Home Οικονομία & Ανάπτυξη (τομέας ευθύνης) Εισήγηση επί του Σχεδίου Νόμου «Κύρωση του κρατικού προϋπολογισμού και των προϋπολογισμών ορισμένων ειδικών ταμείων και υπηρεσιών οικονομικού έτους 2014»

Εισήγηση επί του Σχεδίου Νόμου «Κύρωση του κρατικού προϋπολογισμού και των προϋπολογισμών ορισμένων ειδικών ταμείων και υπηρεσιών οικονομικού έτους 2014»

E-mail Εκτύπωση PDF

Η συζήτησή μας για τον Προϋπολογισμό του 2014 γίνεται σε μία περίοδο περαιτέρω υποβάθμισης της ζωής των πολιτών, πρωτοφανούς ύφεσης της ελληνικής οικονομίας, με το δημόσιο χρέος ακόμη σε υψηλά επίπεδα και την κοινωνία στα όρια της έκρηξης.

Πρόκειται για έναν «άχρωμο» προϋπολογισμό, χωρίς πολιτικό σχέδιο και στόχους, που συντάχθηκε υπό το άγχος τόσο της λογιστικής απόδειξης ικανού πρωτογενούς πλεονάσματος όσο και της συμφωνίας που θα επιτύχει η Κυβέρνηση με την Τρόικα και τους εταίρους για το δημοσιονομικό κενό του 2014. Είναι επίσης ένας Προϋπολογισμός που λίγες ώρες μετά την κατάθεσή του τελούσε υπό αίρεση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Η ελληνική οικονομία και η κοινωνία όμως με την τεράστια ανεργία, την υψηλότερη στην Ευρωζώνη, με περικοπές της τάξης από 40% έως 50% στο διαθέσιμο εισόδημα ευρύτερων στρωμάτων, με μεγάλο αριθμό επιχειρήσεων να έχουν κλείσει, με διάχυτο τον φόβο και την ανασφάλεια για τα πάντα, έχει φθάσει στο τέλος του 2013 σε συνθήκες οιονεί πολεμικής καταστροφής.

Και υπό τέτοιες συνθήκες, οι αντοχές του απέναντι στις πολιτικές που εφαρμόζονται είναι αδύνατο πλέον να ξεπεράσουν κάποιο όριο, είναι αδύνατο να αντέξουν τις απαιτήσεις της Τρόικας για απελευθέρωση των πλειστηριασμών, για διευκόλυνση των ομαδικών απολύσεων, για μείωση των συντάξεων, για κλείσιμο των Αμυντικών Βιομηχανιών κ.λπ.

Οι πολίτες βιώνουν σήμερα μεγάλες ανατροπές στη ζωή τους. Οι προσδοκίες επίσης φθίνουν εδώ και έξι χρόνια και ο νέος Προϋπολογισμός δεν καταφέρνει να ανοίξει ένα παράθυρο προοπτικής και ελπίδας.

Ένα πολύ σημαντικό πρόβλημα του Προϋπολογισμού του 2014 είναι η απουσία οποιουδήποτε σχεδίου για την πολιτική αντιμετώπιση σημαντικών κοινωνικών και οικονομικών κρίσιμων θεμάτων, όπως είναι η ύφεση, η ανεργία και η φτώχεια. Μια τέτοια πολιτική είναι απούσα, αντί να κυριαρχεί η αναπτυξιακή διάσταση, όπως και τα μέτρα κοινωνικής επανόρθωσης των επιπτώσεων από το σκληρότερο σε χώρα πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής και ύφεσης. Λείπουν οι εθνικές προτάσεις για αυτά τα προβλήματα, για ένα ολοκληρωμένο σχέδιο ανασυγκρότησης κι ένα πρόγραμμα διεκδικήσεων για την αναδιάρθρωση του χρέους και τη συνολική δίκαιη λύση διεξόδου από την κρίση.

Πρόκειται για προτάσεις που θα χρησιμεύσουν στη διαπραγμάτευση με την Τρόικα, με τους εταίρους, γιατί στο τέλος, όταν δεν έχεις να προτείνεις τίποτα, αναγκάζεσαι να αποδεχθείς τα πάντα. Ήταν ανάγκη λοιπόν –αλλά δεν γίνεται- και μέσω του Προϋπολογισμού του 2014 να είχαν τεθεί οι βάσεις και να ανοίγαμε σήμερα έναν ουσιαστικό διάλογο για την εκπόνηση ενός εθνικού σχεδίου ανασυγκρότησης της ελληνικής οικονομίας.

