Home Οικονομία & Ανάπτυξη (τομέας ευθύνης) Ομιλία επί της αρχής, των άρθρων και του συνόλου του σ/ν "Ρυθμίσεις της φορολογίας εισοδήματος και λοιπές διατάξεις (Α' ΜΕΡΟΣ)

Ομιλία επί της αρχής, των άρθρων και του συνόλου του σ/ν "Ρυθμίσεις της φορολογίας εισοδήματος και λοιπές διατάξεις (Α' ΜΕΡΟΣ)

E-mail Εκτύπωση PDF

Αγαπητοί συνάδελφοι, η κοινωνία δοκιμάζεται. Οι πολίτες έκαναν, και κάνουν ακόμη, πολλές θυσίες και το χρέος για μας είναι να πιάσουν τόπο και να αρχίσει σιγά-σιγά η σταθεροποίηση και ανάκαμψη της χώρας.

Το πρώτο βήμα για τη σταθεροποίηση έγινε με τελευταίες αποφάσεις του EUROGROUP. Η χώρα παραμένει στη Ευρωζώνη, αλλά είναι ανάγκη να πορευθεί σταθερά στην αντιμετώπιση των οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων και αδιεξόδων που έχει. Απομένουν να κάνουμε πάρα πολλά και κυρίως να δημιουργήσουμε -γιατί και το 2013 και το 2014 θα είναι ακόμη πιο δύσκολο- ένα κοινωνικό δίχτυ προστασίας των οικονομικά ασθενέστερων. Να συμβάλλουμε στην επανεκκίνηση της αναπτυξιακής διαδικασίας βάζοντας συγκεκριμένους στόχους, κυρίως τη δημιουργία σταθερών θέσεων εργασίας. Αλλά και να προωθήσουμε άμεσα τις διαδικασίες για τα μέτρα εξυγίανσης του πολιτικού συστήματος, της ορθής λειτουργίας του κράτους, της πάταξης της διαφθοράς και της διαπλοκής. Το τελευταίο συνδέεται άμεσα με την πολιτική επικαιρότητα, λίστα Λαγκάρντ και λοιπές λίστες και βέβαια και με το νομοσχέδιο που συζητάμε σήμερα δηλαδή για «τις ρυθμίσεις της φορολογίας εισοδήματος και λοιπές διατάξεις» όπως και την ανάγκη άμεσης προώθησης ενός δίκαιου και αποτελεσματικού φορολογικού συστήματος, παράλληλα με ένα ειδικό, σύγχρονο και αποτελεσματικό σύστημα μέτρων και ελεγκτικών μηχανισμών για την πάταξη της φοροδιαφυγής, της εισφοροδιαφυγής, του λαθρεμπορίου και γενικά της παραοικονομίας. Πράγματι, η πολιτική επικαιρότητα συνδέεται άμεσα με τα θέματα που συζητάμε σήμερα, τα θέματα της φοροδιαφυγής και της διαφυγής κεφαλαίων στο εξωτερικό.

Η πολιτική πρωτοβουλία της Βουλής για τη διερεύνηση των ποινικών και πολιτικών ευθυνών οποίες προκύπτουν από σαφείς ενδείξεις όπως αποτυπώνονται στο φάκελο που διαβιβάστηκε από τον Άρειο Πάγο πρέπει να στοχεύει στην πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης της λίστας Λαγκάρντ, αλλά και στον πλήρη καταλογισμό ευθυνών για κάθε εμπλεκόμενο πρόσωπο.

Η Δημοκρατική Αριστερά ανέδειξε πρώτη τη σημασία της υπόθεσης της λίστας Λαγκάρντ και της πλήρους αξιοποίησης της, όπως και όλων των άλλων που υπάρχουν για τη διαφυγή κεφαλαίων στο εξωτερικό, υποθέσεων φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίου. Με πολλαπλές ανακοινώσεις μας και κυρίως με συστηματικές ερωτήσεις επανειλημμένα στη Βουλή αλλά και με σχετική Επερώτηση θέσαμε με ολοκληρωμένο τρόπο τα θέματα και τις προτάσεις μας για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών. Είναι για εμάς πρώτιστο καθήκον να προχωρήσουμε με διαφάνεια, πλήρη έλεγχο, αλλά και χρονοδιάγραμμα ενεργειών, ώστε να αποκατασταθεί το δημόσιο συμφέρον, να ικανοποιηθεί το κοινό αίσθημα του λαού μας. Η κοινωνία που δοκιμάζεται απαιτεί και τη διαλεύκανση της υπόθεσης με την απόδοση ευθυνών, όχι μόνο για την λίστα Λαγκάρντ, αλλά και για την αντιμετώπιση όλων των άλλων υποθέσεων εκτεταμένης φοροδιαφυγής και παραοικονομίας.

