Home Οικονομία & Ανάπτυξη (τομέας ευθύνης) Tοποθέτηση επί του Σχεδίου Νόμου «Δημιουργία νέας καθετοποιημένης εταιρίας ηλεκτρικής ενέργειας»

Tοποθέτηση επί του Σχεδίου Νόμου «Δημιουργία νέας καθετοποιημένης εταιρίας ηλεκτρικής ενέργειας»

E-mail Εκτύπωση PDF

Στα θέματα των αποκρατικοποιήσεων, εξαρχής έχουμε θέσει το θέμα  ότι αυτές δεν πρέπει να γίνονται για δημοσιονομικούς και μόνο λόγους, αλλά πρέπει να εντάσσονται και να υπηρετούν τον αναπτυξιακό σχεδιασμό της χώρας και σε κάθε περίπτωση πρέπει να διασφαλίζεται το δημόσιο συμφέρον. Ειδικότερα για τους Οργανισμούς Κοινής Ωφέλειας: ύδρευσης (ΕΥΔΑΠ, ΕΥΑΘ), Ενέργειας (ΔΕΗ, δίκτυα) και των  μεγάλων  λιμένων (ΟΛΠ, ΟΛΘ), η ΔΗΜΑΡ καταψήφισε το σχετικό άρθρο για τη μεταφορά όλου του πακέτου των μετοχών των Οργανισμών αυτών στο ΤΑΙΠΕΔ για την πώληση τους.Στο πλαίσιο αυτό, για τα θέματα της ιδιωτικοποίησης-πώλησης των δικτύων της ΔΕΗ (του ΑΔΜΗΕ) όπως και για το σχέδιο διαμελισμού της ΔΕΗ διαφώνησε και ανέδειξε τη διαφωνία της αυτή, μεταξύ των βασικών λόγων  της αποχώρησής της από την Κυβέρνηση.

Σήμερα ο τεμαχισμός  της μεγαλύτερης δημόσιας επιχείρησης της χώρας, της ΔΕΗ, η οποία παρέχει το πολύτιμο κοινωνικό αγαθό της ενέργειας, με τη δημιουργία της προς πώληση που επιχειρείται με το Σχέδιο Νόμου, που συζητάμε, δεν εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, αφού πωλούνται υποδομές (κοιτάσματα, υδροηλεκτρικά) ανεκτίμητης αξίας και απόδοσης, ούτε τον πραγματικό ανταγωνισμό προς όφελος των καταναλωτών αφού, σύμφωνα με την υπάρχουσα εμπειρία, τα κοστολόγια του ρεύματος δεν μειώθηκαν  με τέτοιες πρακτικές και το βασικότερο βάζει σε τεράστιο κίνδυνο τη βιωσιμότητα της ΔΕΗ, η οποία είναι η μόνη που μπορεί να προστατεύει το δημόσιο συμφέρον και τον καταναλωτή και να εγγυηθεί  την επάρκεια του ενεργειακού εφοδιασμού.

Η διάλυση των υποδομών της ΔΕΗ και η εκποίησή τους, είναι μία ιδιωτικοποίηση που βγάζει στο σφυρί το δημόσιο αγαθό της ενέργειας, ιδιωτικοποίηση που   έρχεται σε αντίθεση με τα άρ. 5 και 21 του Συντάγματος που επιβάλλουν τη μέριμνα του κράτους για την υγεία των πολιτών (σκεπτικό της υπό έκδοση σχετική με τις ιδιωτικοποιήσεις δημόσιων αγαθών απόφασης του ΣτΕ). Μία ιδιωτικοποίηση που δεν εντάσσεται  σε  αναπτυξιακό σχεδιασμό και στην προκειμένη περίπτωση στους στόχους μίας βιώσιμης  ενεργειακής στρατηγικής για τη χώρα.