Η επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος για να παραμείνει βιώσιμη και σε όφελος της κοινωνικής συνοχής και της ανάπτυξης είναι απαραίτητο να εφαρμοστούν πολιτικές που θα εντάσσονται σε ένα μακροχρόνιο, αλλά και σε ένα άμεσης απόδοσης σχεδιασμό επίλυσης κρίσιμων θεμάτων. Ας δούμε στη συνέχεια πώς εξελίχθηκε η ύφεση και η δημοσιονομική προσαρμογή.

Η βασική ιδέα των προγραμμάτων διάσωσης της οικονομίας που εφαρμόστηκαν από το 2010 στη χώρα ήταν η δημοσιονομική εξυγίανση και η σταθεροποίηση. Εφαρμόστηκε η σκληρή, από πολλούς τιμωρητική αντίληψη της οικονομικής πολιτικής, ότι πάνω από όλα προέχει η λιτότητα. Ο συνολικός χαρακτήρας των συνεχόμενων μνημονίων είχε ως θεμέλιο την εμπροσθοβαρή δημοσιονομική προσαρμογή και την ανάκτηση της χαμένης ανταγωνιστικότητας, μέσω της πολιτικής της εσωτερικής υποτίμησης κι όχι τη σταδιακή δημοσιονομική εξυγίανση που θα συντηρούσε την οικονομία ζωντανή και θα κρατούσε την κοινωνία όρθια.

Τριάμισι χρόνια μετά, η οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα εισήλθε στον έκτο χρόνο πρωτοφανούς ύφεσης. Η χώρα έχει χάσει το ¼, περίπου, του ΑΕΠ. Είναι η μεγαλύτερη ύφεση τα τελευταία εκατό χρόνια.

Παρ’ όλη την οικονομική ύφεση, η δημοσιονομική προσαρμογή που έχει επιβληθεί και τελικά έχει επιτευχθεί τα τελευταία χρόνια, χάρη κυρίως στις στερήσεις των ασθενέστερων κοινωνικών τάξεων και ιδιαίτερα των μισθωτών και των συνταξιούχων, είναι τεράστια.

Επισημαίνουμε εδώ την απουσία πολιτικής βούλησης, αλλά και την αδυναμία των μηχανισμών να ελεγχθεί η φοροδιαφυγή, να περιοριστεί η παραοικονομία, να θιγούν δηλαδή τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα, να φορολογηθούν οι διάφορες «χρυσοφόρες» λίστες κ.λπ.

Το μέγεθος της προσαρμογής πιστοποιείται από τους δείκτες, όπως ο κυκλικός δείκτης του πρωτογενούς πλεονάσματος. Το πρωτογενές έλλειμμα στην Ελλάδα από 13,6% το 2009 εμφανίζει κυκλικά προσαρμοσμένο πλεόνασμα 4,3% το 2013, όταν η ευρωζώνη εμφανίζει 1,4% και η Γερμανία 2,1%. Πρόκειται για άθλο.

Αποδεικνύεται ότι στην Ελλάδα επιβλήθηκε ένα από τα βιαιότερα προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής στα χρονικά της σύγχρονης οικονομίας. Είναι προσαρμογή-σοκ, αποσυνδεδεμένη από κάθε έννοια αναπτυξιακής διάστασης και κοινωνικής προστασίας, με εξίσου τεράστιο το κοινωνικό και ανθρώπινο κόστος από την εκτόξευση της ανεργίας και τη φτωχοποίηση μεγάλου τμήματος του πληθυσμού.

Επίσης, στο βωμό της ανταγωνιστικότητας επιχειρήθηκε η λεγόμενη «εσωτερική υποτίμηση», που εκφράστηκε με τη μείωση του κόστους εργασίας, σε συνδυασμό με την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων.

Αποδείχθηκε, όμως, ότι αυτή η πολιτική είναι πολύ απλοϊκή -βέβαια δογματικά νεοφιλελεύθερη- και όπως δείχνουν πολλές μελέτες η συμβολή της μείωσης του μισθολογικού κόστους στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας είναι σχετικά μικρή. Η έμφαση που δόθηκε, λοιπόν, στη μείωση του κόστους εργασίας ήταν υπερβολική και εν τέλει αντιπαραγωγική.