Όσον αφορά το σχέδιο νόμου που συζητάμε και γενικότερα την ανάγκη ενός νέου φορολογικού συστήματος και μέτρων πάταξης της φοροδιαφυγής, γνωρίζουμε πολύ καλά ότι τα έσοδα του κράτους κατά κύριο λόγο προέρχονται από τη φορολογία. Παρά ταύτα, το φορολογικό σύστημα της χώρας παραμένει ανεπαρκές, άδικο και συνεχώς μεταβαλλόμενο. Χαρακτηρίζεται από άνιση και άδικη κατανομή των φορολογικών βαρών των οικονομικά αδυνάτων προς όφελος αυτών που αποκτούν μεγάλα εισοδήματα, από την απώλεια εσόδων μέσω φοροαπαλλαγών για τους μη έχοντες ανάγκη, τη μη συστηματική εφαρμογή του «πόθεν έσχες» των φορολογούμενων πολιτών, την ειδοποίηση μεγάλου μέρους των φορολογικών εσόδων από παράνομες συναλλαγές φορολογούμενων και οργάνων φοροελεγκτικών μηχανισμών του κράτους. Αποτέλεσμα είναι να υπάρχει μεγάλη ανάπτυξη της φοροδιαφυγής και εισφοροδιαφυγής και της παραοικονομίας που ανέρχεται στο 30% έως 35% του ΑΕΠ της χώρας.

Για τη ριζική αλλαγή αυτής της παθογόνου κατάστασης είναι αδήριτη ανάγκη η βελτίωση και η μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος στην κατεύθυνση της αναλογικής και καθολικής συμβολής των πολιτών στα φορολογικά βάρη με δίκαιη και προοδευτική φορολόγηση των εισοδημάτων, με διεύρυνση της φορολογικής βάσης. Μεταξύ των άλλων στην προγραμματική συμφωνία των τριών κομμάτων κυρίαρχο είναι το ζήτημα για ένα νέο φορολογικό σύστημα που θα προκύψει με ευρεία συναίνεση και σταθερότητα για τα επόμενα δέκα χρόνια με θέσπιση περιουσιολογίου και «πόθεν έσχες», με δίκαιη και αναλογική κατανομή των φόρων, με διεύρυνση της φορολογικής βάσης ταυτόχρονα με τη σταδιακή μείωση φόρων και εισφορών, με την πάταξη της φοροδιαφυγής και της παραοικονομίας. Ήλθε η ώρα για αποφασιστικές ενέργειες στον τομέα της πάταξης της φοροδιαφυγής που συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για τη σταθεροποίηση της οικονομίας, διαφορετικά θα επιβαρύνονται διαρκώς οι συνεπείς φορολογούμενοι και αυτό είναι το μεγάλο αδιέξοδο. Η Κυβέρνηση πρέπει να επιταχύνει το βηματισμό για την έμπρακτη καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και ως το Μάρτιο να κατατεθεί το ολοκληρωμένο νομοσχέδιο για τη φορολογική μεταρρύθμιση και την υλοποίηση όλων των διαχρονικών εξαγγελιών.

Σ’ αυτό στηρίζεται η σημαντική και βαθιά κοινωνική πρόταση της Δημοκρατικής Αριστεράς για τη ρήτρα δημοσιονομικού ισοδυνάμου στα δύσκολα μέτρα της δημοσιονομικής προσαρμογής. Η ρήτρα ισοδυνάμων λοιπόν περνά πλέον και μέσα από την αποφασιστικότητα της πολιτείας να οργανώσει σ’ όλα τα επίπεδα τη δράση της για την πάταξη της φοροδιαφυγής. Η λύση του προβλήματος αυτού είναι ζήτημα ηθικής τάξης και κοινωνικής δικαιοσύνης και δεν επιδέχεται ούτε μία μέρα αναβολή.

Επιμένουμε λοιπόν ότι και στο παρόν νομοσχέδιο, παρά τον καθαρά δημοσιονομικό χαρακτήρα του -αφορά δηλαδή ρυθμίσεις φορολογίας εισοδήματος-, έπρεπε ήδη να υπάρχουν τα πρώτα μέτρα και βήματα καταπολέμησης της φοροδιαφυγής για να περιοριστεί ο κίνδυνος περαιτέρω ενίσχυσής της.

