Home Οικονομία & Ανάπτυξη (τομέας ευθύνης) Ομιλία επί της αρχής, των άρθρων και του συνόλου του σ/ν "Ρυθμίσεις της φορολογίας εισοδήματος και λοιπές διατάξεις (Β' ΜΕΡΟΣ)

Ομιλία επί της αρχής, των άρθρων και του συνόλου του σ/ν "Ρυθμίσεις της φορολογίας εισοδήματος και λοιπές διατάξεις (Β' ΜΕΡΟΣ)

E-mail Εκτύπωση PDF

Όπως είπα και στην επί της αρχής μου ομιλίας, δεν είναι το νομοσχέδιο που συζητάμε σήμερα αυτό το οποίο θα εξειδικεύσει τα θέματα για την πάταξη της παραοικονομίας και της φοροδιαφυγής και θα διασφαλίσει τους αναγκαίους κρατικούς μηχανισμούς και τις διαδικασίες. Αυτό πρέπει να υπάρξει σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα.

Οι επιμέρους προτάσεις του δεν εντάσσονται στη συνολική φιλοσοφία και την οπτική που η δημοκρατική αριστερά βλέπει ένα ολοκληρωμένο φορολογικό σύστημα και νομοσχέδιο και με αυτή την έννοια το σχέδιο νόμου το αντιμετωπίζουμε ως μία αναγκαίο προϋπόθεση για τις συνθήκες που διέρχεται η χώρα και συμβάλλαμε στο να διορθωθούν αρκετά θέματα αυτού του νομοσχεδίου και επιμένουμε σε κάποια θέματα ακόμη.

Θετικά στοιχεία είναι το ότι οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι με ατομικό εισόδημα μέχρι 24.000 ευρώ θα πληρώσουν λιγότερο φόρο, ότι το πραγματικό αφορολόγητο αυξάνεται από τις 5 χιλιάδες στις 9 χιλιάδες, ότι οι εργαζόμενοι με μπλοκάκια αντιμετωπίζονται ευνοϊκά και το ότι για πρώτη φορά είναι υποχρεωτική η δήλωση όλων των εισοδημάτων των φορολογούμενων, πράγμα που βάζει τις βάσεις, για να υπάρξει σιγά-σιγά και το περιουσιολόγιο και αυτή η σταθερή παρακολούθηση του κάθε φορολογούμενου.

Υπάρχουν στοιχεία τα οποία πρέπει να βελτιωθούν και τα οποία τα τονίσαμε. Πήραμε και τις ανάλογες απαντήσεις. Θα αναφερθώ τώρα σε μία-μία από αυτές, για να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε ακόμη περισσότερο στη βελτίωση αυτού του νομοσχεδίου. Έχουμε πει ότι η φιλοσοφία που εισάγει το νομοσχέδιο, παρόλο που έχει ορισμένες βελτιωτικές ρυθμίσεις πάνω σε αυτό, να φορολογεί τα εισοδήματα βάσει της πηγής προέλευσης, η πολυδιάσπαση δηλαδή του τρόπου φορολόγησης που γίνεται, έχει ως συνέπεια τη σημαντική φοροελάφρυνση των πλουσιοτέρων, γιατί σπάνια τα εισοδήματά τους προέρχονται από μία πηγή. Αυτό επισημαίνεται σε πολλά σημεία και της έκθεσης του επιστημονικού έργου της Βουλής.

Γιατί όταν έχεις αυτή την αρχή φορολόγησης, πράγματι σε κάποιες περιπτώσεις στους μεν μισθωτούς και συνταξιούχους βελτιώνεται το θέμα με την απομείωση του φόρου 2100, αλλά στις άλλες περιπτώσεις διαφορετικής φορολογίας, όπως γίνεται με τα χαμηλά εισοδήματα από τους ελεύθερους επαγγελματίες και τις μικρές επιχειρήσεις που δεν υπάρχει αφορολόγητο, μπορεί να φθάσουμε να έχουμε τέτοια φορολόγηση που να μην αντιμετωπίζονται ακόμη και άνθρωποι που μπορεί να έχουν τελικά καθαρό εισόδημα στα όρια της φτώχειας ή να μην υπάρχει πράγματι απόδοση φορολογικής δικαιοσύνης, όπως προβλέπει και το Σύνταγμα, να φορολογούνται δηλαδή ανάλογα με τη φοροδοτική ικανότητα.