Σήμερα, με την επίτευξη των πρωτογενών πλεονασμάτων, ολοκληρώνεται η περίοδος της επώδυνης δημοσιονομικής προσαρμογής. Είναι ανάγκη να εκτιμηθούν και να αξιοποιηθούν οι σαφείς διαπιστώσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, πολλών πολιτικών και ειδικών στην ευρωζώνη, ότι το εν λόγω πρόγραμμα προσαρμογής στην Ελλάδα είχε πολλά λάθη και αυτοαναιρείται από τη μεγάλη ύφεση και την εκτόξευση της ανεργίας.

Είναι γι’ αυτό μέγιστη ανάγκη η Κυβέρνηση να παρουσιάσει στους εταίρους και να διεκδικήσει μέσα από ένα ολοκληρωμένο σχέδιο ανασυγκρότησης την επανεκκίνηση της αναπτυξιακής διαδικασίας και άμεσα ένα πρόσθετο πρόγραμμα με στοχευμένες δράσεις για την ανεργία και την ενίσχυση της ρευστότητας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Όμως δεν αναφέρεται αυτό το ολοκληρωμένο σχέδιο στον Προϋπολογισμό του 2014. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, αυτό που είπε ο κ. Στουρνάρας, ότι το μνημόνιο είναι το μοναδικό σχέδιο και παρά το θόρυβο που δημιούργησαν οι δηλώσεις του δεν φαίνεται έμπρακτα να τις διορθώνει.

Η ελληνική οικονομία πού βρίσκεται σήμερα; Βρίσκεται μαζί με την κοινωνία σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Σταθεροποιούνται μεν τα δημοσιονομικά οικονομικά, όμως αυτό γίνεται με επαπειλούμενη την ικανότητα διαβίωσης ευρέων κοινωνικών στρωμάτων.

Ο τρόπος επίτευξης του αναμενόμενου πρωτογενούς πλεονάσματος δεν μπορεί να είναι διατηρήσιμος χωρίς σταθερή ανάπτυξη. Η μείωση του μοναδιαίου κόστους εργασίας αποδεικνύεται ότι δεν μπορεί να δημιουργήσει ένα εξωστρεφές μοντέλο ανάπτυξης. Η επιβράδυνση των επενδύσεων σε τεχνολογικό εκσυγχρονισμό μειώνει τη δυνατότητα η οικονομία να γίνει ανταγωνιστική και το παραγωγικό κενό αποδυναμώνει επικίνδυνα την παραγωγική βάση. Ταυτόχρονα, η διατήρηση των επιβαρύνσεων του χρέους εμποδίζει την ανάπτυξη. Η ανεργία έχει εκτοξευθεί στα υψηλότερα επίπεδα και τροφοδοτεί τις διάχυτες αμφιβολίες –ιδιαίτερα των νέων- για τις προοπτικές της χώρας.

Αναπόφευκτα η κρίση έπληξε βαρύτατα τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Το κλείσιμο χιλιάδων επιχειρήσεων άλλαξε την εικόνα των κέντρων σε μεγάλες και μικρές πόλεις της χώρας. Τα άτομα βιώνουν σήμερα μεγάλες ανατροπές στη ζωή τους.

Οι εκτιμήσεις για την εκτέλεση του Προϋπολογισμού του 2014 εδράζονται στα στοιχεία του δεκαμήνου, αλλά και στην πρόβλεψη ότι η ύφεση θα κυμανθεί σε χαμηλότερα επίπεδα, δηλαδή στο 4%. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκτιμά ύφεση 4,2%. Είναι, όμως, αβέβαιο πώς θα εξελιχθεί η ύφεση, ακόμη και στο τελευταίο δίμηνο του 2013.

Η φοροδοτική ικανότητα των πολιτών εξαντλείται και τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς το δημόσιο αυξάνονται. Στα 7,28 δισεκατομμύρια ευρώ ανήλθαν τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς το δημόσιο το εννιάμηνο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου, ενώ το σύνολό τους έχει φθάσει στα 61 δισεκατομμύρια.

Επίσης, φαίνεται ότι οι πολίτες, προκειμένου να επιβιώσουν, αλλά και να φανούν συνεπείς στις φορολογικές τους υποχρεώσεις, χρησιμοποιούν τις αποταμιεύσεις τους. Είναι ενδεικτικό ότι οι καταθέσεις των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών μειώθηκαν κατά 3 δις ευρώ το εξάμηνο Ιανουαρίου-Οκτωβρίου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την οικονομία.