Η κυβέρνηση κατά τη συζήτηση στην επιτροπή δεν έχει παρουσιάσει κανένα ουσιαστικό επιχείρημα γι’ αυτή την πολύ κρίσιμη για την εθνική οικονομία και την κοινωνία επιλογή της, ούτε απαντά σε βασικά ερωτήματα και αιτιάσεις που θέτουν  όχι μόνο τα πολιτικά κόμματα, οι φορείς -όλοι σχεδόν οι 17 φορείς που κλήθηκαν στην επιτροπή-, οι εργαζόμενοι και οι τοπικές κοινωνίες, αλλά και πολλοί τεχνοκράτες του ενεργειακού τομέα.

Παραβλέπει την πραγματικότητα και τις αλλαγές που λαμβάνουν χώρα στη αναθεώρηση της μακροχρόνιας ενεργειακής στρατηγικής στην Ευρώπη και, κυρίως, παραβλέπει την δυσμενέστατη οικονομική συγκυρία και τις ιδιαιτερότητες του ελληνικού χώρου, όταν πουλά το ένα τρίτο των υποδομών, του παραγωγικού δυναμικού και της πελατειακής βάσης της ΔΕΗ.

Παραβλέπει

- Τις μεγάλες ευπαθείς κοινωνικές ομάδες που χρήζουν ειδικής στήριξης στην περίοδο της κρίσης.

- Την  αναγκαία υποστήριξη και τιμολογιακή πολιτική –ειδικά τιμολόγια-  για τους καταναλωτές των νησιών, τους αγρότες, τους πολύτεκνους κ.α

- Τη μεγάλη εξάρτηση της παραγωγής ΗΕ από το εθνικό και πολύτιμο συνάμα για την οικονομία και την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού κοίτασμα του λιγνίτη και την υποστήριξη των τοπικών κοινωνιών που από  τις επιπτώσεις δικαιούνται τα ανταποδοτικά οφέλη.

- Τα πολύτιμα υδροηλεκτρικά έργα (μαζί και τις κοίτες και τις όχθες τους) τα οποία είναι πολλαπλού σκοπού (ΗΕ, ύδρευση, άρδευση, κλπ) και είναι απαραίτητο για λόγους δημόσιου συμφέροντος, περιβαλλοντικής και βιώσιμης διαχείρισης των υδάτινων πόρων να παραμείνουν υπό δημόσιο έλεγχο και κυρίως

Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της χώρας: μικρός πληθυσμός, πολλά νησιά, μικρό μέγεθος βιομηχανικής δραστηριότητας κ.λ.π. που δεν επιτρέπουν τη σύγκριση με τις μεγάλες ενεργειακές αγορές της ΕΕ.

Ας δούμε λοιπόν τα πράγματα με τη σειρά,

Τη τελευταία δεκαετία στην Ελλάδα έχουν συντελεσθεί πολλές και κρίσιμες εξελίξεις στον τομέα της ενέργειας τις οποίες θα πρέπει να αναλύσουμε με λεπτομέρεια προκειμένου να αποφασίσουμε για το παρόν και μέλλον του ενεργειακού κλάδου, αφού μάλιστα μέχρι σήμερα τέτοιο σχέδιο και στρατηγική δεν υπάρχει. Το ζητούμενο είναι βιώσιμες και διαφορετικές πηγές ενέργειας σε ανταγωνιστικό κόστος, εξασφαλίζοντας  ταυτόχρονα την ασφάλεια εφοδιασμού.

Αυτό είναι και το επίκεντρο του διαλόγου στην Ευρώπη για την μεσοπρόθεσμη ενεργειακή στρατηγική  που θα στοχεύει σε ανταγωνιστικό κόστος ενέργειας για τη βιομηχανία της, αλλά και προσιτό κόστος ενέργειας για τα νοικοκυριά και τις Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις (ΜμΕ).  

