Τοποθέτηση επί του "Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2015-2018"

Πέμπτη, 08 Μάιος 2014 13:10 Ομιλίες
Εκτύπωση

Ως προς το θέμα του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος: Οι διαπιστώσεις οι οποίες γίνονται και ο απολογισμός για τη μέχρι σήμερα περίοδο από την Κυβέρνηση αναδεικνύουν τα οικονομικά μεγέθη της σταθεροποίησης και μόνο. Και μάλιστα σε απόλυτους αριθμούς. Αφήνει τα άλλα στοιχεία της δημοσιονομικής προσαρμογής, τα άλλα οικονομικά στοιχεία, τα στοιχεία της ανάπτυξης, τα στοιχεία της πραγματικής οικονομίας, της ρευστότητας κ.λπ.

Και, βέβαια, εκείνο που δεν κάνει είναι να συσχετίσει. Δηλαδή, τί είχαμε, τί δώσαμε, τί θυσίες έκανε ο ελληνικός λαός, ποιό είναι το αποτέλεσμα. Αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα του Μεσοπρόθεσμου για να μπορέσει τελικά να σχεδιάσει και για την επόμενη περίοδο.

Σχεδιάζει, λοιπόν, την επόμενη περίοδο με έναν ιδιαίτερα αισιόδοξο χαρακτήρα, χωρίς να έχει εκείνα τα στοιχεία και εκείνα τα εργαλεία που θα μπορέσουν να μας πείσουν ότι θα πετύχουμε αυτούς τους στόχους.

Όσον αφορά στις εκτιμήσεις σε σχέση με τους στόχους που έχουν τεθεί για τα πρωτογενή πλεονάσματ, κατ’ αρχήν, εγώ θα έλεγα ότι υπάρχει μια άσκηση επί χάρτου.

Αρχικά, για τα εκλογικά έτη 2014 – 2015 η Κυβέρνηση χαμηλώνει τον πήχη, ώστε να μετριάσει το δημοσιονομικό κενό σε μηδέν το 2014 και 911 εκατομμύρια το 2015, ενδεχόμενα για να αποκρύψει νέα μέτρα. Παρά ταύτα, για το 2016 το δημοσιονομικό κενό, δυστυχώς, θα φτάσει στα 1,93 δισεκατομμύρια, για την κάλυψη του οποίου δεν αναφέρετε τίποτα, δηλαδή αν θα έχουμε νέα μέτρα με ή χωρίς δανεισμό ή αν όλα θα αποτελέσουν αντικείμενο διαπραγματεύσεων με την τρόικα.

Στη συνέχεια, έχουμε την αρχή των θαυμάτων: Υψηλά δημοσιονομικά πλεονάσματα της τάξεως των 9,5 δισεκατομμυρίων για το 2017 και 11,5 δισεκατομμυρίων για το 2018. Είναι αισιόδοξες προβλέψεις, ιδιαίτερα για μία χώρα που βρίσκεται ακόμα σε βαθιά ύφεση και έχει χρέος 175% του ΑΕΠ που πρέπει να αποπληρώσει.

Κατά τον ίδιο τρόπο, οι εκτιμήσεις για την εξέλιξη της δημόσιας οικονομίας στηρίζονται σε αισιόδοξες προβλέψεις τόσο για τους ρυθμούς μεγέθυνσης και ανάπτυξης όσο και για τη μείωση της ανεργίας. Πώς είναι δυνατόν να εξασφαλίσουμε ρυθμούς ανάπτυξης μέχρι και 3,3% το 2018 και να μειώσουμε στο μισό την ανεργία, ταυτόχρονα, μάλιστα, με την επιδίωξη τόσο υψηλών πλεονασμάτων για μακρά περίοδο; Διερωτάται κανείς: Πώς θα γίνει αυτό χωρίς τη δημιουργία νέων δανειακών αναγκών, πώς θα αποκατασταθούν οι μεγάλες οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις στους πολίτες της χώρας από το πρόγραμμα της δημοσιονομικής προσαρμογής και πολύ περισσότερο, πώς θα εξασφαλιστούν τα κεφάλαια για τις αναπτυξιακές ανάγκες;

