τον οποίο δημιουργήθηκε η Τράπεζα Γης. -Ενδιάμεσοι φορείς. Είναι ο νέος θεσμός που δημιουργείται με το νομοσχέδιο- σκούπα. Τι θα κάνουν; Θα αναλάβουν την τεχνική στήριξη στον αγροτικό χώρο, την εφαρμογή κοινοτικών προγραμμάτων αρμοδιότητας του Υπ. Γεωργίας, μελέτες, έργα, υλοποίηση κοινοτικών πρωτοβουλιών. Τη δουλειά του Υπουργείου δηλαδή. Με ανάθεση μάλιστα, των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας. Είναι φανερό ότι πίσω από όλες αυτές τις υποτιθέμενες θεσμικές αλλαγές κρύβεται η επιδίωξη της κυβέρνησης να απαλλάξει τον κρατικό προϋπολογισμό από δαπάνες και να εκχωρήσει μεγάλος μέρος της διαχείρισης του Γ΄ΚΠΣ σε ιδιωτικούς φορείς. Γιατί για όλους αυτούς τους οργανισμούς προβλέπεται χρηματοδότηση από κοινοτικούς πόρους. 2. Βασικός μοχλός ανάπτυξης και εργαλείο στήριξης του Αγροτικού Τομέα υπήρξε επί σειρά ετών η ΑΤΕ. Σήμερα με την επιχειρούμενη ανασυγκρότησή της ουσιαστικά απομακρύνεται σταδιακά από τον αγροτικό τομέα και μετατρέπεται σε Εμπορική τράπεζα. ΄ʼλλωστε η μετοχοποίησή της αποτελεί κατά βάση το πρώτο στάδιο ιδιωτικοποίησής της. Πρόκειται για συγκεκριμένη πολιτική επιλογή αντίθετη με τις ανάγκες ανάπτυξης του αγροτικού τομέα και της εξυπηρέτησης των αγροτών, των αγροτικών επιχειρήσεων, των συνεταιρισμών στη γενικότερη στήριξη των αναπτυξιακών προγραμμάτων. 2. Ανάγκη η ενίσχυση της έρευνας στον Αγροτικό Τομέα Η κυβέρνηση συχνά αναφέρεται στην ποιότητα των αγροτικών προϊόντων σε μια ανταγωνιστική γεωργία που θα ανταποκριθεί στις νέες συνθήκες. Οι στόχοι αυτοί όμως απαιτούν εκτός από συγκεκριμένες αποφάσεις την ενίσχυση της έρευνας στον αγροτικό τομέα. Εδώ τα πράγματα είναι ιδιαίτερα απογοητευτικά. Μόλις το 0,5% του ΑΕΠ, διατίθεται για την έρευνα συνολικά. Τι ποσοστό να διεκδικήσει ο αγροτικός τομέας; Η ΟΚΕ πρόσφατα επισήμανε το μεγάλο έλλειμμα στο θέμα αυτό και κυρίως τις διόλου αισιόδοξες προοπτικές, αφού το Υπουργείο Γεωργίας δεν διαθέτει τους πόρους και δεν προβλέπει την όποια σύνδεση με τα επιχειρησιακά προγράμματα του Γ΄ΚΠΣ. 3. ΜΗΤΡΩΑ Το μητρώο Αγροτών, σημαντικό εργαλείο στην άσκηση αγροτικής πολιτικής είναι στο σημείο μηδέν με ευθύνη του Υπουργείου Γεωργίας, αφού αυτό που ολοκλήρωσε η ΠΑΣΕΓΕΣ και παρέλαβε πανηγυρικά το Υπουργείο απαξιώθηκε, γιατί δεν ανανεώθηκαν τα στοιχεία του. Το πότε και αν θα γίνει αυτό ποτέ μένει άγνωστο. Όμως και το ελαιοκομικό βρίσκεται ακόμη στην αρχή της σύνταξής του, όταν οι άλλες χώρες το έχουν ολοκληρώσει ήδη ή βρίσκονται στην τελική φάση. Αξιόπιστα στοιχεία όπως καλλιεργούμενη έκταση, αριθμός και ηλικία δένδρων, έλεγχος δαπανών είναι αναγκαία και βοηθάει στην ανάπτυξη της ελαιοκομίας και η Ελλάδα κινδυνεύει να υποστεί αυτή μόνη τους ελεγκτικούς μηχανισμούς. 4. ΕΛΓΑ Η απώλεια του εισοδήματος των αγροτών έχει και μια άλλη εκδοχή. Ο τρόπος ασφάλισης της αγροτικής παραγωγής με τις αλλαγές που προωθούνται για τον ΕΛΓΑ και το οικονομικό βάρος που θα επωμισθούν οι αγρότες για την ασφάλιση της παραγωγής τους σε ιδιωτικές εταιρείες. Η μείωση των εσόδων του ΕΛΓΑ κατά 18 δις, γιατί η Ε.Ε απαγορεύει την παρακράτηση του 3% από τις επιδοτήσεις αποτελεί πρόσχημα. Επι πλέον ξεκαθαρίστηκε ότι η ενίσχυση των γεωργικών ασφαλίσεων είναι απολύτως συμβατή με τα διεθνώς ισχύοντα. Απομένει η υπόσχεση της Κυβέρνησης να ενισχύει τον ΕΛΓΑ κατά 20 δις από τον κρατικό προϋπολογισμό, αλλά και να εξευρεθούν πόροι από τη φοροδιαφυγή λόγω της λαθραίας διακίνησης των αγροτικών προϊόντων που κινεί το παραεμπόριο. 