Από τις προοδευτικές εκτιμήσεις για το ισοζύγιο της Γενικής Κυβέρνησης φθάνουμε να έχουμε, στο τέλος αυτών των εκτιμήσεων, το θαύμα του πρωτογενούς πλεονάσματος. Μετά από τον υπολογισμό του ισοζυγίου των ΟΤΑ και κυρίως του ισοζυγίου των ΟΚΑ, το ισοζύγιο της Γενικής Κυβέρνησης εμφανίζει έλλειμμα μόλις μείον 3,96 δισεκατομμύρια.

Αμέσως μετά παρουσιάζεται η εκδοχή του πρωτογενούς πλεονάσματος της Γενικής Κυβέρνησης, σύμφωνα με τη μεθοδολογία του προγράμματος οικονομικής πολιτικής, όπου μετά την αφαίρεση των εσόδων από ANFA και SMP, εμφανίζεται για το 2013 δημοσιονομικό πλεόνασμα 812 εκατομμυρίων.

Ακόμα και εάν οι εκτιμήσεις για την εκτέλεση του Προϋπολογισμού και του ύψους του πρωτογενούς πλεονάσματος επιβεβαιωθούν, πρέπει να επισημάνουμε ότι ένα μεγάλο μέρος του προέρχεται από την περικοπή του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων σε βάρος της ανάπτυξης.

Η εμφάνιση πρωτογενούς πλεονάσματος αποτελεί στρατηγικό στόχο για την ελληνική Κυβέρνηση, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως όπλο στις διαπραγματεύσεις. Αυτό το καταλαβαίνουμε. Ωστόσο, πέρα από τη λογιστική επίτευξη του πρωτογενούς πλεονάσματος, πρέπει να κατανοούμε πάντα την πραγματική εικόνα των δημοσιονομικών μεγεθών.

Συμπερασματικά λοιπόν, μετά από πολλά χρόνια, η χώρα παρουσιάζει πρωτογενή πλεονάσματα. Όμως, όπως προκύπτει από τη διεθνή ιστορική εμπειρία, δημοσιονομικές προσαρμογές τέτοιας κλίμακας και διάρκειας, δύσκολα επιτυγχάνονται. Χωρίς να υποβαθμίζεται η τεράστια σημασία της επίτευξης πρωτογενούς πλεονάσματος, πρέπει να τονίσουμε την ανάγκη βιωσιμότητάς του.

Για να επιτευχθεί αυτό, είναι απαραίτητο να σχεδιαστούν και να εφαρμοστούν πολιτικές που θα ξεπεράσουν τα όρια των συμβατικών δεσμεύσεων της χώρας με τους δανειστές. Αυτές οι πολιτικές πρέπει να εντάσσονται σε ένα συνολικό σχεδιασμό, πρώτα μακροχρόνιας στόχευσης κατά τομείς και κλάδους της οικονομίας και δεύτερον, άμεσης απόδοσης, προκειμένου να υπάρξουν άμεσες λύσεις στα επείγοντα προβλήματα της ανεργίας,της κοινωνικής προστασίας, της ρευστότητας, της τόνωσης των εξαγωγών κ.ά.

Η βασική πρόταση της Δημοκρατικής Αριστεράς για τα ισοδύναμα μέτρα και ειδικότερα για να διατεθεί το 70% του πρωτογενούς πλεονάσματος στις ευπαθείς ομάδες –πρόταση που υιοθετήθηκε πέρσι στον Προϋπολογισμό και την οποία χρησιμοποιεί, υποσχόμενος ότι θα την κάνει πράξει ο κ. Σαμαράς- φοβούμαστε ότι θα αργήσει να υλοποιηθεί και να σταθεροποιηθεί.

Θα πρέπει να τονίσουμε, όμως, ότι αυτός ο «κανόνας εσόδων» αποτελεί πλέον μνημονιακή υποχρέωση, μετά τις πιέσεις της ΔΗΜΑΡ και πρέπει να συμπεριλαμβάνεται –και όμως αυτό δεν γίνεται- σε όλους τους προϋπολογισμούς.

