Τοποθέτηση επί της Τροπολογίας για τα κόκκινα επιχειρηματικά δάνεια

Πέμπτη, 13 Νοέμβριος 2014 15:04 Ομιλίες
Εκτύπωση

Κύριε Πρόεδρε, κύριε Υπουργέ, κύριοι συνάδελφοι, το νομοσχέδιο που συζητάμε σήμερα είναι πολύ σημαντικό. Αφορά τη διαδικασία ενσωμάτωσης και ενοποίησης ευρωπαϊκών αποφάσεων και οδηγιών σε σχέση με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης σε ποινικές αποφάσεις που επιβάλλουν στερητικές ελευθερίες ή που προβλέπουν την αναστολή εκτέλεσης ποινής και τα λοιπά.

Τα θέματα αυτά τα ανέπτυξε πολύ καλά ο κ. Πανούσης, ο εισηγητής μας, και βέβαια, όπως γίνεται τον τελευταίο καιρό, θα πάμε στις πολύ ουσιαστικές τροπολογίες οι οποίες έχουν κατατεθεί.

Για μία ακόμη φορά, για τη βασική τροπολογία για τα «κόκκινα» δάνεια η Κυβέρνηση, κατά την πάγια τακτική της, στερεί τη δυνατότητα ενός ευρέος διαλόγου σε μία κανονική κοινοβουλευτική διαδικασία, για τόσο σοβαρό ζήτημα που εναγωνίως περιμένουν οι Έλληνες πολίτες.

Βέβαια, όπως είναι τεράστιο το θέμα και δεν συζητήθηκε διεξοδικά και υπάρχουν τεράστιες καθυστερήσεις από την Κυβέρνηση για την αναθεώρηση του δημόσιου χρέους, εξίσου σημαντικό για τους πολίτες που υφίστανται όλες αυτές τις συνέπειες της κρίσης είναι το θέμα της διαχείρισης του ιδιωτικού χρέους.

Και όμως, η Κυβέρνηση έχει καθυστερήσει πάρα πολύ, τόσο που τουλάχιστον για τους επιχειρηματίες οι μισές επιχειρήσεις, αν είχε πριν ενάμισι-δύο χρόνια αρχίσει η ρύθμιση αυτών των οφειλών τους, θα μπορούσαν να είχαν διασωθεί και να είχαν επιβιώσει.

Το πρώτο θέμα, λοιπόν, των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο έγινε σε πρόσφατη ρύθμιση σε άσχετο νομοσχέδιο, χωρίς συζήτηση σε Επιτροπή.

Ως προς το σημερινό θέμα για τα «κόκκινα» δάνεια των επιχειρηματιών και το μεγάλο θέμα για τα «κόκκινα» στεγαστικά δάνεια -για το οποίο, έτσι, σαν πυροτέχνημα, ο κ. Δένδιας, πριν φύγει από το Υπουργείο, μας είπε και κάποιες δικές του προσωπικές του σκέψεις- είναι δυνατόν αυτό το τεράστιο θέμα του ιδιωτικού χρέους, που ταλανίζει τους Έλληνες πολίτες που βρίσκονται σε απόγνωση να το συζητούμε με αυτό τον τρόπο; Δεν έπρεπε να υπάρχει ένα ενιαίο νομοσχέδιο; Δεν έπρεπε εδώ να συζητήσουμε και να ξανασυζητήσουμε με τους αρμόδιους φορείς και με τους πολίτες; Εν πάση περιπτώσει, λοιπόν, τα έχουμε πει πολλές φορές αυτά, τίποτε όμως δεν διορθώνεται.

Πολυαναμενόμενη, λοιπόν, αυτή η ρύθμιση για τα «κόκκινα» δάνεια των μικρών επιχειρήσεων και των επαγγελματιών. Κατατέθηκε με μεγάλη καθυστέρηση και μάλιστα, όπως προανέφερα, σε ένα νομοσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, με μια τροπολογία με είκοσι δύο άρθρα και με πολύ σοβαρά θέματα. Διότι είναι γεγονός ότι η διευθέτηση των «κόκκινων» επαγγελματικών δανείων είναι ύψιστης σημασίας για την ελληνική οικονομία και η προωθούμενη ρύθμιση συνδέεται άμεσα με την πρόσφατη πολύ σημαντική ρύθμιση για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές ιδιωτών προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία.

