Home Ομιλίες Τοποθέτηση της Βουλευτού στην επερώτηση της Ν.Δ. για το ελαιόλαδο.

Τοποθέτηση της Βουλευτού στην επερώτηση της Ν.Δ. για το ελαιόλαδο.

E-mail Εκτύπωση PDF
Πραγματικά, επί σειρά ετών συσσωρεύονται μεγάλα προβλήματα στην ελληνική γεωργία και κατ’ εξοχήν στον τομέα του ελαιόλαδου. Ήδη από το τέλος του προηγούμενου χρόνου έχει προκληθεί μια έντονη ανησυχία για το μέλλον του ελαιόλαδου. Μετά από πρωτοβουλία του ΣΥΝ και του ευρωβουλευτή μας Α. Αλαβάνου στις Βρυξέλλες, οργανώθηκε εκδήλωση για το λάδι, όπου ο Πρ/νος του τμήματος Ελαιολάδου της Δν/σης Γεωργίας κ. Διβαρης δήλωσε κι αυτός ότι ανησυχεί για το μέλλον του προϊόντος. Αυτή λοιπόν την ανησυχία με τη δική μας αγωνία απευθύνουμε στην Κυβέρνηση και το Υπουργείο Γεωργίας για να τους επισημάνουμε ότι είναι απόλυτα δικαιολογημένη, αφού με την αναθεώρηση της Κοινής Οργάνωσης Αγοράς (ΚΟΑ) δεν έχει προσδιοριστεί ακόμα το καθεστώς των κοινοτικών ενισχύσεων, ενώ πρόθεση της Επιτροπής είναι τα μέτρα και οι έλεγχοι να γίνουν πιο αυστηροί στο μέλλον όσο αφορά στις ποσοστώσεις, όσο και στις επιδοτήσεις. Στο σημείο αυτό έρχεται να προστεθεί και η αδιαφορία της ελληνικής κυβέρνησης για τη σύνταξη επιτέλους του ελαιοκομικού κτηματολογίου ( ή μητρώου), όταν οι άλλες χώρες έχουν ήδη ολοκληρώσει τις διαδικασίες ή βρίσκονται στην τελική φάση. Όπως με το μητρώο αγροτών, έτσι και με το ελαιοκομικό μητρώο το Υπουργείο Γεωργίας μένει στα λόγια περί εργαλείων άσκησης αγροτικής πολιτικής και στην πράξη καταδικάζει τους έλληνες παραγωγούς σε σοβαρά πρόστιμα. Πρέπει να είμαστε σαφείς. Το ελαιοκομικό μητρώο δεν είναι βίτσιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αλλά μέσο για τον έλεγχο των δαπανών με βάση τα αξιόπιστα στοιχεία, που αφορούν καλλιεργούμενη έκταση, αριθμό και ηλικία δένδρων, ποικιλία. Αν δεν καταθέσουμε το μητρώο αυτό, η Ελλάδα κινδυνεύει να υποστεί αυτή μόνη τους ελεγκτικούς μηχανισμούς της Ε.Ε., ενώ η Ισπανία και η Ιταλία να θεωρηθούν αξιόπιστες λόγω μητρώου !! Επ’ αυτού όμως η Επερώτηση δεν κάνει καμία αναφορά. Γιατί άραγε; Βέβαια, γνωρίζει πάρα πολύ καλά η Κυβέρνηση ότι θα πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες της, ότι όσο καθυστερεί αυτό, καθυστερεί τελικά η αναθεώρηση της ΚΟΑ και τελικά ενδεχομένως να υποστούμε και αυτό, Η Ε.Ε. να καθορίσει εκείνη με τα δικά της στοιχεία –και βέβαια να μην γελιέται κανείς ότι θα είναι προς όφελος της χώρας μας- τα θέματα τα οποία αφορούν το προϊόν του ελαιόλαδου. Ως προς τις επιδοτήσεις, πράγματι η Κυβέρνηση δεν πέτυχε την έγκριση επαρκών ποσοτήτων εθνικής παραγωγής για κοινοτική ενίσχυση. Κι’ αυτό, γιατί η Κυβέρνηση πήγε «ξυπόλυτη στ’ αγκάθια» αφού δεν φρόντισε και δεν αναζήτησε συμμάχους, αλλά προσπάθησε μόλις την τελευταία στιγμή να συγκροτήσει πολιτική γύρω από τα ζητήματα αλλαγής της ΚΟΑ. Αν δεν υπήρχαν μάλιστα οι