Ειδικότερα, η χώρα μπορεί να καταφέρει να μειώσει το έλλειμμα και να βρίσκεται κοντά στο πρωτογενές πλεόνασμα, αλλά αυτό δεν μπορεί να γίνει με την περικοπή των δημοσίων επενδύσεων που συμπαρασύρουν και τις ιδιωτικές επενδύσεις, με κύρια επίδραση την κορύφωση την ανεργίας, με τη μεγάλη μείωση μισθών, συντάξεων και την υπερφορολόγηση, με το να μην μπορεί το κράτος να εισπράξει τα έσοδά του, με να εξακολουθεί το κράτος να μην ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις του έναντι τρίτων και να μην μπορεί να καταβάλει απαραίτητες δημόσιες δαπάνες, ιδιαίτερα για την κοινωνική προστασία και την κοινωνική ασφάλιση.

Και, βέβαια, δεν μπορεί να παραμένει η αναπτυξιακή διαδικασία σε απόλυτη στασιμότητα.

Το έτος 2013, λοιπόν, ο βασικός στόχος, όπως είπαμε, ήταν η επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος. Επισημαινόταν, όμως και η ανάγκη για την επίτευξη και άλλων στόχων και κυρίως της κοινωνικής αποδοχής του βάρους της προσαρμογής, η οποία διασφαλίζεται με την κοινωνική προστασία και δικαιοσύνη. Αυτό, όμως, δεν χαρακτήρισε τον τρόπο υλοποίησης του Προϋπολογισμού του 2013. Συνέβη ακριβώς το αντίθετο, αφού επιβαρύνθηκαν υπέρμετρα οι κατώτερες κοινωνικές ομάδες. Έτσι, μεταφέρεται διπλό το βάρος στον Προϋπολογισμό του 2014. Όμως, ούτε κι αυτός ανταποκρίνεται σ’ αυτό το βάρος.

Το ίδιο συμβαίνει και με την αναπτυξιακή διάσταση των Προϋπολογισμών του 2013 και του 2014. Παρά τη δέσμευση ότι επιτέλους πέρα από το στόχο της δημοσιονομικής εξυγίανσης και της σταθεροποίησης, ικανή συνθήκη ήταν πια για την ανάκαμψη της οικονομίας να μπούμε σε ρυθμούς ανάπτυξης, το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων εξακολουθεί να περικόπτεται.

Είχαμε επισημάνει και πέρυσι –και το επισημαίνουμε και φέτος- ότι στη δυσμενέστατη εξέλιξη της οικονομίας, η συνεχιζόμενη ύφεση οφείλεται πλέον κατά κύριο λόγο στην έλλειψη ανάπτυξης. Η Κυβέρνηση με τις μέχρι σήμερα αποσπασματικές πολιτικές της –που, δυστυχώς, αποτυπώνονται και στον Προϋπολογισμό του 2014- δείχνει να μην έχει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο ανασυγκρότησης για την έξοδο της χώρας από την κρίση, με κύριο στόχο την ενεργοποίηση της αναπτυξιακής διαδικασίας μετά και τη σχετική σταθεροποίηση που έχει επιτευχθεί.

Ο στόχος της αποπληρωμής του χρέους μέσω της δημιουργίας μεγάλου πρωτογενούς πλεονάσματος, σε συνδυασμό με τις μεταρρυθμίσεις για την ανάπτυξη που όμως, βασίζονται μόνο στη μείωση των μισθών και την επίτευξη της εσωτερικής υποτίμησης, στις άρον-άρον αποκρατικοποιήσεις και στην απελευθέρωση της αγοράς, έτσι ώστε να γίνει ο ιδιωτικός τομέας ατμομηχανή της ανάπτυξης, αποδείχτηκε, κύριε Υπουργέ, ως σήμερα αναποτελεσματικός. Εγώ θα έλεγα ότι αποδείχτηκε και καταστροφικός.

Ειδικότερα, η προώθηση των αποκρατικοποιήσεων, κυρίως των στρατηγικής και κοινωνικής σημασίας ΔΕΚΟ, γίνεται άναρχα με μόνη επιδίωξη την αποπληρωμή του χρέους, χωρίς στρατηγικό σχέδιο και αναπτυξιακό πρόγραμμα, που θα τους έδινε προστιθέμενη αξία.