Γι αυτό θα επιμείνω, κύριε Υπουργέ, στο ότι μπορούμε και τώρα να βελτιώσουμε την παράγραφο 1β του άρθρου 1, η οποία έχει την κλίμακα των μη μισθωτών που προβλέπει μέχρι 50.000 έναν ενιαίο φορολογικό συντελεστή 26% και από εκεί και πέρα 33%. Με τη ρύθμιση αυτή λέμε ότι τα χαμηλά εισοδήματα από ατομικές εμπορικές επιχειρήσεις και ελευθέρου επαγγέλματος φορολογούνται με πολύ υψηλότερους φορολογικούς συντελεστές σε σχέση με το παρελθόν, ενώ τα υψηλότερα εισοδήματα από τις ανώνυμες εταιρείες κ.λπ. ή και από επαγγέλματα που έχουν ανώτερα εισοδήματα των 50.000, φορολογούνται πολύ πιο ευνοϊκά.

Είναι επαχθής η φορολογική αντιμετώπιση αυτών που έχουν χαμηλά εισοδήματα. Υπάρχει βέβαια η όλη ιστορία με το ότι υπάρχει φοροδιαφυγή, δεν δηλώνουν τα εισοδήματά τους. Η μεγαλύτερη μερίδα δηλώνει εισοδήματα κάτω από 5.000 ευρώ και έτσι ξεκινάτε τη φορολόγηση από το 1 ευρώ. Έτσι, όμως, δεν λύνουμε το πρόβλημα. Τώρα θα γίνει πολύ μεγαλύτερη φοροδιαφυγή.

Από την άλλη πλευρά αυτοί -και δεν είναι λίγοι- οι οποίοι αποκτούν έστω τώρα σιγά-σιγά φορολογική συνείδηση, βλέποντας την κατάσταση που έφτασε η χώρα, αυτήν τη στιγμή τιμωρούνται. Έχουν μια κλίμακα 26% φορολόγηση, καμία απομείωση φόρου. Έχουν, δηλαδή, μεγαλύτερη φορολόγηση από τους μισθωτούς και συνταξιούχους, διότι είναι 26% και δεν έχουν και απομείωση φόρου. Έτσι δεν πληρούται αυτή η βασική αρχή, ούτως ώστε τα φορολογικά βάρη να κατανέμονται κατά τρόπο δίκαιο ή τουλάχιστον παρόμοιο σ’ όλους τους φορολογούμενους. Μετά τις ευνοϊκότερες ρυθμίσεις που γίνονται για τις ανώνυμες επιχειρήσεις και τη φορολόγηση των μερισμάτων και της διανομής των κερδών τους, κλπ, θα δούμε ότι πράγματι εδώ υπάρχει μια διαφορετικότητα και δεν τηρείται η αρχή της αναλογικότητας και της απόδοσης φορολογίας με βάση τη φοροδοτική ικανότητα.

Για το θέμα αυτό μας απάντησε ο κύριος Υπουργός. Εμείς του προτείνουμε μια πρώτη κλίμακα μέχρι 20.000 ευρώ να υπάρχει φορολογικός συντελεστής 20% και από εκεί να αρχίσει η επόμενη κλιμάκωση, ούτως ώστε να πλησιάζει η φορολόγηση προς τους μισθωτούς και συνταξιούχους και  να είναι περίπου παρόμοια αυτή η κλίμακα. Μας απαντήσατε ότι γι’ αυτό θα χρειαστούν 150 εκατομμύρια. Καταρχήν, με την περαιτέρω διόγκωση που θα υπάρχει της φοροδιαφυγής γι’ όλη αυτήν την ρύθμιση εγώ φοβάμαι ότι δεν σίγουρο ότι θα τα εισπράττεται αυτά τα 150 εκατομμύρια. Δεν είναι ένας υπάρχον νόμος στον οποίον ερχόμαστε να κάνουμε τροποποίηση και μας λέει το λογιστήριο του κράτους ότι από εδώ χάνουν.

Θα φροντίσετε, λοιπόν, αυτά τα 150 εκατομμύρια να τα πάρετε από κάπου αλλού. Βέβαια, αν είχαμε κάνει εγκαίρως όλες αυτές τις φορολογήσεις των διαφόρων μισθών, κλπ -είναι στην επικαιρότητα και καλώς είναι στην επικαιρότητα όλο αυτό το θέμα- ξέρετε 150 επί πόσα εκατομμύρια θα είχαμε εισπράξει μέχρι  τώρα για να μπορέσουμε να δώσουμε μια ώθηση και στους μικρομεσαίους επιχειρηματίες και να τους εντάξουμε και αυτούς σε μια άλλη φορολογική φιλοσοφία; Όχι επειδή καταδιώκομαι από την άλλη πλευρά να φοροδιαφεύγω ασύστολα μερικές φορές και να μην συμμετέχω καθόλου στην υποχρέωση που έχω απέναντι στο κράτος.