κινητοποιήσεις των ισπανών παραγωγών, που έφτασαν μέχρι τις Βρυξέλλες, όπως και η αντίδραση των Ιταλών από τις θέσεις «κλειδιά» που κατέχουν στην κοινοτική γραφειοκρατία, ίσως τα πράγματα να ήσαν χειρότερα. Όμως, η Επερώτηση έρχεται να υπερασπιστεί με καθυστέρηση μάλιστα το καθεστώς των «μικρών παραγωγών». Λοιπόν, θα πρέπει κάποτε να ξεκαθαρίσουμε τι θέλουμε και αν είμαστε διατεθειμένοι να δεχτούμε τα αντιδημοτικά μέτρα των ελέγχων. Έχουμε υποστηρίξει και στο παρελθόν ότι είμαστε υπέρ της στήριξης των πραγματικά μικρών παραγωγών και όχι στον πολλαπλασιασμό τους με κατάτμηση της περιουσίας της οικογένειας, έτσι ώστε κάποιοι να παίρνουν δύο φορές επιδότηση για το ίδιο λάδι κι’ αυτό με ζημιά για τους πραγματικούς παραγωγούς, που πληρώνουν κάθε χρόνο τη νύφη των προστίμων. Ο ρυθμός αύξησης των μικρών παραγωγών δεν βάζει σε σκέψεις τους επερωτώντες βουλευτές; Εμείς πραγματικά θέλουμε να ενισχυθούν οι μικροί παραγωγοί. Η αιτιολογία σήμερα για την κατάργηση της ενίσχυσης των μικρών παραγωγών είναι ότι αφορά μικρό μέρος της παραγωγής, το 30%. Για εμάς δεν είναι μικρό ποσοστό αυτό. Επιπλέον ο μικρός κλήρος, δηλαδή η μικρή παραγωγή κάτω των πεντακοσίων κιλών, έχει ανάγκη ενίσχυσης. Υπάρχει προτεραιότητα είτε κατεξοχήν αυτοί ασχολούνται με το ελαιόλαδο είτε συμπληρώνουν το εισόδημά τους από αυτή την απασχόληση. Συμφωνούμε λοιπόν ότι η Κυβέρνηση δεν έχει συγκροτήσει θέσεις για τα κρίσιμα ζητήματα της αναθεώρησης. Δεν έχει διασφαλίσει «καθεστώς διαφάνειας και αποτελεσματικού ελέγχου της παραχθείσας ποσότητας ελαιολάδου, για να μην έχουμε πανωγραψίματα. Χρειάζεται να συμφωνήσουμε σε μια άλλη λογική και μια διαφορετική πολιτική, που θα είχε μακροπρόθεσμα θετικά αποτελέσματα για το εθνικό μας προϊόν και τους έλληνες ελαιοπαραγωγούς. Ας πάμε τώρα στις περίφημες τριάντα (30) δραχμές που δόθηκαν στους παραγωγούς. Ήταν πράγματι ένα προεκλογικό τερτίπι της Κυβέρνησης σύμφωνα με την πάγια τακτική της για την εξαγορά της ψήφου των αγροτών. Τι προτείνει όμως η Ν.Δ.; Τίποτα πέρα από την καταγγελία. Σήμερα το μόνο που απομένει είναι να πιεστεί η Κυβέρνηση να το ξεχάσει, έστω και με τη μέθοδο της διολίσθησης. Εμείς λέμε ότι τελικά αυτό θα πρέπει να χαριστεί στους αγρότες και να μην αποτελέσει ένα άτοκο δάνειο. Ως προς τις τιμές η επερώτηση τοποθετεί το θέμα των τιμών με την ίδια λογική, που το αντιμετωπίζει και η Κυβέρνηση. Ας ξεκαθαρίσουμε λοιπόν ότι η Κυβέρνηση, όπως έχουμε τονίσει και στο παρελθόν άλλωστε, έχει σοβαρές ευθύνες για τις δυσκολίες που παρουσιάζει σήμερα η εμπορία, η τυποποίηση και οι εξαγωγές του ελαιολάδου. Συγκεκριμένα, η Κυβέρνηση δεν έδωσε τη μάχη που έπρεπε, για να μη καταργηθεί η τιμή παρέμβασης και ο θεσμός της παρέμβασης. Αποτέλεσμα, χάθηκε το προστατευτικό δίχτυ που είχε οργανωθεί μέχρι τότε για τους παραγωγούς και οι τιμές πέφτουν, όσο επιβάλλει η περίφημη «αγορά», χωρίς να υπάρχει τρόπος συγκράτησης σ’ ένα επίπεδο! Είναι όμως απορίας άξιον, γιατί η Ν.