Από τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ η ανεργία το 2009 ήταν στο 11%, έφτασε στο 26,5% το 2013 και εκτιμάται ότι το 2014 θα φτάσει στο 26,7%. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προβλέπει για το 2015 πτώση στο 24,5%. Απ’ όλα αυτά καθίσταται σαφές ότι η ανεργία εξακολουθεί να είναι η μεγαλύτερη παρενέργεια της δημοσιονομικής προσαρμογής και μόλις το 2015 θα αρχίσει να πέφτει αισθητά. Πώς είναι δυνατόν, λοιπόν, το 2018 να φτάσει στο 15,9%;

Από την άλλη πλευρά, ως τώρα η μεγάλη πτώση των εισοδημάτων και οι συνεχείς ανασχεδιασμοί στο φορολογικό σύστημα, δεν επιτρέπουν κάποια αισιόδοξη πρόβλεψη για τη γρήγορη αύξηση των δημόσιων εσόδων και τη μείωση της φοροδιαφυγής.

Εμείς λέμε ότι το κέντρο βάρους της δημοσιονομικής πολιτικής θα πρέπει επιτέλους να μετατεθεί περισσότερο στην περιστολή της κακοδιαχείρισης στο δημόσιο, στην καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και του λαθρεμπορίου και στη σταδιακή μείωση των φόρων.

Δυστυχώς, για την επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων θα έχουμε περαιτέρω μείωση των πρωτογενών δαπανών τόσο σε θέματα περίθαλψης και κοινωνικής προστασίας -δηλαδή όπου πονάνε περισσότερο και δεν αντέχουν άλλο οι πολίτες- όσο και στις δαπάνες των δημόσιων επενδύσεων -το 2015 μειώνονται κατά 400 εκατομμύρια- σε πλήρη, δηλαδή, αντίφαση με την πολιτική εκκίνησης της αναπτυξιακής διαδικασίας και της επίτευξης υψηλών ρυθμών ανάπτυξης και ποσοστών μείωσης της ανεργίας.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, είναι κοινή διαπίστωση ότι η μελλοντική πορεία της χώρας είναι γεμάτη αβεβαιότητες. Η αυταπάτη, όμως, που δημιουργεί η Κυβέρνηση για την πολιτική σταθερότητα, ότι αυτή μπορεί να εξασφαλίζεται με την ευθυγράμμιση στις μέχρι σήμερα ασκούμενες πολιτικές, καθιερώνει ένα νέο δικομματισμό και ακυρώνει, θα έλεγα εγώ, κάθε αίτημα για αλλαγή πολιτικής μέσω της επίκλησης του κινδύνου για το καθεστώς, όπως και κάθε προσπάθεια προόδου και διαπραγματευτικών διεκδικήσεων.

Το πρόβλημα της πολιτικής σταθερότητας δημιουργείται από την αποσταθεροποίηση των συνθηκών ζωής των πολιτών, της κατακόρυφης πτώσης του βιοτικού επιπέδου, των αδικιών που γίνονται, που βιώνονται και που ποτέ δεν διορθώνονται.

Η εμπειρία δείχνει ότι υπάρχει στενή σχέση ανάμεσα σε πολιτική και οικονομική σταθερότητα. Παρά ταύτα, δεν κατατέθηκαν ποτέ -και απουσιάζουν και από το πρόγραμμα δημοσιονομικής στρατηγικής- οι εθνικές προτάσεις για ένα στρατηγικό σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης και ανάπτυξης της χώρας, ένα σχέδιο που θα αποτελέσει τη βάση για τη μελλοντική πορεία της χώρας, αλλά και μίας διευρυμένης διαπραγμάτευσης με τους εταίρους. Το σημαντικότερο είναι ότι λείπει κάθε πρωτοβουλία διαβούλευσης για την επίτευξη ευρύτερων πολιτικών και κοινωνικών συναινέσεων.