Παρά, όμως, την ύπαρξη θετικών σημείων και σε αυτή τη ρύθμιση, αυτή διαπνέεται εδώ από την αντίληψη εκχώρησης κυρίαρχου ρόλου στις τράπεζες, αφού η δυνατότητα ένταξης του δανειολήπτη σε αυτή γίνεται κατά τη διακριτική ευχέρεια των τραπεζών. Εδώ είναι η μεγάλη αδυναμία αυτής της τροπολογίας.

Επίσης, όπως και στην προηγούμενη για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές ρύθμιση -αυτή είναι μια τεράστια αδυναμία της Κυβέρνησης-, δεν λαμβάνεται υπόψη η φοροδοτική και οικονομική δυνατότητα, οι υποχρεώσεις, η κατάσταση του δανειολήπτη, ο οποίος εξετάζεται μόνο ως προς τη δυνατότητά του να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του προς τις τράπεζες και στο αν είναι βιώσιμη ή όχι η επιχείρησή του και όχι, όπως έπρεπε να είναι, με βάση ότι αυτός είναι ο κύριος αποδέκτης στη ρύθμιση. Γιατί για αυτόν την κάνουμε πρώτα τη ρύθμιση. Τουλάχιστον να ήταν ο ισότιμος αποδέκτης, όπως είναι και οι πιστωτές, και να μην είναι πάντα πρώτα οι τράπεζες και μετά οι Έλληνες πολίτες.

Στη ρύθμιση δεν διευκρινίζεται το ποιες ακριβώς οφειλές ή τραπεζικά προϊόντα αφορά. Δεν συνδέεται με τον κώδικα δεοντολογίας των τραπεζών, για τον οποίο λέγαμε ότι άργησε να έρθει και είχαμε κάνει κριτική, γιατί και αυτός δεν συνδέθηκε με μια εύρυθμη λειτουργία του Κυβερνητικού Συμβουλίου για το ιδιωτικό χρέος, το οποίο σχεδόν είναι αδρανές, θα έλεγα εγώ.

Επίσης, περιλαμβάνονται αντικρουόμενες διατάξεις, όπως για παράδειγμα στο άρθρο 3 προβλέπεται η συμφωνία του 50% των πιστωτών που έχουν τουλάχιστον το 40% του συνόλου των υποχρεώσεων να είναι δεσμευτική για τους υπόλοιπους. Έρχεστε στο άρθρο 7 και λέτε ότι δίνετε το δικαίωμα στους πιστωτές, εάν δεν συναινέσουν στη ρύθμιση αυτή, να μπορούν να ζητήσουν αποζημίωση από τον οφειλέτη. Τι θα πρωτοκάνει αυτός ο επιχειρηματίας;

Τελικά, με το άρθρο 7 όλη η ρύθμιση τινάζεται στον αέρα. Αυτό πρέπει να το δείτε. Σας το λέω και εσάς, κύριε Υπουργέ της Δικαιοσύνης. Δείτε την αντίφαση των άρθρων 3 και 7.

Βέβαια, το μεγάλο ζητούμενο σε όλη αυτή την ιστορία είναι να λαμβάνεται υπόψη η εικόνα του δανειολήπτη. Αυτό κάνουν σε όλα τα άλλα κράτη που βρίσκονται σε πρόγραμμα προσαρμογής, όπως και στην Ιρλανδία με το ιρλανδικό μοντέλο. Βλέπουν τον άνθρωπο, το δανειολήπτη. Μπορεί να εξυπηρετηθεί; Μπορεί να πληρώσει και τις φορολογικές του υποχρεώσεις και τα ασφαλιστικά ταμεία και αυτή τη ρύθμιση των «κόκκινων» δανείων και των ληξιπρόθεσμων οφειλών;

Το τελευταίο που θα ήθελα να πω είναι το εξής: Εδώ υπάρχει ένα προβάδισμα στις τράπεζες και μας απασχολεί. Διάβασα ότι εχθές άρχισε και ο Πρωθυπουργός να συζητά αυτό το θέμα και να ζητά από τις τράπεζες αυτή η λεγόμενη ρευστότητα που δεν υπάρχει. Εάν αυτή η ρύθμιση των «κόκκινων» δανείων και των ληξιπρόθεσμων οφειλών δεν συνδεθεί με το να ξεκινήσει πλέον μια πραγματική και ουσιαστική ρευστότητα στην αγορά, εφ’ όσον και οι εξετάσεις των τραπεζών έγιναν επιτυχώς και ο λαός πλήρωσε την ανακεφαλαιοποίησή τους, τα πράγματα δεν φαίνεται να διορθώνονται.