Στην Ελλάδα αυτό είναι ακόμη πιο επίκαιρο και σημαντικό, καθώς, λόγω της κρίσης, είναι πολλά τα νοικοκυριά, οι Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις, αλλά και οι βιομηχανίες που αντιμετωπίζουν δυσκολίες να πληρώσουν τους λογαριασμούς ρεύματος, ειδικά όταν αυτοί είναι επιβαρυμένοι και με αυξημένα τέλη και φόρους που επιβλήθηκαν στο πλαίσιο της δημοσιονομικής προσαρμογής.

Μετά από αυτό το βασικό ερώτημα, στο οποίο κανείς δεν έχει απαντήσει με επιχειρήματα και εμπεριστατωμένη ανάλυση στη σημερινή συζήτηση είναι με ποιο τρόπο ο τεμαχισμός της μεγαλύτερης επιχείρησης κοινής ωφέλειας της χώρας και η πώληση της μικρής ΔΕΗ διασφαλίζει τους τρεις  βασικούς στόχους της μεσοπρόθεσμης ενεργειακής στρατηγικής της Ελλάδας και της Ευρώπης που είναι α) η ασφάλεια εφοδιασμού β) το ανταγωνιστικό κόστος και γ) η περιβαλλοντική προστασία.

 

Όσον αφορά τα θέματα της απελευθέρωσης:

Από την πλευρά της παραγωγής, η απελευθέρωση έχει συντελεστεί σε ικανοποιητικό βαθμό. Νομοθετικά από μία σειρά νόμων, βάση των οποίων οι ιδιώτες λειτουργούν σήμερα επτά (7) μονάδες φυσικού αερίου και χιλιάδες μικρές μονάδες ΑΠΕ, ενώ διαθέτουν και άδειες για μονάδες εκμετάλλευσης ορυχείων και σταθμών παραγωγής, όπου όμως δεν επενδύουν, περιμένοντας άραγε να πάρουν  μισοτιμής τις μονάδες της ΔΕΗ, αλλά και τα ανεκτίμητης αξίας υποδομές και τεχνοχνογνωσία της. Άλλωστε όλες οι ήδη εγκατεστημένες από τους ιδιώτες πηγές ενέργειας αντιπροσωπεύουν σήμερα σε επίπεδο παραγωγής πλέον του 35% της αγοράς και μάλιστα με πολύ υψηλότερο κόστος από το μέσο κόστος της ΔΕΗ, ενώ κατά την περίοδο της κρίσης οι μεγάλες μονάδες μέσω στρεβλώσεων έτυχαν προνομιακής μεταχείρισης (ανάκτηση μεταβλητού κόστους) επιβαρύνοντας το κόστος παραγωγής προς ζημία της ΔΕΗ και των καταναλωτών.

Άραγε πως στη παραγωγή αναφορικά με το στόχο της ασφάλειας εφοδιασμού,  είμαστε σίγουροι ότι ο ιδιώτης επενδυτής θα προβεί σε νέες επενδύσεις, υλοποιώντας για παράδειγμα την επένδυση της Μελίτης 2; Δεν μπορώ να πιστέψω ότι κάποιος ιδιώτης επενδυτής θα δεσμευθεί προκαταβολικά σε μία τόσο μεγάλη επένδυση. Άλλωστε ευκαιρίες για τέτοιες επενδύσεις είχαν δοθεί σε ιδιώτες και στο παρελθόν και μάλιστα σε πολύ καλύτερους καιρούς από οικονομικής απόψεως, αλλά καμία δεν προχώρησε. Δεν προχώρησε γιατί τα λεφτά είναι πολλά, οι υλοποίηση αυτών των επενδύσεων παίρνει καιρό και επομένως ο οποιοσδήποτε ιδιώτης θα αρχίσει να αποσβένει την επένδυσή του μετά από πολλά χρόνια. Άραγε υπάρχει σήμερα ιδιώτης, και μάλιστα στην υπάρχουσα κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, που παίρνει τέτοια ρίσκα; Και εάν τελικά τα πάρει, τι κέρδη θα προσπαθήσει να αποσπάσει για το ρίσκο που θα αναλάβει;  