Αυτό είναι το υπόβαθρο της πολιτικής πόλωσης -κοινωνικό, οικονομικό και αναπτυξιακό-  που θα κορυφωθεί με τις επερχόμενες Ευρωεκλογές. Και σε αυτό πρέπει να αναφερθείτε και στα προεκλογικά σας προγράμματα, αλλά και μέσα από το σχέδιο δημοσιονομικής προσαρμογής, ώστε να ανοίξει επιτέλους ο διάλογος με όλα τα κόμματα και η Αξιωματική Αντιπολίτευση να εξειδικεύσει τις προτάσεις της, για να αναζητηθούν λύσεις για την ανάκαμψη της χώρας. Η χώρα βρίσκεται σε δύσκολο σταυροδρόμι και γι’ αυτά τα θέματα χρειάζονται πράγματι βιώσιμες στοχεύσεις και αξιόλογα προγράμματα.

Και ενώ καθίσταται σαφής η ανάγκη για διαπραγμάτευση για τη διευθέτηση του δημόσιου χρέους με βάση το εθνικό σχέδιο ανάκαμψης, στο Μεσοπρόθεσμο, όπως είπα, δεν γίνεται αναφορά ούτε για το χρέος και όλα μετατίθενται μετά τις εκλογές, πιθανότητα το Σεπτέμβριο, όπως αποφασίστηκε τελικά και στο Eurogroup της Δευτέρας, με βάσιμη την ανησυχία μας ότι το θέμα θα σέρνεται και για πολύ ακόμα. Γιατί όταν τα δίνεις όλα και δεν ζητάς τίποτα, όπως και στο Μεσοπρόθεσμο που μας καλείτε να κυρώσουμε, και όταν δεν έχεις σχέδιο και μάλιστα ως προϊόν διαλόγου και συναίνεσης, είσαι υποχρεωμένος να δεχθείς τη συνέχεια του ίδιου στρεβλού και άδικου προγράμματος. Πρέπει να επισημάνουμε ότι ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ είναι αυτός που χρησιμοποιείται και από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία εξέφρασε ισχυρές αμφιβολίες για τη βιωσιμότητα του χρέους.

Επομένως, τι μας καλείτε να κάνουμε σήμερα; Να δεσμευθούμε σε στόχους και όταν έρθει η σειρά των μέτρων και των μέσων που θα επιβάλουν οι διαπραγματεύσεις του μέλλοντος, να μην μπορούμε να πούμε «όχι», να μην μπορούμε να διαφυλάξουμε –που και εσείς το θέλετε- τις τεράστιες θυσίες του λαού μας; Το πόσο θέλουν οι πολίτες αυτής της χώρας να επιτευχθεί η πολυπόθητη ανάπτυξη και η βελτίωση των δεικτών; Είναι η μεγάλη τους ελπίδα.

Ωστόσο, η δέσμευση πραγματοποίησης των υπερβολικά αισιόδοξων αυτών στόχων από την παρούσα Κυβέρνηση και μάλιστα σε προεκλογική περίοδο, μας αφήνει να σκεφθούμε διάφορα ενδεχόμενα. Το πρώτο είναι ότι θα υπάρξει καταλληλότερη περίοδος μετά τις εκλογές για την Κυβέρνηση να παρουσιαστούν πιθανότερα πολύ λιγότερο αισιόδοξοι στόχοι και πιθανότερα και νέα μέτρα. Και το δεύτερο είναι ότι το 2018 απέχει αρκετά, για να ξέρουμε ποιος και με ποιον τρόπο θα κληθεί να υλοποιήσει αυτό το Μεσοπρόθεσμο.

Όσον αφορά τα θέματα της οικονομικής πολιτικής, πραγματικά είναι κοινή η διαπίστωση ότι η σταθεροποίηση προήλθε από τα επιτεύγματα που είναι αποτέλεσμα κυρίως των τεράστιων θυσιών της ελληνικής κοινωνίας, τόσο σε όρους δημοσιονομικού εγχειρήματος, όσο και σε όρους βιοτικού επιπέδου. Είχαμε μιλήσει γι’ αυτό το οποίο λέτε τώρα, ότι δηλαδή αυτές οι θυσίες θα αποτελέσουν τη βάση για τη μετατροπή της υπάρχουσας κατάστασης, ότι έχει επιτευχθεί σταθεροποίηση και ότι θα υπάρξει μετατροπή σε μία βιώσιμη ανάπτυξη που θα δώσει δυναμική στην οικονομία.