Εμείς σας προτείνουμε λύσεις ακόμη και αν είναι έτσι τα πράγματα που δεν μπορείτε να τα βρείτε από πουθενά αλλού και είναι τόσο δεσμευτικό αυτό το ποσό. Σας προτείνουμε για τις υψηλότερες καταθέσεις να είναι μεγαλύτερη η φορολογία των τόκων. Στο εξωτερικό η φορολογία των τόκων είναι πάνω από 20%. Είναι υψηλή η φορολογία.

Εμείς σας λέμε από το 15% για υψηλές καταθέσεις να πάτε στο 17,5% και από εκεί υπολογίζουμε ότι θα καλύψουμε αυτό το θέμα, όπως λέμε ότι θα καλύψουμε και ένα μεγάλο μέρος αν κάνουμε μια κλιμάκωση στη φορολόγηση των ακινήτων. Τα ακίνητα τα φορολογείται με πολύ μικρό συντελεστή έναντι του συντελεστή που φορολογείται τους μικρούς επιχειρηματίες και από την άλλη πλευρά δεν υπάρχει κλιμάκωση σ’ αυτά, δηλαδή για εισοδήματα από ακίνητα πάνω από 100.000 δεν υπάρχει κλιμάκωση της φορολογίας.

Θα μπορούσαμε κι από εκεί να είχαμε πάρει. Όμως ας τα αφήσουμε αυτά, δεν μπορείτε να τα αλλάξετε τώρα.

Έρχομαι στις φοροαπαλλαγές. Αν πατάξουμε κι έχουμε τα μέτρα φοροδιαφυγής κ.λπ. και δώσουμε κι ένα κίνητρο με τις φοροαπαλλαγές, εμείς υπολογίζουμε ότι από εκεί θα εισπράξουμε πάνω από 200 εκατομμύρια και θα καλύψουμε κι αυτό κι από τον πίνακα που σας είχαμε δώσει. Κατά τη συζήτηση της τρικομματικής επιτροπής είχαμε προτείνει τα ισοδύναμα αυτά. Αυτές μας οι ρυθμίσεις έχουν μία προσπάθεια να βελτιώσουμε το νομοσχέδιο, ούτως ώστε να έχει μεγαλύτερο κοινωνικό χαρακτήρα και να προσεγγίσει αυτά τα οποία θέτει.

Κοιτάξτε να δείτε, η Επιστημονική Επιτροπή τα θέτει και πολύ σοβαρότερα αυτά τα θέματα, αλλά εγώ σας λέω ότι τουλάχιστον με αυτήν τη ρύθμιση με τους ελεύθερους επαγγελματίες, με τα χαμηλά εισοδήματα δηλαδή, που πρέπει να έχουν μία ενιαία φορολόγηση, μπορεί να τα βρείτε, κύριε Υπουργέ, μπροστά σας και κατά την κρίση των δικαστηρίων. Θέλουμε να προλάβουμε σ’ αυτό, να βρούμε έναν τρόπο, να υπάρξει από τώρα αυτό το κοινωνικό μέτρο, να βελτιωθεί δηλαδή αυτό το θέμα, όπως και για τα παιδιά που ζητάμε μία περαιτέρω βελτίωση.

Δεν θέλουμε κι εμείς ως Δημοκρατική Αριστερά, αλλά κι εσείς νομίζω δεν θέλετε να χρεωθούμε για ένα φορολογικό νομοσχέδιο που είναι ανάγκη για τη χώρα, επειδή δεν προσπαθούμε να κάνουμε κάποιες ρυθμίσεις -και δεν είναι υψηλά τα ποσά- ζητήματα αντισυνταγματικότητας και κυρίως όσον αφορά τα θέματα κοινωνικού χαρακτήρα και δικαιοσύνης.

Θα επιμείνουμε λοιπόν σ’ αυτό το θέμα. Θέλουμε να το δείτε. Μέχρι το τέλος αυτής της ημέρας μπορούμε να το συζητήσουμε, υπάρχουν δυνατότητες. Καταλαβαίνω και καταλαβαίνετε κι εσείς τη δυσκολία μας ότι είναι ενσωματωμένο ως παράγραφος στο άρθρο 1.

Βεβαίως, στο άρθρο 1, εμείς συμφωνούμε με τις άλλες ρυθμίσεις, με τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους, με τα θέματα της φορολόγησης των αγροτών κ.λπ., με την απομείωση φόρου. Με όλα αυτά τα θέματα συμφωνούμε. Θέλαμε μεγαλύτερες βελτιώσεις στα θέματα των φοροαπαλλαγών για θέματα πρώτης κατοικίας κ.λπ..