Από την πλευρά της εμπορίας, η αγορά είναι πλήρως απελευθερωμένη και μάλιστα όταν ξεκίνησε ο ανταγωνισμός, κυρίως με τις εταιρείες Energa και HellasPower, που πήραν σημαντικά μερίδια αγοράς και πελάτες από τη ΔΕΗ, τελικά κατέληξε σε σκάνδαλο, αφού οι βασικοί μέτοχοί τους διώκονται σήμερα ποινικά με βαρύτατες κατηγορίες. Τι έγινε αυτή η απελευθέρωση; Πόσα λεφτά καταναλωτών σε περίοδο κρίσης χάθηκαν; Ποιος θα διασφαλίσει ότι τέτοια φαινόμενα δεν θα επαναληφθούν; Οι χαμένοι αυτής της απελευθέρωσης ήταν το κράτος, οι καταναλωτές και η ΔΕΗ,  που ζημιώθηκε με δεκάδες εκατομμύρια.

Από την άλλη πλευρά για ποια άραγε απελευθέρωση της λιανικής αγοράς μιλάμε όταν ένα μεγάλο μέρος των καταναλωτών αδυνατεί σήμερα να πληρώσει τους λογαριασμούς και, από δημοσιεύματα, γίνεται λόγος για σωρευμένο ληξιπρόθεσμο χρέος προς τη ΔΕΗ που ξεπερνά το 1,3 δις €;  Θα απελευθερωθεί και αυτό;

Τι θα γίνουν αυτά τα χρέη; Ποιος θα αναλάβει την προμήθεια ΗΕ των ΔΕΚΟ, του δημοσίου και της βιομηχανίας; Ποιος θα διασφαλίσει τις ΜμΕ που στενάζουν μετά από έξη  χρόνια ύφεσης, περιμένοντας τα πρώτα σημάδια ανάκαμψης!!!

Ο ιδιώτης θα προσφέρει δίχτυ προστασίας και ανταγωνιστικό κόστος σε όλους αυτούς,  που είναι πλέον του  μισού πληθυσμού της χώρας και που αντικειμενικά αντιμετωπίζουν  μεγάλα οικονομικά προβλήματα λόγω κρίσης;

Γιατί η Τρόικα δεν πρότεινε τόσα χρόνια κάποια άλλη ήπια απελευθέρωση; Μήπως γιατί βολεύτηκε με το ρόλο της ΔΕΗ ως εισπρακτικού μηχανισμού, να συλλέγει δηλαδή στην εμπορία το τέλος ακινήτων, το και τώρα που αυτό μεταφέρθηκε αλλού, θυμήθηκε την απελευθέρωση, την διάσπαση δηλαδή της δημόσιας επιχείρησης.

Όταν σε όλο τον κόσμο και στην Ευρώπη είναι σε φάση αναθεώρησης των ενεργειακών στρατηγικών, ακόμη και στις πιο απελευθερωμένες αγορές, εμείς στην Ελλάδα προχωράμε χωρίς ενδοιασμούς σε λύσεις που μπορεί να αποδειχθούν "μοιραίες", σε μια οικονομία και κοινωνία που έχει εξαντλήσει τις αντοχές της.

Αναφορικά με τα τιμολόγια, ποιος άραγε πιστεύει ότι με την πώληση της μικρής ΔΕΗ αυτά θα γίνουν ανταγωνιστικότερα; Ξεχνάμε ότι οι τελευταίες αυξήσεις τιμολογίων της ΔΕΗ, δεν αφορούσαν κόστη ΔΕΗ, αλλά αυξήσεις τέλους ΑΠΕ, όπως και στρεβλώσεων της αγοράς που αφορούσαν τις ιδιωτικές μονάδες φυσικού αερίου. Παρά και τις αυξήσεις αυτές όμως, τα τιμολόγια ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα παραμένουν από τα χαμηλότερα της ΕΕ, σε αντίθεση με τιμολόγια της Γερμανίας και της Ιταλίας που είναι από τα υψηλότερα. Για παράδειγμα, για ένα μεσαίο νοικοκυριό, το συνολικό οικιακό τιμολόγιο στην Ελλάδα είναι γύρω στα 120 ευρώ/MWh, ενώ στην Γερμανία ξεπερνά τα 260 ευρώ/MWh και στην Ιταλία τα 220 ευρώ/MWh.