Εμείς σας είχαμε επισημάνει από πολύ νωρίς -και όταν ήμασταν στην τρικομματική κυβέρνηση- ότι όλα αυτά, δηλαδή το να πάμε και σε μία δυναμική και βιώσιμη ανάπτυξη παράλληλα με τη σταθεροποίηση, έπρεπε να το έχουμε κάνει πολύ νωρίτερα. Επιμείνατε, όμως, στην πιστή εφαρμογή ενός σκληρού προγράμματος προσαρμογής που όλοι ομολογούν ότι ήταν λανθασμένο και το οποίο απέφερε τη μεγαλύτερη των τελευταίων εκατό ετών ύφεση στη χώρα.

Επίσης, έπρεπε προ πολλού να είχατε ξεκινήσει τη διαδικασία για την εισαγωγή της χώρας σε δυναμική και βιώσιμη ανάπτυξη με κοινωνική συνοχή κι όχι σήμερα να μην έχουμε σήμερα κανένα εργαλείο εκτός από το ΕΣΠΑ ή το καινούργιο ΣΕΣ για την ανάπτυξη, ούτε προγραμματικό ούτε πρόσθετο δημοσιονομικό, κυρίως όσον αφορά την τόνωση της ρευστότητας και της πραγματικής οικονομίας.

Πέρα από την κλασική συνταγή της αξιοποίησης των πόρων του ΕΣΠΑ, βασικό ερώτημα στο οποίο δεν μας απαντάτε, είναι: Η σταθεροποίηση που επήλθε στην ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, πότε επιτέλους θα αποδώσει στην πραγματική οικονομία και στην αποκατάσταση της πιστωτικής επέκτασης;

Επίσης, η μέχρι σήμερα προώθηση προγραμμάτων και ενεργών πολιτικών ενίσχυσης της απασχόλησης ουσιαστικά ανακύκλωνε παλιές αποτυχημένες συνταγές.

Τα προγράμματα που περιγράφονται τώρα -και θα ήθελα να το κάνετε και σε άλλους τομείς- είναι σε σωστή κατεύθυνση. Ρωτάω, όμως, το εξής: Πώς αυτά θα ενταχθούν στο νέο προγραμματισμό για το ΕΣΠΑ και το ΣΕΣ; Χρειάζεται πολλή προσπάθεια.

Όσον αφορά τη βελτίωση της ποιότητας των δημόσιων οικονομικών, συνεχώς επισημαίνουμε ότι η πόροι θα πρέπει να κατευθύνονται σε δαπάνες με υψηλό πολλαπλασιαστικό συντελεστή, όπως είναι το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων, που έχει τον υψηλότερο -και κατά τις μετρήσεις του ΟΟΣΑ- συντελεστή. 

Αυτό, όμως, μέχρι σήμερα, το κρατάτε σταθερά μειωμένο. Οι κοινωνικές δαπάνες -διότι το πρόγραμμα προσαρμογής αυτό επέβαλε τεράστιες κοινωνικές ανισότητες, όσο σε καμμία άλλη χώρα- θα πρέπει να αυξάνονται και όχι συνεχώς να μειώνονται. Το παράδειγμα, βέβαια, του πιλοτικού ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, το οποίο έπρεπε να είχατε αρχίσει να εφαρμόζετε από το 2014, δείχνει τελικά ότι υπάρχει μία αδιαφορία στα θέματα κοινωνικής πολιτικής και προστασίας.

Είναι σοβαρό το θέμα της εδραίωσης ενός δικαίου, αποτελεσματικού και σύγχρονου κράτους, με την επιτάχυνση της διοικητικής μεταρρύθμισης. Η διοικητική μεταρρύθμιση, όμως, δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στις απολύσεις των δημοσίων υπαλλήλων και στη μείωση του μισθολογικού κόστους. Έχει πολύ δρόμο μπροστά της, ούτως ώστε να επιτευχθεί μια πραγματική διοικητική μεταρρύθμιση.

Όσον αφορά τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές που θέτετε για το 2015-2018: Αναμένετε -όπως είπα- αύξηση των ρυθμών ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας κατά 3,3%, η ανεργία να μειωθεί στο 15,9%, αύξηση των εισαγωγών κλπ.. Όλες οι παραπάνω προβλέψεις και τα στοιχεία που παρατίθενται, δημιουργούν μία αντιφατική εικόνα.