Η ανάπτυξη, λοιπόν, οφείλει να έχει στοιχεία διατηρησιμότητας και να διαχέονται οι ωφέλειες στο σύνολο της κοινωνίας. Απαιτείται, λοιπόν, γι’ αυτό σκληρή και διαρκής διαπραγμάτευση, αλλά και με ορόσημα, λαμβάνοντας υπ' όψιν βεβαίως και τους εξωτερικούς περιορισμούς, αλλά και τις τάσεις στο διεθνές περιβάλλον.

Σ’ αυτήν την κατεύθυνση πρέπει να υπάρξουν ουσιαστικές παρεμβάσεις και σύνδεση του προγράμματος προσαρμογής με την ανάπτυξη και τη διατήρηση επίτευξης βιώσιμων πρωτογενών πλεονασμάτων.

Για την κοινωνική πολιτική υπήρχαν διάφορες λανθασμένες, κατά την άποψή μας, προτάσεις στον Προϋπολογισμό του 2013. Σ’ αυτό το πλαίσιο σχεδιάστηκαν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που αφορούσαν τις εργασιακές σχέσεις, με πολλές από τις οποίες διαφώνησε κατηγορηματικά η Δημοκρατική Αριστερά. Αυτές οι πολιτικές, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την ανάσχεση της ανεργίας, ήταν πλήρως αναποτελεσματικές. Η ανεργία υπολογιζόταν στο 22,4% και έφτασε σχεδόν στο 30%.

Με τέτοια ποσοστά ανεργίας, οι ελληνικές οικογένειες έχουν βρεθεί χωρίς δυνατότητα να καλύψουν τις βασικές ανάγκες, ενώ αυξάνεται ραγδαία ο ρυθμός φτωχοποίησης του πληθυσμού. Η κοινωνική μέριμνα του κράτους κυρίως προς τα στρώματα που έχουν πραγματική ανάγκη, είναι τουλάχιστον ανεπαρκής. Τα νούμερα είναι αμείλικτα. Η Ελλάδα βρίσκεται στη χειρότερη θέση και από τις είκοσι οκτώ χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε κίνδυνο φτώχειας.

Όπως προκύπτει από πανεπιστημιακές έρευνες η ύφεση επηρέασε σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό τους οικονομικά ασθενέστερους, οδηγώντας σε σημαντική αύξηση των ανισοτήτων. Εκτιμάται μάλιστα ότι οι φτωχότεροι Έλληνες ήταν κατά μέσο όρο 56% πιο φτωχοί πέρυσι, το 2012, σε σύγκριση με όσους βρίσκονταν σε οικονομική ανέχεια το 2009. Και σ’ αυτό, κύριοι που διαχειρίζεστε αυτά τα θέματα, δεν φταίει κανένας άλλος εξωτερικός παράγοντας. Τελικά, αυτή τη βίαιη προσαρμογή την φορτώσατε με πιο βίαιο τρόπο στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Οι φτωχοί –και δεν είναι λαϊκισμός αυτό- γίνονται ακόμη πιο φτωχοί και οι πλούσιοι πλουσιότεροι.

Η άδικη κατανομή των βαρών επιβεβαιώνεται και από τον τρόπο με τον οποίο κατανέμονται οι φόροι στα κοινωνικά στρώματα. Στις κατηγορίες αυτές, σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες, οι έμμεσοι φόροι παρουσιάζουν έντονα αρνητικό αναδιανεμητικό χαρακτήρα καθώς επιβαρύνουν αναλογικά περισσότερο τους φτωχούς, με τους φόρους στα είδη διατροφής να είναι πλέον με διαφορά οι πιο αντίστροφα προοδευτικοί φόροι.

Τί να πούμε για τις τιμές των προϊόντων; Περιμένατε πέντε-έξι χρόνια την έκθεση του ΟΟΣΑ, την οποία ακριβοπληρώσατε, για να δούμε τώρα τι θα κάνουμε για τις τιμές των προϊόντων σε μια περίοδο κρίσης και ενώ στις άλλες χώρες που βρίσκονται σε κανονική οικονομία οι τιμές είναι πάρα πολύ χαμηλότερες.

Αυτή, λοιπόν, η σκληρή πραγματικότητα δεν φαίνεται να απασχολεί τον Προϋπολογισμό του 2014. Δεν υπάρχουν μέτρα και πόροι προκειμένου να δημιουργηθεί ένα στοιχειώδες κοινωνικό δίκτυ προστασίας και να μπορέσουμε τελικά, πράγματι, από το 70% των πρωτογενών πλεονασμάτων να διορθώσουμε και να ενισχύσουμε τα θέματα της κοινωνικής πολιτικής.