Άρα, δεν υπάρχει η δυνατότητα να ψηφίσουμε ή να καταψηφίσουμε. Πρέπει να βρείτε όμως μία λύση, διότι στη συνέχεια υπάρχει το άρθρο 2, που μιλάει για τους φόρους των καταθέσεων. Λοιπόν, πάρτε κι από εκεί κάτι. Δεν θα έρθουν οι καταθέσεις γιατί θα έχουμε χαμηλή φορολογία στους τόκους. Δεν είναι αυτή η λογική. Οι καταθέσεις θα επανέλθουν στο κράτος εάν αποκτήσει την αξιοπιστία του, εάν σταθεροποιηθεί η κατάσταση, που σε μεγάλο βαθμό πλέον έχει σταθεροποιηθεί κι επιστρέφουν οι καταθέσεις και κάναμε όλοι μαζί σαν τρικομματική Κυβέρνηση πολύ μεγάλη προσπάθεια σε αυτό το θέμα. Όμως σ’ αυτήν τη μεγάλη προσπάθεια ας κατανέμουμε και κάποια θετικά γι’ αυτούς, οι οποίοι αυτήν τη στιγμή βρίσκονται κάτω από τα όρια επιβίωσης. Πρέπει να εξασφαλίσουμε αυτούς τους πόρους.

Επομένως, στο άρθρο 2 αν δεν βρούμε συγκερασμό εμείς θα διαφωνήσουμε.

Το άρθρο 3 εξακολουθεί να αποτυπώνει την ίδια κατάσταση. Πώς την αποτυπώνει; Αναφέρει ξανά την κλίμακα φορολόγησης του 26% και βέβαια εκεί μιλάει για το διαχωρισμό, τη φορολόγηση των κερδών, τη φορολόγηση των μερισμάτων και τις φοροαπαλλαγές των επιχειρήσεων. Σε πολλά από αυτά τα θέματα συμφωνούμε, αλλά βλέπουμε ότι κι αυτό, το άρθρο 3, έχει ενσωματωμένη την αδικία απέναντι στα χαμηλά εισοδήματα από το ελεύθερο επάγγελμα και στα υψηλά εισοδήματα. Μπορούμε να κάνουμε μία βελτίωση σ’ αυτό το θέμα.

Δεν είναι υψηλό το κόστος και το κόστος αυτό, εμείς επιμένουμε ότι θα το πάρετε. Διότι αυτό που προτείνουμε εμείς, είναι ένα μέτρο που δεν ενισχύει τη φοροδιαφυγή, το εναντίον, την απαλύνει κι αν ο μηχανισμός κινηθεί πιο γρήγορα και το νομοσχέδιο που λέμε για την πάταξη της φοροδιαφυγής έρθει πάρα πολύ γρήγορα και οι προσπάθειες απ’ όλους μας γίνουν αποτελεσματικές, θα μπορούμε να καλύψουμε άνετα αυτά τα ποσά.

Θα πάω τώρα στο άρθρο 7 που προστέθηκε. Πραγματικά αποκαθιστά την αδικία για τα επιδόματα, βάζοντας τα επιδόματα τέκνου. Υπάρχει ένα πρόβλημα. Αν δεν μπορούμε τώρα να το κάνουμε, έστω να μπορέσουμε να το κάνουμε στους δυο-τρεις μήνες που θα φέρουμε το άλλο φορολογικό νομοσχέδιο, να καλύψουμε όλες αυτές τις περιπτώσεις να μην υπάρχει φορολογούμενος με περισσότερα παιδιά που θα έχει μεγαλύτερη φορολογία σε σχέση με το παρελθόν από αυτόν που έχει λιγότερα παιδιά. Να μπορέσουμε τουλάχιστον να έχουμε αυτήν την υπόσχεση σήμερα και να το πετύχουμε αυτό στη συνέχεια.

Θα αναφερθώ και στο άρθρο 10 και κάποιες άλλες συμπληρώσεις θα γίνουν από τους συναδέλφους μου της Δημοκρατικής Αριστεράς. Θέλω εδώ να δείτε -σας το ζήτησαν και άλλοι συνάδελφοι από άλλα κόμματα- την κατάργηση της παραγράφου 2 που καταργεί τις φοροαπαλλαγές για τις συνεταιριστικές κοινωνικές επιχειρήσεις. Είναι ένας θεσμός που χρειάζεται αυτήν την περίοδο για τη χώρα. Οι συνεταιριστικές κοινωνικές επιχειρήσεις πρέπει να προχωρήσουν και πρέπει να δούμε εδώ διαφορετικά τη φορολογία τους ή να επαναφέρουμε την κατάσταση που υπήρχε πριν, δηλαδή να καταργήσουμε την παράγραφο 2 του άρθρου 10.

Έχουμε καταθέσει και άλλες τροπολογίες. Οι συνάδελφοί μου, όπως σας είπα, θα συμπληρώσουν αυτήν μου την τοποθέτηση. Ευχαριστώ.