Ποιος λοιπόν μπορεί να πιστέψει ότι ένας ιδιώτης που θα πληρώσει 1,5 και πλέον δισεκατομμύρια -όπως μας λέτε- για να αγοράσει τη μικρή ΔΕΗ (το 1,5 δις δεν περιλαμβάνει βέβαια την αξία του λιγνίτη και του πελατολογίου), και ταυτόχρονα θα κάνει άλλα τόσα δισεκατομμύρια νέες επενδύσεις, θα αναλάβει τις κοινωνικές & οικονομικές δεσμεύσεις που έχει και εκπληρώνει μέχρι τώρα η ΔΕΗ προς τις τοπικές κοινωνίες, τους αγρότες, τις ευπαθείς ομάδες, κλπ;

Θα αναλάβει πελάτες που θα έχουν χρέη ή θα αδυνατούν να πληρώσουν;

ΘΑ ΜΠΟΡΕΣΕΙ ΝΑ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΕΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΕΡΑ ΤΙΜΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ; Μα καλά, αυτός ο ιδιώτης επενδυτής, από πού τελικά θα βγάλει κέρδος για την επένδυσή του; Ή μήπως θα αναλάβει όλα αυτά στα πλαίσια κοινωφελών σκοπών; Το πιθανότερο είναι ότι θα κρατήσει τα περιουσιακά στοιχεία που απέκτησε και ότι άλλο κερδοφόρο και θα αφήσει τα υπόλοιπα και κυρίως την προστασία των καταναλωτών και την ασφάλεια του εφοδιασμού στην αποδεκατισμένη πλέον ΔΕΗ. Πότε θα μας απαντήσετε σε όλα αυτά;  Και μη μου πείτε για άρτιες συμβάσεις που θα τον δεσμεύουν και θα διασφαλίζουν το δημόσιο συμφέρον. Είδαμε πως χειρισθήκατε τις συμβάσεις παραχώρησης των μεγάλων οδικών αξόνων, όλα τα δεινά από την  κρίση έπεσαν στις πλάτες του δημοσίου.

Η ενέργεια δεν είναι τηλεπικοινωνίες. Οι τιμές έπεσαν εκεί πρωτίστως λόγω της τεχνολογικής ωρίμανσης. Και βέβαια στην εν λόγω απελευθέρωση στη χώρα μας  δεσπόζουσα θέση έχει πλέον η Γερμανική κρατική εταιρεία! Με ότι αυτό συνεπάγεται. Το σημαντικότερο είναι όμως, που σκόπιμα το παραβλέπεται, ότι στις τηλεπικοινωνίες δεν υπάρχει καύσιμο που η τιμή του να εξαρτάται από εξωγενείς παράγοντες (πετρέλαιο, φυσικό αέριο) ούτε υφίσταται η υποχρέωση της εξασφάλισης της επάρκειας του εφοδιασμού. Η ενέργεια απαιτεί μεγάλες επενδύσεις, είναι πρωτίστως βιομηχανική δραστηριότητα (γι αυτό και δεν έχει καμία σχέση με τις τηλεπικοινωνίες) και είναι το πρώτο πολύτιμο αγαθό μιας κοινωνίας και αναπτυγμένης οικονομίας που σέβεται τον εαυτό της.

Στις τηλεπικοινωνίες, αν δεν πληρώσεις το κινητό στο κόβουν. Αν δεν πληρώσεις το ρεύμα θα γίνει το ίδιο; Και είναι το ίδιο; Θα επιβιώσει έστω και μία μέρα η οικογένεια και η βιομηχανία. Ας το αναλογιστούμε προτού είναι αργά!!!