Ο Προϋπολογισμός του 2014 υπολογίζει ότι θα έχουμε ανάπτυξη 0,6% του ΑΕΠ. Η ανάπτυξη αυτή ακόμη δεν θα έχει καμία πραγματική επίπτωση στην υλική ζωή των ανθρώπων, τουλάχιστον για το 2014. Τόσο η ιδιωτική όσο και η δημόσια κατανάλωση θα παρουσιάσουν περαιτέρω συρρίκνωση, η οποία έρχεται να συσσωρευτεί στις μεγάλες μειώσεις των προηγούμενων ετών.

Οι προβλέψεις και οι στόχοι που υπάρχουν για ισχνή ύφεση το 2013, ανάπτυξη 0,6% του ΑΕΠ και πρωτογενές πλεόνασμα 2,9 δισεκατομμύρια ευρώ το 2014 είναι δύσκολο να επιτευχθούν, πολύ δε περισσότερο να δημιουργηθούν πλεονάσματα ώστε να χρησιμοποιηθούν για τα ισοδύναμα μέτρα ανακούφισης.

Επειδή δεν με παίρνει ο χρόνος θα αναφερθώ στα πολύ βασικά ζητήματα τα οποία τίθενται με τη συζήτηση που γίνεται και που πρέπει να γίνει οργανωμένα και με σκληρή διαπραγμάτευση για το δημοσιονομικό χρέος, το χρηματοδοτικό κενό και για τη βιωσιμότητα του χρέους.

Σύμφωνα με τους εταίρους, στα μέσα του 2014 θα υπάρξει δημοσιονομικό κενό, το οποίο θα είναι η διαφορά ανάμεσα στο πρωτογενές αποτέλεσμα και στο στόχο που έχει τεθεί από το πρόγραμμα προσαρμογής. Η Τρόικα εκτιμά το κενό στα 1,8 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ η Κυβέρνηση από 500 εκατομμύρια ευρώ το ανέβασε στα 1,3 δισεκατομμύρια ευρώ. Βέβαια, κανείς δεν μπορεί να φανταστεί ότι υπάρχουν περιθώρια για να καλυφθεί αυτό από νέα μέτρα λιτότητας.

Η Δημοκρατική Αριστερά είναι κατηγορηματική. Δεν υπάρχει κανένα περιθώριο το χρηματοδοτικό κενό να καλυφθεί με νέα επιβαρυντικά μέτρα, αλλά μόνο με διαρθρωτικού τύπου παρεμβάσεις που όμως δεν θα επιβαρύνουν, αλλά θα διευκολύνουν τον Έλληνα πολίτη και θα συμβάλλουν στην εξυγίανση του κράτους, όπως η πάταξη της φοροδιαφυγής, ο έλεγχος των τιμών βασικών καταναλωτικών προϊόντων, η ουσιαστική μεταρρύθμιση και όχι η απορρύθμιση της δημόσιας διοίκησης κ.λπ.

Η δανειακή σύμβαση με την Τρόικα λήγει το 2014. Σύμφωνα με τον σχετικό πίνακα του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής, έχουμε λαμβάνειν 17,5 δισεκατομμύρια ευρώ. Από τον Προϋπολογισμό δεν αναφέρονται με σαφήνεια οι δαπάνες που απαιτούνται για την εξυπηρέτηση του χρέους.

Να υποθέσουμε ότι λήγουν δάνεια και ομόλογα ύψους 28 δισεκατομμύρια; Να υποθέσουμε τελικά, μετά και τους τόκους και όλα αυτά, ότι χρειάζονται 30 έως 34 δισεκατομμύρια ευρώ;

Εάν αφαιρέσουμε λοιπόν τα 17 δισεκατομμύρια ευρώ, τελικά θα πρέπει να πληρώσουμε 16,65 δισεκατομμύρια ευρώ.

