Home Οικονομία & Ανάπτυξη (τομέας ευθύνης) Ομιλία επί του Σχεδίου Νόμου "Επενδυτικά Εργαλεία Ανάπτυξης, Παροχή Πιστώσεων και άλλες διατάξεις" (Β ΜΕΡΟΣ)

Ομιλία επί του Σχεδίου Νόμου "Επενδυτικά Εργαλεία Ανάπτυξης, Παροχή Πιστώσεων και άλλες διατάξεις" (Β ΜΕΡΟΣ)

E-mail Εκτύπωση PDF

Κύριε Πρόεδρε, κύριοι συνάδελφοι, είναι βέβαια λίγο δύσκολο σε οκτώ λεπτά να μιλήσουμε για τα σαράντα πέντε άρθρα αυτού του νομοσχεδίου.

Βέβαια, τα πρώτα δεκαεννέα άρθρα χαρακτηρίστηκαν ως τεχνικού περιεχομένου, ότι είναι ειδικά επενδυτικά εργαλεία ανάπτυξης, παροχής πιστώσεων κ.λπ.

Βεβαίως, είναι κάποια επενδυτικά εργαλεία. Και χρειάζεται να θωρακίσουμε ακόμα περισσότερο τον τρόπο λειτουργίας της κεφαλαιαγοράς, ούτως ώστε να είναι εύρυθμη, αποδοτική και διαφανής η λειτουργία της. Χρειάζεται, δηλαδή, να πάρουμε μέτρα για να μην έχουμε γνωστές παθογένειες, γνωστά προβλήματα, όπως είχαμε το 2000 και άλλες περιόδους με τη «φούσκα» του Χρηματιστηρίου κ.ο.κ.

Για τα περισσότερα από αυτά δεν έχουμε αντιρρήσεις. Κάναμε κάποιες παρατηρήσεις στην Επιτροπή. Θεωρώ ότι κινούνται σε σωστή κατεύθυνση. Βέβαια, εγώ επί της αρχής δεν συμφωνώ με τον όρο -και την έμφαση που δόθηκε- «Επενδυτικά Εργαλεία Ανάπτυξης». Η ανάπτυξη θέλει άλλα εργαλεία. Θέλει την αξιοποίηση και των δυνατοτήτων της χώρας και του ανθρώπινου δυναμικού που αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε μεγάλο ποσοστό ανεργίας. Θέλει την αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου. Θέλει ένα δυνατό πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων. Θέλει αναπτυξιακές κατευθύνσεις, νόμο. Θέλει οργανωμένες υπηρεσίες, περιφερειακή διάσταση της ανάπτυξης κ.λπ.

Εν πάση περιπτώσει -τώρα δεν ομιλώ επί της αρχής, ομιλώ επί των άρθρων- έτσι είναι τα πράγματα. Ετούτα εδώ είναι θεωρητικά εργαλεία που έχουν άλλο σκοπό και τα οποία δεν απέδωσαν πολλές φορές.

Άρα, αυτά τα οποία δίνουμε, ιδιαίτερα τα προνόμια στις Εταιρείες Επενδύσεων σε Ακίνητη Περιουσία -εκεί έχω την αντίρρησή μου- δεν με βρίσκουν σύμφωνη. Δηλαδή, ενώ μέχρι τώρα αυτές οι εταιρείες -με ένα υψηλό αρχικό μετοχικό κεφάλαιο, βέβαια, πολύ υψηλότερο από τις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης- μπορούσαν να επενδύουν μόνο στα επαγγελματικά ακίνητα, τώρα επενδύουν παντού, ακόμα και στα οικιστικά ακίνητα, χωρίς κανένα όριο, ακόμη και σε αυτά τα οποία είναι υπό ανέγερση.

Θεωρώ, λοιπόν, ότι εδώ, τουλάχιστον, πρέπει να διαφυλάξουμε τα πράγματα, γιατί ζούμε σε μία περίοδο που είναι ιδιαίτερα δεινή η θέση στην οποία έχουν περιέλθει οι ιδιοκτήτες ακινήτων, οι οποίοι αδυνατούν να εξυπηρετήσουν τα δάνειά τους. Θα πρέπει να διασφαλιστούν από ενδεχόμενες τραπεζικές πρακτικές με αρνητικές συνέπειες γι’ αυτούς. Διότι οι τράπεζες μπορούν να πουλούν όσο-όσο και μέσω των θυγατρικών τους αντίστοιχων εταιρειών ακίνητης περιουσίας ή άλλων εταιρειών να παίρνονται αυτά σε πολύ χαμηλή τιμή. Μετά, με όλες τις άλλες δυνατότητες και τη χαμηλή φορολόγηση που έχουν αυτές οι εταιρείες, αξιοποιούνται και υπάρχει ένα μεγάλο όφελος μόνο γι’ αυτή τη διαδικασία. Και πράγματι, τουλάχιστον οι ιδιοκτήτες των μικρών ακινήτων που τα ακίνητά τους βρίσκονται σε πλειστηριασμό, βιώνουν αυτές τις αρνητικές συνέπειες.