Επομένως, εμείς βλέπουμε σοβαρά θέματα που υπάρχουν, τα οποία θα μπορούσαμε να τα είχαμε διορθώσει, αν γινόταν ένας διάλογος γι’ αυτήν την τροπολογία. Όμως, δεν μας δίνετε αυτή τη δυνατότητα.

Ακόμη, κύριοι συνάδελφοι, δεν έχει έρθει ακόμα να μιλήσει ο Υπουργός Ανάπτυξης. Δηλαδή, τι θα γίνει; Αυτό το τεράστιο θέμα του ιδιωτικού χρέους και των επιχειρήσεων –που όσες διασώθηκαν τουλάχιστον απεγνωσμένα ζητούν αυτή τη ρύθμιση- θα το συζητήσουμε χωρίς καν να είναι εδώ ο αρμόδιος Υπουργός; Δεν ξέρω, αυτά τα έχουμε πει πολλές φορές.

Έχω πολλές παρατηρήσεις να κάνω πάνω στα διάφορα άρθρα αυτής της τροπολογίας, αλλά δεν έχω περισσότερο χρόνο για να γίνω πιο αναλυτική. Θα αναφερθώ στο θέμα των μικροομολογιούχων, αν και ο Πρόεδρός μας Φώτης Κουβέλης αναφέρθηκε διεξοδικά στο θέμα της τροπολογίας μας για τη ρύθμιση και την αποκατάσταση των μικροομολογιούχων από τη μεγάλη ζημιά την οποία υπέστησαν με το «κούρεμα», λόγω του PSI.

Την τροπολογία την καταθέσαμε μετά από πολύ μεγάλη σκέψη και συζήτηση. Πραγματικά, υπάρχουν από όλα τα κόμματα της Αντιπολίτευσης, και από τον ΣΥΡΙΖΑ και από τους Ανεξάρτητους Βουλευτές, σχετικές, παρόμοιες τροπολογίες, για να επιλυθεί αυτό το θέμα.

Δεν θα μας απαντήσει κάποιος από εδώ; Δεν θα απαντήσει κάποιος σ’ αυτήν την αγωνία; Θέλουμε κάποιος να μας πει «τις λαμβάνουμε υπόψη μας, ξέρουμε το θέμα», κλπ. Το ζήτημα είναι πλέον ζήτημα ηθικής τάξης και κοινωνικής ευαισθησίας.

Γι’ αυτούς που έβγαλαν τα πολλά λεφτά έξω, ακόμα ο έλεγχος των λιστών καθυστερεί. Εδώ, δεν θα πούμε κάτι γι’ αυτούς που εμπιστεύθηκαν το Δημόσιο και έβαλαν τις μικρές αποταμιεύσεις τους στη χώρα μας; Κυρίως μιλάμε για μία ρύθμιση γι’ αυτούς που είχαν κάτω από 100.000 ευρώ. Λέμε σε μία δεκαετία να βρείτε έναν τρόπο να αποκατασταθεί η ζημιά, την οποία υπέστησαν.

Από την άλλη μεριά, εσείς δεν απαντάτε, τη στιγμή που τα ξένα δικαστήρια έχουν ήδη απαντήσει θετικά. Δηλαδή, έχουν αποκατασταθεί και στην Αυστρία και στη Γερμανία και σε άλλα μέρη μικροομολογιούχοι οι οποίοι είχαν πάρει Ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου.

Πραγματικά, περιμέναμε μέσα απ’ αυτή τη συζήτηση, έστω και μ’ αυτόν τον τρόπο που γίνεται –νομίζω ότι θα το τονίσουν αυτό και τα άλλα κόμματα- να έχουμε μία απάντηση πάνω και σ’ αυτή τη ρύθμιση. Είναι ένα παρεμφερές θέμα. Είναι ένα θέμα που αφορά, πράγματι, τα ζητήματα διαχείρισης του δημόσιου και ιδιωτικού χρέους και όλων αυτών των τεράστιων επιπτώσεων που δημιουργήθηκαν από την οικονομική κρίση στην ελληνική οικονομία, στους Έλληνες πολίτες, στους Έλληνες επιχειρηματίες.

Ευχαριστώ.