Όσον αφορά τους στόχους για την ανάπτυξη και τη μείωση της ανεργίας: Πού στηρίζονται αυτές οι προβλέψεις; Καταρχήν, όπως προβλέπεται στο Μεσοπρόθεσμο, έχουμε μεγέθυνση 0,6% το 2014 και τελικά το 2018 θα φτάσουμε σε ρυθμούς μεγαλύτερους από 3,3%. Δηλαδή, η Ελλάδα θα αναπτύσσεται με μεγαλύτερους ρυθμούς από το μέσο όρο της Ευρωζώνης, που προβλέπεται να είναι 3,1%. Πώς θα επιτευχθεί αυτό χωρίς στρατηγικό σχέδιο και χωρίς σύνδεση της όλης διαδικασίας με την αναδιάρθρωση του χρέους;

Το μεγάλο ζητούμενο και εδώ είναι η ανάπτυξη της οικονομίας, η οποία για να είναι διατηρήσιμη, είναι απαραίτητο να ξεκαθαρίσετε το μείγμα οικονομικής πολιτικής και συγκεκριμένα να υπάρξει αυτό το εθνικό σχέδιο με βάση τα μεγάλα συγκριτικά πλεονεκτήματα που διαθέτει η χώρα. Πρέπει, όμως, να είναι προϊόν διαλόγου, για να μπορεί να διορθώνει και τις μεγάλες κοινωνικές ανισότητες οι οποίες έχουν δημιουργηθεί από αυτήν την προσαρμογή.

Εσείς έχετε καθυστερήσει ιδιαίτερα σε αυτό και τελικά ο πολιτικός κόσμος και η κοινωνικοί εταίροι είναι σα να μην υπάρχουν σε αυτή τη χώρα. Δεν μπορεί, όμως, να επέλθει ουσιαστική ανάπτυξη στην ελληνική οικονομία όσο δεν έχουν εξασφαλιστεί ευρύτερες πολιτικές και κοινωνικές συναινέσεις για τη μελλοντική πορεία και τις στρατηγικές της.

Στάθηκα και στο θέμα της χρηματοδότησης του ιδιωτικού τομέα από τις εγχώριες τράπεζες με την ανακεφαλαιοποίηση, γιατί αυτά δεν έχουν μπει σε σειρά ακόμη και αυτά είναι τα εργαλεία της ανάκαμψης, των νέων ρυθμών ανάπτυξης.

Όσον αφορά τώρα τους κινδύνους που θέτετε για την εκτέλεση του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος: Η αβεβαιότητα δεν προέρχεται από το αν θα έχουμε πολιτική σταθερότητα. Να μην πω τώρα για τις τελευταίες αναφορές των δύο κομμάτων της Κυβέρνησης, της Κυβέρνησης ότι πρέπει να έχουμε πολιτική σταθερότητα και του ΠΑΣΟΚ ότι αν πέσει, θα πέσει και η Κυβέρνηση κλπ.. Έτσι δημιουργείται η πολιτική σταθερότητα; Η πολιτική σταθερότητα δημιουργείται από το ότι όλα τα κόμματα -και της Κυβέρνησης και της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης και τα άλλα κόμματα- θα παρουσιάσουν τις βιώσιμες προτάσεις τους στον ελληνικό λαό και θα προσπαθήσουν να θέσουν και να λύσουν αυτά τα προβλήματα τα οποία και δημιουργούν αυτή την πολιτική αστάθεια.   

Τα προβλήματα αυτά είναι τεράστια. Διότι, η ανεργία κατά κύριο λόγο τροφοδοτεί διάχυτες αμφιβολίες για τις προοπτικές της χώρας. Και οι πολίτες έχουν βιώσει σήμερα μεγάλες ανατροπές στη ζωή τους. Σε αυτά θα πρέπει να απαντήσει κανείς για να επιδιώξει την πολιτική σταθερότητα στη χώρα. Και όχι να μας αφήσετε εγκλωβισμένους στη μέχρι τώρα ασκούμενη πολιτική.