Θεωρούμε, λοιπόν, ότι θα πρέπει να θέσουμε ένα όριο.

Για το λόγο αυτό σας έχουμε καταθέσει, κύριε Υπουργέ, τη σχετική τροπολογία, με την οποία προτείνουμε -δεν μας έχετε απαντήσει και θα θέλαμε μία απάντησή σας- η παράγραφος 2 του άρθρου 22, που τροποποιείται με το άρθρο 19 του παρόντος, το στοιχείο ββ΄, να διαμορφωθεί ως εξής: «…ως κατοικίες με σκοπό την εκμετάλλευσή τους, συμπεριλαμβανομένης της εξοχικής κατοικίας μόνα τους ή από κοινού με άλλα ακίνητα…» -αυτό λέει το νομοσχέδιο- «…υπό την προϋπόθεση…» -συμπληρώνουμε εμείς- «…ότι το ελάχιστο όριο της αντικειμενικής αξίας των οικιστικών ακινήτων είναι ύψους 300.000 ευρώ». Είναι μία κατ’ ελάχιστον απαιτούμενη διόρθωση. Το άλλο σημείο προβληματισμού για αυτές τις εταιρείες –και θα το αναπτύξω περισσότερο στο σχετικό άρθρο για τις αποκρατικοποιήσεις- είναι ότι μπορούν να αγοράσουν ένα ακίνητο από το ΤΑΙΠΕΔ. Και όταν είναι όμορα τα ακίνητα αυτά, να μπορούν να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες που έχει το ΤΑΙΠΕΔ - που του έχουν δοθεί για τη σύνταξη ΕΣΧΑΔΑ και άλλων παρεκκλίσεων- για την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας.

Έτσι, φτάνουμε στο ότι αυτή είναι αξιοποίηση μόνο προς την πλευρά του κέρδους και αφήνουμε λίγο πίσω τα θέματα ακόμη και της αειφορίας της επένδυσης και της εφαρμογής του χωροταξικού σχεδιασμού κ.λπ.

Αυτά, λοιπόν, ως προς τα πρώτα τέσσερα κεφάλαια του νομοσχεδίου.

Θα θέλαμε, κύριε Υπουργέ, όπως σας είπα, μία διασφάλιση για τα θέματα των ακινήτων των εταιρειών αυτών.

Προχωράω, λοιπόν, στα άρθρα 20 και μέχρι 44.

Τα άρθρα 20 και 21 είναι ενσωμάτωση Οδηγιών. Δεν έχουμε αντιρρήσεις.

Στο άρθρο 22 εκφράζουμε αντιρρήσεις. Αυτή τη στιγμή -όπως θα σας πω και αναλυτικότερα και στο άρθρο 42- υπάρχει μια τεράστια κινητοποίηση των επιχειρήσεων, αλλά και των φορέων από την Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη και λιγότερο από την Κεντρική Μακεδονία, για τα θέματα της αμελλητί, πλέον, ανάκτησης των κρατικών ενισχύσεων που είχαν τη δυνατότητα να λαμβάνουν οι επιχειρήσεις αυτές με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου και με διαχείριση από τα πιστωτικά ιδρύματα.

Στο άρθρο 22 προστίθεται διάταξη μέσω της οποίας οι αποφάσεις για την ανάκτηση των παράνομων κρατικών ενισχύσεων -κύριε Υπουργέ, νομίζω ότι δώσατε αρκετές εξηγήσεις σε αυτό το θέμα- που ελήφθησαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, θα λαμβάνονται από την υπηρεσία που εποπτεύει την κύρια δραστηριότητα του νομικού προσώπου ανεξαρτήτως από το ύψος του ανακτηθέντος ποσού.