Η Δημοκρατική Αριστερά στο σχετικό διάλογο που έγινε για τα θέματα αυτά έχει καταθέσει έγκαιρα ένα κείμενο που περιέχει το σύνολο των προτάσεών μας για τη φορολογία. Το κείμενο του νομοσχεδίου που συζητάμε σήμερα έχει σα στόχο τη διασφάλιση επιπλέον 2,2 δις ευρώ από τη φορολογία, μέρος του πακέτου των 13,5 δις που η Ελλάδα έπρεπε να καλύψει ως συμβατική υποχρέωση. Δεν είναι το νομοσχέδιο που θα πατάξει την παραοικονομία και τη φοροδιαφυγή και θα διασφαλίσει τους αναγκαίους κρατικούς μηχανισμούς και τις διαδικασίες. Αυτό πρέπει να υπάρξει και έχουμε επιμείνει και επιμένουμε να έρθει όσο το δυνατόν συντομότερα, τουλάχιστον στο επόμενο τρίμηνο.

Οι επιμέρους προτάσεις του νομοσχεδίου δεν εντάσσονται στη συνολική φιλοσοφία και την οπτική του κόμματός μας που θέλει ένα ολοκληρωμένο, ενιαίο φορολογικό σύστημα. Με την έννοια αυτή αντιμετωπίζουμε το νομοσχέδιο ως μία αναγκαία για τις συνθήκες που διέρχεται η χώρα υπόθεση και συμβάλαμε στο να διορθωθεί, όπως και συμβάλλουμε σ’ όλη αυτή την κοινοβουλευτική διαδικασία ώστε αρκετές διατάξεις του ακόμα να βελτιωθούν. Γι’ αυτό καταθέσαμε μία σειρά από πολύ ουσιαστικές τροπολογίες.

Τα θετικά σημεία του νομοσχεδίου: Μισθωτοί και συνταξιούχοι με ατομικό εισόδημα έως 24.000 ευρώ ανά έτος θα πληρώσουν λιγότερο φόρο, δηλαδή το 80% των μισθωτών και συνταξιούχων ελαφρύνεται φορολογικά. Το πραγματικό αφορολόγητο όριο αυξάνεται από τα 5.000 ευρώ στα 9.000 ευρώ. Οι εργαζόμενοι με μπλοκάκια αντιμετωπίζονται ως οιονεί μισθωτοί. Είναι μία πρότασή μας που υιοθετήθηκε, δηλαδή φορολογούνται βάσει της κλίμακας μισθωτών, άρα κερδίζουν την απομείωση φόρου 2.100 ευρώ. Εξαιρούνται από την καταβολή του τέλους επιτηδεύματος των 650 ευρώ ανά έτος. Για πρώτη φορά είναι υποχρεωτική η δήλωση όλων των εισοδημάτων των φορολογουμένων, ανεξαρτήτως αν αυτά έχουν φορολογηθεί αυτοτελώς. Είναι πρόταση και της Δημοκρατικής Αριστεράς που υιοθετήθηκε. Αυτό αποτελεί το πρώτο βήμα για το περιουσιολόγιο. Ενισχύει την ελεγκτική δυνατότητα των υπηρεσιών και αυξάνει τα φορολογικά έσοδα λόγω της αύξησης των εσόδων από τις διάφορες εισφορές.

Στοιχεία του νομοσχεδίου που παραμένουν και πρέπει να βελτιωθούν και γι’ αυτό έχουμε καταθέσει εγκαίρως τις τροπολογίες μας: Το νομοσχέδιο φορολογεί τα εισοδήματα βάσει της πηγής προέλευσης. Η πολυδιάσπαση του τρόπου φορολόγησης έχει ως συνέπεια τη σημαντική φοροελάφρυνση των πλουσιοτέρων, γιατί σπάνια τα εισοδήματά τους προέρχονται μόνο από μία πηγή. Κατ’ εμάς όλα τα εισοδήματα πρέπει να αθροίζονται σε μία κλίμακα και να φορολογούνται βάσει αυτής, όπως παραδείγματος χάρη γίνεται στη Γερμανία και σε άλλες χώρες. Οι ελεύθεροι επαγγελματίες, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αυτοί με τα χαμηλά εισοδήματα αντιμετωπίζονται ως συλλήβδην φοροφυγάδες και φορολογούνται με πολύ υψηλότερους φορολογικούς συντελεστές με κίνδυνο περαιτέρω ενίσχυσης της φοροδιαφυγής, πέρα από τη μεγάλη αδικία που προκύπτει απ’ αυτή τη φορολόγηση. Δεν περιλαμβάνονται υφιστάμενα σήμερα μέτρα καταπολέμησης της φοροδιαφυγής, αποδείξεις, επιστροφές κλπ, με κίνδυνο την περαιτέρω ενίσχυση της φοροδιαφυγής. Οι φορολογούμενοι με το ίδιο εισόδημα πληρώνουν τον ίδιο φόρο, ανεξαρτήτως του αριθμού των παιδιών που μπορεί να έχουν.