Τέλος, όσον αφορά τη δημόσια επιχείρηση, τον όμιλο ΔΕΗ.

Η ΔΕΗ παρά τις δυσκολίες της οικονομικής συγκυρίας και πολύ περισσότερο ότι κλήθηκε επί τρία  χρόνια να παράξει υπηρεσίες φορολογικού μηχανισμού του κράτους με το λεγόμενο , έχει περιορίσει πλέον του 40% τα έξοδα της λειτουργίας της  και σήμερα είναι κερδοφόρος επιχείρηση και  από τις πρώτες  σε αξία μετοχών επιχειρήσεις εισηγμένες στο Χρηματιστήριο.

Οι θετικές προοπτικές της ΔΕΗ για την ανάπτυξή της και την συμβολή της στην εθνική οικονομία επιβεβαιώθηκαν από την αναβάθμιση της από τον διεθνή οίκο πιστοληπτικής αξιολόγησης Standard & Poors κατά τρεις (3) βαθμούς καθώς και την επιτυχή έξοδό της στις διεθνείς αγορές. Επιπλέον αναγνώριση των προσπαθειών που κατέβαλε η μεγαλύτερη βιομηχανική επιχείρηση της χώρας για να ανταπεξέλθει στις πιο αντίξοες συνθήκες της μεγαλύτερης κρίσης αποτελούν και τα διεθνή δάνεια που εξασφάλισε για την χρηματοδότηση των νέων επενδύσεων όπως είναι τα δάνεια από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και την Γερμανική KfW.  Άραγε δεν είναι οξύμωρο ότι οι διεθνείς αγορές και τράπεζες εμπιστεύονται τη ΔΕΗ μέσα στη κρίση ενώ μέσα στην ίδια της τη χώρα, την οποία έχει στηρίξει όσο καμία άλλη ιδιωτική και δημόσια επιχείρηση τα τελευταία χρόνια, είναι πολλοί αυτοί που προσπαθούν να τη δυσφημήσουν και να περάσουν μία άλλη εικόνα, με άλλα λόγια καθημερινά την στήνουν στον τοίχο, αντί να την επιβραβεύουν.

Είναι ανεπίτρεπτο στο όνομα της απελευθέρωσης και με αφορμή τη μικρή ΔΕΗ, επίσημοι φορείς του Κράτους, το οποίο έχει το 51% των μετοχών της εταιρείας, να απαξιώνουν την ίδια την περιουσία του ελληνικού λαού λέγοντας ότι η ΔΕΗ είναι μία ζημιογόνος, αναποτελεσματική και μη βιώσιμη επιχείρηση. Είναι ποτέ δυνατόν να συμβαίνει κάτι τέτοιο! Σκεφτείτε το κράτος να έλεγε  κάτι τέτοιο για την Edf στη Γαλλία ή για την Enel στην Ιταλία, και μάλιστα σε περίοδο που θα ήθελε να την ιδιωτικοποιήσει! Δεν μπορεί να απαξιώνεται η ΔΕΗ, η οποία όχι μόνο έχει επιτύχει τον εξηλεκτρισμό  της Ελλάδας αλλά και αποτέλεσε βασικό πυλώνα στήριξης και ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας κατά την περίοδο της κρίσης ακόμη περισσότερο: Υλοποιώντας περίπου 1 δις επενδύσεων κάθε χρόνο, τις οποίες χρηματοδότησε μόνη της, καθώς δεν επιδοτείται ούτε μία δραχμή από το Κράτος.  Στηρίζοντας τις ευπαθείς ομάδες, που έχουν ξεπεράσει το μισό εκατομμύριο καταναλωτές, αλλά και στηρίζοντας αυτούς που έχουν επηρεασθεί από την κρίση με περισσότερους από 700.000 διακανονισμούς.

Μήπως αυτά είναι ένα παιχνίδι συγκεκριμένων συμφερόντων που περιμένουν να αποκομίσουν οφέλη στο όνομα μίας υποτιθέμενης απελευθέρωσης.