Είναι πιθανόν να προκύψουν με τη διαδικασία την οποία περιγράφετε και στο άρθρο 42, που αφορά τις εγγυήσεις, τον τρόπο με τον οποίο θα χειριστούμε τις εγγυήσεις. Όλη αυτό το κόστος -εφόσον κριθεί παράνομη μια ενίσχυση- μετακυλύεται στις επιχειρήσεις -καλές και άσχημες- που χειρίστηκαν καλά ή όχι αυτές τις κρατικές ενισχύσεις. Κανένα κόστος δεν έχουν τα τραπεζικά ιδρύματα, τα οποία τις περισσότερες φορές λειτούργησαν αυτά. Αυτά έκαναν νομισματική πολιτική -τα πιστωτικά ιδρύματα του κράτους- με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τα πιστωτικά ιδρύματα. Δεν μπορεί στο τέλος κανένας από αυτό το κύκλωμα να μην υποστεί επιπτώσεις, παρά μόνο οι επιχειρήσεις.

Χρειάζεται, λοιπόν, σε αυτό το θέμα και στο άρθρο 22 και στο άρθρο 42 -παρόλο που ο Υπουργός έδωσε και διευκρινίσεις για κάποια θέματα που είμαστε υποχρεωμένοι να τα κάνουμε- διαφάνεια, χρειάζονται παρεμβάσεις αυτού του τύπου και ενισχύσεις. Χρειάζεται να συζητήσουμε περισσότερο με τους φορείς.

Γι’ αυτό ζητάμε κι εμείς την απόσυρση -δεν κάναμε συζήτηση στην Επιτροπή- ώστε να το συζητήσουμε και με τις επιχειρήσεις αυτές και με τους φορείς της Κεντρικής και της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης και να επανέλθουμε με μία ρύθμιση που δεν θα εξοντώνει και αυτές τις επιχειρήσεις.

Θα πάω τροχάδην πάλι στο άρθρο για τις αποκρατικοποιήσεις και το ΤΑΙΠΕΔ. Εμείς θεωρούμε ότι η παράγραφος 4 έχει ένα πρόβλημα. Δεν πρέπει να επεκτείνουμε άλλο αυτή τη δυνατότητα της σύνταξης ΕΣΧΑΔΑ, που έχει το ΤΑΙΠΕΔ για την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας. Τώρα με το όμορο ακίνητο θα αξιοποιούμε και την ιδιωτική περιουσία, χάριν όλης αυτής της ανάπτυξης και της εκμετάλλευσης. Όπως σωστά λέει και η Επιτροπή Επιστημονικών Μελετών της Βουλής, στο τέλος -ας πούμε- η αξιοποίηση των δημόσιων αγαθών, των δημόσιων ακινήτων γίνεται μαζί με την αξιοποίηση των ιδιωτικών με αποκλειστικό κριτήριο τη μεγιστοποίηση του οφέλους και όχι άλλα βασικά κριτήρια, τα οποία θα πρέπει να έχουμε και γι’ αυτού του τύπου τις αξιοποιήσεις.

Η ρύθμιση για τη διάκριση των ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιο και κυρίως για το πακετάρισμα των ανεπίδεκτης είσπραξης εισφορών είναι σωστή. Χρειάζεται, βέβαια, μια καλά οργανωμένη υπηρεσία. Εγώ καταλαβαίνω ότι στο όλο θέμα έχει τεράστιες ευθύνες και η Γενική Γραμματεία Δημόσιων Εσόδων, που πρέπει με αυτονομία και αυτοτέλεια -παρακάτω υπάρχει το αντίστοιχο άρθρο- να λειτουργούν και οι ΔΟΥ και όλες αυτές εδώ, αλλά και το ξεκαθάρισμα των μισθών των διαφόρων, που δεν προχωρούν. Όλα αυτά τα θέματα χρειάζονται προσωπικό. Χρειάζονται γενναίες ρυθμίσεις. Και πρέπει, κύριοι συνάδελφοι να πάρουμε κάποιες γενναίες αποφάσεις για το πώς θα ενισχυθεί αυτό το προσωπικό και πώς θα μπει σε μία σειρά όλη αυτή η διαδικασία.

Επομένως, και γι’ αυτή τη διαδικασία θέλουμε να υπάρχει μία σχετική έκθεση, η οποία να κατατίθεται κάθε χρόνο στη Βουλή.

Για το άρθρο 42 είπα ότι διαφωνώ.

Όσον αφορά στην τροπολογία για τους πολυτέκνους θεωρώ ότι οι οικογένειες από άλλες χώρες θα πρέπει να παίρνουν το επίδομα ανεξάρτητα αν τα παιδιά τους είναι Έλληνες ή όχι υπήκοοι. Αφού είναι φορολογούμενοι πολίτες και μέχρι τώρα ετύγχαναν των φορολογικών ελαφρύνσεων, γιατί να μην δικαιούνται τώρα αυτό το πολυτεκνικό επίδομα;