Δ. εγκαλεί την Κυβέρνηση γι’ αυτή την πολιτική, όταν και η ίδια είναι θιασώτης της φιλελευθεροποίησης των αγορών και υπέρμαχος της ελεύθερης αγοράς. Κανονικά θα έπρεπε λοιπόν να ικανοποιείται και να συμφωνεί με τη θέση που ο κ. Υπουργός κάθε φορά προβάλλει ως απόλυτη αλήθεια ότι «η αγορά καθορίζει τις τιμές και όχι η Κυβέρνηση». Ας μας πουν λοιπόν και οι δύο, με ποιο τρόπο θα υποχρεώσουν τους Ιταλούς και τις βιομηχανικές τυποποιήσεις στην Ελλάδα να αγοράζουν ακριβότερα το λάδι; Είμαστε λοιπόν υπέρ της κοινοτικής προστασίας και των θεσμών ενίσχυσης των παραγωγών. Σε συνδυασμό με την προβολή της ποιότητας του εγγυητικού ελαιολάδου οι τιμές που μπορούν και δικαιούνται να εισπράξουν οι ελαιοπαραγωγοί θα είναι σαφώς ανώτερες των σημερινών. Είναι προφανές και σχεδόν εγκληματικό ότι η Κυβέρνηση δεν έχει μια πολιτική προσανατολισμού και ενίσχυσης των ελαιοπαραγωγών για την τυποποίηση και τελικά αξιοποίηση αυτού του καταπληκτικού προϊόντος. Από την ολιγωρία που έχει επιδείξει, θεωρείται πλέον στη χώρα μας η χύμα διακίνηση του λαδιού ως παράδοση. Διαπιστώνουμε τη μεγάλη ανάγκη, αλλά και τη μεγάλη υστέρηση που υπάρχει στην τυποποίηση και των άλλων αγροτικών προϊόντων, αλλά και του λαδιού ιδιαίτερα, με τις γνωστές συνέπειες στη νοθεία, με τη φτηνή αγορά από την Ιταλία, την τυποποίηση του εκεί και βέβαια την ακριβή πλέον πώλησή αυτού του προϊόντος μέχρι και δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) δραχμές το κιλό, όταν πλέον το προϊόν αυτό είναι τυποποιημένο. Θέλουμε να ρωτήσουμε την Κυβέρνηση. Γνωρίζει ότι στα ράφια των καταστημάτων των Βρυξελλών υπάρχουν ισπανικά και ιταλικά λάδια αλλά όχι ελληνικά; Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι το δικό μας πλεονέκτημα δεν είναι το ελαιόλαδο γενικώς αλλά το έξτρα παρθένο ελαιόλαδο και η κατά περιοχή ιδιαιτερότητές του. Η επιδίωξή μας πρέπει να είναι μια: με την ποιότητα να κερδίσουμε έδαφος στην αγορά και όχι να υποβιβάσουμε την ποιότητα για να πάρουμε μερτικό μας. Γι’ αυτό και στο νέο κανονισμό θα πρέπει η ποιότητα να έχει βαρύνουσα σημασία και ει δυνατόν να περάσει η πρόταση κατάργησης της ανάμιξης ελαιολάδου με σπορέλαια. Ακόμη πρέπει να προωθήσουμε μαζί με τους Ιταλούς, οι οποίοι έχουν κάνει ήδη προσφυγή, την αναγραφή των περιοχών παραγωγής ως «προέλευση» του προϊόντος κι όχι τον τόπο όπου εκθλίβεται και γίνεται η επεξεργασία του. Από τη δική μας πλευρά θα ήθελα να προσθέσω τα εξής ερωτήματα στην επερώτηση της Νέας Δημοκρατίας: Πού βρίσκεται η υπόθεση του ελαιοκομικού κτηματολογίου και τι σκοπεύετε να κάνετε επ’ αυτού; Ποιες είναι οι θέσεις της χώρας μας για την αναθεώρηση της ΚΟΑ; Ποια είναι η στρατηγική προώθησης του ελαιόλαδου στην Ελλάδα και στο εξωτερικό;