Παρά τις σημαντικές βελτιώσεις που έχουν γίνει σ’ αυτό το θέμα με τα επιδόματα –θα αναφερθώ παρακάτω- παραμένουν ακόμα ορισμένα ανοικτά θέματα. Επικεντρώνουμε λοιπόν τις προτάσεις μας κατά σειρά προτεραιότητας στα παρακάτω θέματα για τα οποία έχουμε καταθέσει τις τροπολογίες μας: Ζητάμε την τροποποίηση της παραγράφου 1β του άρθρου 1 που αφορά στην αλλαγή της κλίμακας φορολόγησης των εισοδημάτων από ατομική επιχείρηση και ελεύθερο επάγγελμα προκειμένου να αποφευχθεί η επαχθής όντως φορολόγηση που προκύπτει από το νομοσχέδιο για τα χαμηλά εισοδήματα των κατηγοριών αυτών σε μία περίοδο βαθύτατης κρίσης.

Συγκεκριμένα, προτείνουμε η φορολόγηση των πρώτων 20.000 ευρώ να γίνει με συντελεστή 20% έναντι του 26%. Στο ζήτημα αυτό επιμένουμε, κύριε Υπουργέ. Κατά τη συζήτηση με τους φορείς ειπώθηκε απ’ όλους ότι πράγματι υπάρχει μία σημαντική αδικία. Φορολογούνται με άδικο τρόπο τα χαμηλά εισοδήματα των ελεύθερων επαγγελματιών και ευνοούνται τα υψηλά εισοδήματα των ανώνυμων εταιρειών.

Ζητάμε την τροποποίηση της παραγράφου 1δ του άρθρου 1 με την οποία αντικαθίσταται η πρόβλεψη του σχεδίου νόμου για αυτοτελή φορολόγηση των εισοδημάτων από μισθούς ακινήτων, προτείνοντας η φορολόγηση των μισθωμάτων από ακίνητα να γίνεται με βάση την κλίμακα του κυρίου εισοδήματος του φορολογούμενου και στην περίπτωση που ο φορολογούμενος δεν έχει εισοδήματα από άλλη πηγή, να φορολογείται με βάση την κλίμακα των μισθωτών.

Υπάρχουν επίσης τα θέματα που αφορούν στην αντιμετώπιση των παιδιών και κυρίως των πολύτεκνων οικογενειών.

Πράγματι, στους μισθωτούς και συνταξιούχους δίδονται 2.100 ευρώ –γίνεται αυτόματη απομείωση φόρου- στο τέλος του έτους. Σύμφωνα με την Έκθεση Αξιολόγησης των συνεπειών ρυθμίσεων του νομοσχεδίου το κεφάλαιο Α΄ αποσκοπεί μεταξύ των άλλων σε τροποποίηση των κλιμακίων για τη φορολόγηση των ισοδυνάμων εις τρόπο ώστε να υπάρχει διαφοροποίηση μεταξύ μισθωτών-συνταξιούχων, μη μισθωτών και λοιπών εισοδημάτων, ανάλογα με τη φοροδοτική ικανότητα των ανωτέρω κατηγοριών. Ανάλογα με τη φοροδοτική ικανότητα επιβάλλει και  το Σύνταγμα -είναι η αρχή της φορολογίας- να γίνεται η φορολόγηση. Και η Επιστημονική Επιτροπή της Βουλής τονίζει ότι για τα θέματα της φορολόγησης της αντιμετώπισης των τέκνων δεν τηρείται αυτή η αρχή.

Πέρα, λοιπόν, από τα θέματα της τροποποίησης του κλιμακίου με το νέο τρόπο καθορισμού του φόρου που εισάγει το νομοσχέδιο, όπου η φορολογική υποχρέωση υπολογίζεται με βάση μόνο το ύψος του εισοδήματος του φορολογούμενου, δεν διασφαλίζεται ιδιαίτερα για τις περιπτώσεις οικογενειών με παιδιά η βασική αρχή αυτής της φορολογίας, η συνταγματικά κατοχυρωμένη, δηλαδή οι φορολογούμενοι να πληρώνουν φόρο βάσει της φοροδοτικής τους ικανότητας.