Ακόμα και αν αφαιρέσουμε τα ANFA και υπολογίσουμε και το αμφίβολο ποσό από τις αποκρατικοποιήσεις, το χρηματοδοτικό κενό παραμένει μεγάλο. Γι’ αυτό το λόγο, επισημαίνουμε ότι εν όψει της αναδιαπραγμάτευσης για την αναθεώρηση του χρέους, η Κυβέρνηση θα πρέπει να επιμείνει και στη μετακύλιση των υποχρεώσεων του 2014 αξίας περί τα 16,2 δισεκατομμύρια ευρώ -λύνεται έτσι το πρόβλημα του χρηματοδοτικού κενού και δίνεται μια ανάσα στην ελληνική κοινωνία- έτσι ώστε να χρησιμοποιήσει το 70% του πλεονάσματος για την τόνωση της κοινωνικής συνοχής και την έναρξη της αναπτυξιακής διαδικασίας.

Σύμφωνα με την Εισηγητική Έκθεση το 2014, το ύψος του χρέους της κεντρικής διοίκησης προβλέπεται ότι θα διαμορφωθεί στα 325,6 δισεκατομμύρια ευρώ. Η  Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει ανησυχία, γιατί αυτή η αύξηση του χρέους είναι προϊόν της υποχρέωσης απεικόνισης της εκταμίευσης των κεφαλαίων από το EFSF για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών.

Όμως, ας δούμε ποιο θα είναι τελικά το αποτέλεσμα για αυτή τη διαπραγμάτευση που χρειάζεται και που υπόσχεται η Κυβέρνηση ότι θα κάνει και μάλιστα σε ένα μεγάλο βαθμό και πριν την λήξη του έτους. Διότι προς το παρόν κινούμαστε με ευχολόγια και όχι με συγκεκριμένο σχέδιο και δεσμεύσεις.

Είναι κρίσιμο και σήμερα στον Προϋπολογισμό το ερώτημα για το ποια πολιτική οικονομικής προσαρμογής θα είναι δυνατή για τη χώρα από το 2014. Το μόνο σίγουρο είναι ότι το χρέος δεν πρόκειται να τεθεί σε τροχιά μείωσης και να γίνει βιώσιμο έως το 2020 και ότι μέχρι το 2057 θα ξεχρεώνουμε ένα μεγάλο μέρος δανείων, τοκοχρεολυσίων κ.λπ., πολύ περισσότερο δε όταν η χώρα βρίσκεται σε πολύ άσχημη θέση για να αντιμετωπίσει το δημόσιο χρέος, αφού έχει συρρικνωθεί πλήρως η παραγωγική της βάση από μια μακρά περίοδο αναπτυξιακής στασιμότητας και ούτε είναι εφικτό να βγει στις αγορές με τα υψηλά επιτόκια δανεισμού. Τα μνημόνια έπνιξαν την οικονομία μας, κάτι που δεν μπορεί να συνεχίζεται και για τη μεγάλη περίοδο εξυπηρέτησης του χρέους.

Αυτό που χρειάζεται, λοιπόν, είναι ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα διευκολύνσεων, οι οποίες θα πρέπει να ενταχθούν σε μια συνολική λύση του προβλήματος του χρέους. Η χώρα μας σ’ αυτή τη φάση έχει όλο το δίκιο με το μέρος της. Τη στιγμή που έχει κάνει αυτόν τον τεράστιο άθλο και τις θυσίες για την πρωτοφανή προσαρμογή, πρέπει να διεκδικήσει: Να αποκλειστεί η λήψη νέων επιβαρυντικών μέτρων. Να υπάρξει σημαντική χρονική μετακύλιση των ομολόγων που λήγουν τα επόμενα έτη, συμπεριλαμβανομένων και των ομολόγων του 2014.

Επίσης, θα πρέπει να ζητήσει να περιοριστεί το ύψος των επιτοκίων στα ελάχιστα επίπεδα βάσης της Ευρωπαϊκής Τράπεζας. Τέλος, είναι απαραίτητο -και πάρα πολύ δύσκολο, βέβαια- να επιτευχθεί, σε συνδυασμό με τα παραπάνω, η απομείωση του χρέους.

Γι’ αυτό το λόγο όπως και για την ανάληψη του κόστους της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών από το EFSM, θα πρέπει τελικά η Κυβέρνηση, αλλά και όλοι μας να δώσουμε τη μάχη και στην Ευρωπαϊκή Ένωση και να πείσουμε τα κράτη-μέλη ότι πράγματι χρειάζεται μια ουσιαστική αναδιάρθρωση του δημόσιου ελληνικού χρέους για να μπορέσει να επιβιώσει η ελληνική κοινωνία και η οικονομία.

Σας ευχαριστώ.