50-55 δις υπολογίζονται τα έσοδα που χάνονται από την έκδοση τιμολογίων. Είναι αίτημα όλων ο ΕΛΓΑ να παραμείνει οργανισμός πρόνοιας και κοινής ωφέλειας και το αίτημα αυτό να το λάβετε σοβαρά υπόψη σας. Μακροχρόνια πολλά και σύνθετα τα προβλήματα των αγροτών και της ελληνικής γεωργίας που δεν εξαντλούνται σε μια εισήγηση 20 λεπτών. Μεγάλο διαπιστώνεται το έλλειμμα μιας εθνικής αγροτικής πολιτικής επίλυσής τους τόσο όσον αφορά τα προβλήματα της παραγωγής και του κόστους των προϊόντων, όσο και αυτά που αφορούν τη διαπραγματευτική πολιτική της κυβέρνησης με τα όργανα της Ε.Ε. Αν μέχρι χθες οι συνθήκες ήταν δύσκολες σήμερα και στο μέλλον θα προστεθούν νέες δυσκολίες, όπως : Με πρόσχημα την διεύρυνση προς τις χώρες ΚΑΕ θα υιοθετούνται και θα προωθούνται πολιτικές που μεταβάλλουν βασικές αρχές της ίδρυσής της, που περιορίζουν το όραμα της Ενωμένης Ευρώπης σε πλαίσια σχεδόν αποκλειστικά “οικονομίστικα” και “εμπορικά”, θα υποβαθμίζονται, έτσι, θ’ αποδυναμώνονται και τίθενται σε δεύτερη μοίρα οι προτεραιότητες που θα ενδυνάμωναν την οικονομική και κοινωνική συνοχή, που θα στήριζαν την δημιουργία της Ευρώπης των εργαζομένων και των πολιτών. Για τις ανάγκες της Ένωσης στη σημερινή της σύνθεση, ανάγκες που οφείλονται σε περιφερειακές διαφορές των οποίων η εξάλειψη καθυστερεί, θα διατίθεται για διαρθρωτικές παρεμβάσεις σαφώς λιγότεροι πόροι, ενώ θα δημιουργηθούν και νέες δαπάνες εις βάρος τομέων και πολιτικών που εκ παραδόσεως επωφελούνται των κοινοτικών ενισχύσεων. Η κύρια όμως μεταβολή επιδιώκεται να γίνει στη “φιλοσοφία” αλλά και τις πρακτικές που αφορούν την Κοινή Αγροτική Πολιτική. Πρόκειται, βέβαια για μια μεταβολή που ξεκίνησε τα προηγούμενα χρόνια με τις διαδοχικές αναθεωρήσεις της ΚΑΠ (1988,1992), με τα συμφωνηθέντα στα πλαίσια της GATT και του ΠΟΕ. Είναι μια μεταβολή προς την κατεύθυνση της “φιλελευθεροποίησης” της γεωργίας, της αντιμετώπισής της σαν μια εμπορική δραστηριότητα που υπόκειται στους νόμους της ελεύθερης αγοράς. Ο γεωργικός τομέας αντιμετωπίζεται πλέον ως τομέας στον οποίο εφαρμόζονται οι εμπορικοί κανόνες με τον ίδιο τρόπο που εφαρμόζονται στο βιομηχανικό και το βιοτεχνικό. Αγνοείται ο κοινωνικός ρόλος της γεωργίας, η συμβολή της στην διατήρηση της απασχόλησης, στην ποιότητα ζωής, στην οικολογική ισορροπία. Αυτή η αντίληψη, γίνεται πια κυρίαρχη με την νέα προτεινόμενη αναθεώρηση με την “Agenda 2000” όσο και με τα διαφαινόμενα από τις διάφορες μελέτες και δημόσιες τοποθετήσεις του αρμόδιου -και όχι μόνον- Επίτροπου για τη γεωργία. Στόχος της νέας αγροτικής πολιτικής είναι η παραγωγή προϊόντων σε τιμές ανταγωνιστικές της διεθνούς παραγωγής. Η τυχόν στήριξη του εισοδήματος των αγροτών (για όσο διάστημα υπάρχει τέτοια στήριξη) θα είναι ανεξάρτητη του όγκου και του κόστους παραγωγής, θα συνδέεται με περιβαλλοντικούς όρους, θα γίνεται κυρίως περιφερειακά και τοπικά και όχι με Κοινές Οργανώσεις Αγοράς. Προτείνεται, μείωση ή κατάργηση των εγγυημένων τιμών, ενώ η διατήρηση ή και η αύξηση της απασχόλησης καθώς και η αντιμετώπιση της απερήμωσης της υπαίθρου θα γίνεται με μέτρα που δεν θα συνιστούν “παροχή” προς την αγροτική τάξη αλλά πλήρως ανταποδοτική “υπηρεσία”. Το νέο σύστημα των εισοδηματικών ενισχύσεων κάνει περισσότερο ευάλωτη την Κοινή Αγροτική Πολιτική διότι “προκαλεί” χώρες μέλη με ισχυρά δημοσιονομικά μέσα να καταβάλουν εθνικές ενισχύσεις χωρίς να προκαλέσουν προβλήματα στις ενδοκοινοτικές ανταλλαγές (εφόσον δεν επιδρούν στις τιμές). Με άλλα λόγια, η υιοθέτηση της νέας λογικής διευκολύνει την επανεθνικοποίηση της ΚΑΠ και βλάπτει τις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες-μέλη και σίγουρα την Ελλάδα.