Για να αποκατασταθεί αυτή η αδικία στο νομοσχέδιο έχουν προστεθεί ρυθμίσεις στην παράγραφο 6 και 7 του άρθρου 7. Έχει προστεθεί το ενιαίο επίδομα τέκνου και το πολυτεκνικό επίδομα. Πράγματι, με τις ρυθμίσεις αυτές διορθώνεται σε μεγάλο βαθμό το πρόβλημα αυτό. Εμφανίζονται, όμως, ακόμη προβλήματα και δεν διαφαίνεται κυρίως για οικογένειες με χαμηλά εισοδήματα και πάνω από τρία παιδιά ότι μπορεί και να πληρώσουν περισσότερο φόρο απ’ ό,τι πλήρωναν στο παρελθόν. Γι’ αυτό έχουμε προτείνει να υπάρξει επιπλέον αυτών των επιδομάτων αύξηση του ποσού αυτόματης απομείωσης του φόρου κατά 100 ευρώ ανά παιδί.

Θέλουμε τροποποίηση της παραγράφου 3 του άρθρου 1, γιατί θέλουμε την επαναφορά της ρύθμισης για έκπτωση φόρου από τη δαπάνη για τα ενοίκια. Συγκεκριμένα, ζητάμε με το πρώτο εδάφιο αυτής της τροπολογίας να προβλέπεται η μείωση φόρου ίσα με 10% της δαπάνης για ενοίκια πρώτης κατοικίας.

Με τη δεύτερη πρόταση της τροποποίησης θέλουμε να υπάρξει ενίσχυση του μέτρου συλλογής των αποδείξεων. Να εκπίπτει, λοιπόν, από το φόρο ποσό ίσο με 10% της δαπάνης για υπηρεσίες  κλάδων και επαγγελμάτων για τα οποία σύμφωνα με τα στοιχεία της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων υπάρχουν σαφείς ενδείξεις φοροδιαφυγής, ενώ το μέγιστο ποσό της μείωσης του φόρου δεν θα μπορεί να ξεπερνά τα 200 ευρώ ανά φορολογούμενο.

Επιμένουμε στην τροπολογία μας που προβλέπει την κλιμάκωση του συντελεστή παρακράτησης για τα ισοδύναμα από τόκους καταθέσεων από πράξεις repos. Δεν είναι άσχετη αυτή η τροπολογία και θα βοηθήσει να πάρουμε χρήματα, για να μπορέσουμε να στηρίξουμε τις άλλες κοινωνικές προτάσεις και βελτιώσεις που κάνουμε για το μισθολόγιο.

Θέλουμε, λοιπόν, με αυτήν την τροπολογία το ποσό των καταθέσεων έως 5.000 ευρώ να έχει τόκους αφορολόγητους. Από 5.000 ευρώ μέχρι 50.000 ευρώ να ισχύσει το 15% φορολογίας των τόκων που προβλέπει η Κυβέρνηση και για 50.000 ευρώ και πάνω η φορολόγηση να φθάσει στο 17,5%. Δεν είναι το μέτρο των χαμηλών τόκων που θα προσελκύσουμε τα κεφάλαια από το εξωτερικό. Οι άλλες χώρες στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν πάνω από 20% φορολογία στις καταθέσεις των τόκων. Άλλα θέματα θα είναι εκείνα, τα οποία θα φέρουν τις καταθέσεις στη χώρα.

Έχουμε –και θα τα πω αναλυτικά και επί των άρθρων- εκτιμήσει τις δημοσιονομικές επιπτώσεις των προτάσεών μας και τα ισοδύναμα, τα οποία προτείνουμε. Με αυτές τις προτάσεις –γιατί δεν έχω άλλο χρόνο τώρα- όπως θα εξηγήσω και στην κατ’ άρθρο συζήτηση, αυτές οι επιβαρύνσεις οι οποίες προέρχονται από τις κοινωνικού χαρακτήρα προτάσεις που κάνουμε, μπορούν πράγματι και υπάρχουν τα ισοδύναμα, να εξασφαλιστούν από τις άλλες προτάσεις που κάνουμε για τη βελτίωση αυτών των προτάσεων του νομοσχεδίου.

Θα συνεχίσουμε, λοιπόν, αυτή τη μάχη, κύριε  Υπουργέ, και θα περιμένουμε και στην κατ’ άρθρον συζήτηση να βελτιώσουμε όσο το δυνατό αυτό το νομοσχέδιο, το οποίο όπως είπαμε, είναι η αρχή ενός ενιαίου νομοσχεδίου, ενός ειδικού νομοσχεδίου για την πάταξη της φοροδιαφυγής και για ένα σωστό και δίκαιο φορολογικό νομοσχέδιο.