Οι πολιτικές πρέπει να αλλάζουν για να προσαρμόζονται στις ανάγκες της κοινωνίας. Και βέβαια οι διαπραγματεύσεις πρέπει να είναι ουσιαστικές με τους εταίρους για να μπορέσουμε να λύσουμε τα προβλήματα. Αυτές, όμως, οι διαπραγματεύσεις καθυστερούν υπερβολικά.

Λέτε ότι θα προχωρήσουν οι αποκρατικοποιήσεις. Δεν είναι σωστός ο τρόπος με τον οποίο προχωράνε οι αποκρατικοποιήσεις. Στον τομέα αυτό δεν θα έχουμε θετικά αποτελέσματα. Διότι, αυτή τη στιγμή μετατρέπετε τις δημόσιες ΔΕΚΟ σε ιδιωτικά μονοπώλια και μάλιστα ενδεχομένως στα κέντρα κερδοσκοπικών κεφαλαίων, όπως συμβαίνει με την ΕΥΑΘ και την ΕΥΔΑΠ, τα δίκτυα, τη ΔΕΗ κ.λπ.

Η ευρωπαϊκή εμπειρία προειδοποιεί ότι τέτοιες μεταλλάξεις έχουν μάλλον αρνητικές συνέπειες. Και τα πράγματα αλλάζουν και στη Γαλλία και στη Γερμανία, ακόμη και στην Αγγλία.

Και θα τελειώσω με το μεγάλο ζήτημα το οποίο δεν λαμβάνεται υπόψη στο Μεσοπρόθεσμο. Οι εξελίξεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η νέα διακυβέρνηση στη ζώνη του ευρώ θα επηρεάσουν την κατάσταση στη χώρα; Και τι πρέπει να κάνουμε γι’ αυτό; Γιατί πρέπει πράγματι να υπολογίσετε ότι οι πρόσθετοι περιορισμοί που τίθενται για τις χώρες-μέλη που έχουν δημόσιο χρέος πάνω από 60% του ΑΕΠ πρέπει να μειώνουν το υπερβάλλον χρέος κατά 1/20 κάθε χρόνο.

Επιπλέον, όσες χώρες-μέλη έχουν συνάψει δανειακές συμβάσεις, υπόκεινται σε ενισχυμένη εποπτεία μέχρι να επιστρέψουν το 75% των δανείων τους.

Εάν στις χώρες αυτές, λοιπόν, όπως στη δική μας, δεν υπάρξουν ειδικά χρηματοδοτικά προγράμματα στήριξης, γενναία μεταφορά δημόσιων πόρων από το κέντρο προς την ευρωπαϊκή περιφέρεια, αμοιβαιοποίηση των χρεών, όπως και σημαντικές δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις, η συνεχής προσπάθεια να έχουν πλεονασματικούς προϋπολογισμούς  για πολλά χρόνια για να μειώσουν το χρέος τους, μπορεί να τις καταδικάσει σε μία συνεχή λιτότητα και ανεργία.

Αυτή είναι η Ευρώπη, που σε δεκαπέντε μέρες έχουμε ευρωεκλογές; Αναπτύχθηκε διάλογος για όλα αυτά τα θέματα;

Η ευρωπαϊκή διακυβέρνηση πρέπει να περιλάβει σημαντικά στοιχεία αλληλεγγύης ώστε να αντισταθμιστεί η αυστηρή περιοριστική πολιτική που συμφωνήθηκε στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής πολιτικής. Και σε αυτό το θέμα οι διαπραγματεύσεις που δεν έγιναν -και δεν ξέρω πότε θα γίνουν- για το δημόσιο χρέος έπρεπε πραγματικά να είναι ουσιαστικές με τους άλλους εταίρους.

Οι εταίροι στην Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να απαντήσουν. Δεν είναι ότι οι δικές τους χώρες δεν θα βοηθήσουν την Ελλάδα και τις άλλες χώρες του Νότου. Πρέπει να τις βοηθήσουν, για να υπάρξει τελικά ευρωπαϊκή προοπτική και ενοποίηση και να μην βρίσκονται οι μισές χώρες σε διαρκή λιτότητα και οι υπόλοιπες να απολαμβάνουν από αυτή την κατάσταση.

Ευχαριστώ.