Μήπως τελικά το αποτέλεσμα της πώλησης της μικρής ΔΕΗ, θα είναι η δημιουργία ενός παίκτη που, θα αποσπάσει τους πιο κερδοφόρους πελάτες και θα λειτουργεί με τους δικούς του όρους σε χονδρεμπορική και λιανική αγορά ενώ η ΔΕΗ θα αποδυναμωθεί δραματικά, μη μπορώντας να προστατεύσει πια το δημόσιο συμφέρον και τους καταναλωτές.

Η πώληση της μικρής ΔΕΗ, με αμφίβολο τίμημα και όρους, δεν διασφαλίζει τη βιωσιμότητα της ΔΕΗ, αντιθέτως τη θέτει σε τεράστιο κίνδυνο.

Δυστυχώς αρκετοί, σκόπιμα ή μη, δεν έχουν καταλάβει τι πραγματικά σημαίνει προστασία του δημόσιου συμφέροντος της χώρας και των πολιτών της που κλήθηκαν να υπηρετήσουν. Δεν έχουν καταλάβει  ότι η ΔΕΗ  είναι και πρέπει να παραμένει πυλώνας σταθερότητας στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας και κατ’ επέκταση να εξυπηρετεί με σταθερότητα και κοινωνική ευαισθησία το δημόσιο συμφέρον και τους Έλληνες καταναλωτές.

Χωρίς να διαφωνεί κανείς ότι χρειάζονται πολλά ακόμη να γίνουν για την αναβάθμιση και αναδιοργάνωση της ΔΕΗ, για να μπορεί   δημιουργεί μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία για τις επόμενες γενιές. Σήμερα μπορεί και εξυπηρετεί πλήρως   το επιχειρησιακό της πρόγραμμα για νέες μεγάλες μονάδες, όπως αυτή της Πτολεμαΐδας προϋπ/σμού 1,5 δις περίπου, όσο σχεδόν υπολογίζεται να πουληθεί  η Μικρή ΔΕΗ, αν ποτέ βέβαια θα μπορούσε να αποτιμηθεί το οικονομικό μέγεθος από την εκποίηση της μεγαλύτερης στρατηγικής για τη χώρα επιχείρησης.

Εμείς είμαστε ανοιχτοί στην απελευθέρωση, εφόσον αυτή οδηγεί σε υγιή ανταγωνισμό με διαφάνεια και ίσους όρους, διασφαλίζει την εξωστρέφεια και την ανάπτυξη αλλά και προστατεύει τους ευάλωτους καταναλωτές. Τα παραδείγματα απελευθέρωσης που έγιναν σε άλλες χώρες, αφορούν πολύ μεγαλύτερες οικονομίες, και έγιναν σε μία περίοδο που υπήρχε οικονομική ευμάρεια και εντελώς διαφορετικές συνθήκες και δεδομένα στην Ευρώπη αλλά και παγκοσμίως. Δεν έχει καμία σχέση με το σήμερα, και ειδικά με την Ελλάδα που υποφέρει από έξη  χρόνια ύφεσης, για αυτό και ο οποιοδήποτε σχεδιασμός χρειάζεται να γίνει από μηδενική βάση, με προσεκτικά βήματα και λαμβάνοντας υπόψη τις απόψεις όλων των εμπλεκόμενων φορέων, τους κοινωνικούς φορείς και τους εμπειρογνώμονες.

Καταψηφίζουμε το Σχέδιο Νόμου και σας καλούμε να αναλογισθείτε πριν είναι  αργά για το ενεργειακό μέλλον της χώρας!

Αν δεν το κάνετε, για όλους τους παραπάνω λόγους στη ΔΗΜΑΡ θεωρούμε ότι το ζήτημα αυτό είναι μείζον για την κοινωνία, την εθνική οικονομία και την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας και είναι αναγκαίο να δοθεί η δυνατότητα να αποφανθούν με δημοψήφισμα οι Έλληνες πολίτες!