Home Οικονομία & Ανάπτυξη (τομέας ευθύνης) Τοποθέτηση επί του Σχεδίου Νόμου "Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα και συναφείς ρυθμίσεις" (Α' ΜΕΡΟΣ)

Τοποθέτηση επί του Σχεδίου Νόμου "Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα και συναφείς ρυθμίσεις" (Α' ΜΕΡΟΣ)

E-mail Εκτύπωση PDF

Σήμερα τα έδρανα του Κοινοβουλίου είναι σχεδόν άδεια, ενώ η κατάσταση για τη χώρα είναι πάρα πολύ σοβαρή. Αυτή τη στιγμή η τρόικα κάνει μία ακόμα μεγαλύτερη επίθεση. Η αισιοδοξία της Κυβέρνησης ότι βγαίνει από το μνημόνιο δεν συνοδεύθηκε ούτε από μία διαπραγμάτευση –η οποία έπρεπε να έχει αρχίσει τακτικά πριν από ένα χρόνο- αλλά ούτε και από σχέδιο για το θέμα της διαπραγμάτευσης και σχέδιο για την αναπροσαρμογή και την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας.
Η τρόικα, λοιπόν, αυτή τη στιγμή προκειμένου να επιβάλλει και τα τελευταία πολύ σημαντικά μέτρα, ιδιαίτερα αυτά που αφορούν το ασφαλιστικό και τις εργασιακές σχέσεις, πέραν του ότι ζητάει μία και δύο φορές από την Κυβέρνηση να πάρει πίσω τροπολογίες που ψηφίστηκαν και ήταν αναγκαίες για τους Έλληνες πολίτες, ανακάλυψε και κραδαίνει τώρα το θέμα του χρηματοδοτικού και δημοσιονομικού κενού. Πρόκειται για ένα θέμα που η Κυβέρνηση -ενώ πέρυσι το τονίζαμε- μας έλεγε ότι το έχει λύσει και κυρίως ότι δεν έχουμε δημοσιονομικό κενό και ότι το χρηματοδοτικό κενό θα μπορέσουμε να το καλύψουμε από τη δανειοδότηση, ενώ ήξερε πολύ καλά ότι υπήρχε μία τέτοια διαφωνία. Επίσης, ήξερε από την άλλη πλευρά πάρα πολύ καλά ότι ο ελληνικός λαός δεν μπορεί να υποστεί άλλα μέτρα.
Αντί δηλαδή να έχουμε λύσει αυτό το θέμα και να είμαστε τώρα με τις μεγάλες θυσίες του ελληνικού λαού ένα βήμα μπροστά στη διαπραγμάτευση για την αναθεώρηση του χρέους, δυστυχώς, κύριοι συνάδελφοι, είμαστε πολλά βήματα πίσω. Βρισκόμαστε όλοι τελικά σε απόγνωση.
Έρχομαι, λοιπόν, στο νομοσχέδιο. Πρόκειται βέβαια για ένα σχέδιο νόμου το οποίο είναι σε θετική κατεύθυνση και έχει έρθει με την κανονική διαδικασία, με την έννοια ότι και διαβούλευση προηγήθηκε και συζήτηση στην Επιτροπή, ενώ νομίζω ότι θα κάνουμε και μια καλή συζήτηση αυτές τις μέρες.
Με το προς συζήτηση, λοιπόν, σχέδιο νόμου επιχειρείται κατά την αιτιολογική έκθεση η ενοποίηση, συμπλήρωση και ο εκσυγχρονισμός των λογιστικών κανόνων της χώρας, ώστε να δημιουργηθεί ένα ολοκληρωμένο και λειτουργικό λογιστικό ρυθμιστικό πλαίσιο για τις επιχειρήσεις και τις λοιπές υποκείμενες οντότητες.
Επιδιώκεται αφενός η περαιτέρω απλοποίηση του Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών και αφετέρου η ενοποίηση, βελτίωση και συμπλήρωση των λογιστικών κανόνων της χώρας, κωδικοποιώντας και εκσυγχρονίζοντας το πλαίσιο της λογιστικής τυποποίησης που είχε εισαγάγει το Ελληνικό Γενικό Λογιστικό Σχέδιο πριν από τριάντα πέντε χρόνια.
Το νομοσχέδιο βασίζεται στην Οδηγία 2013/34 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, σχετικά με τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και στηρίζεται σε μία προσπάθεια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη βελτίωση της νομοθεσίας με τίτλο «Έξυπνη Νομοθεσία στην Ευρωπαϊκή Ένωση». Μάλιστα, η Επιτροπή με τον τίτλο της «Προτεραιότητα στις μικρές επιχειρήσεις» αναγνωρίζει τον κεντρικό ρόλο των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στην οικονομία της Ένωσης και επιδιώκει τη βελτίωση της συνολικής προσέγγισης, όσον αφορά την επιχειρηματικότητα και την καθιέρωση της αρχής «προτεραιότητα στις μικρές επιχειρήσεις, στη χάραξη πολιτικής από τις νομοθετικές ρυθμίσεις έως τις δημόσιες υπηρεσίες». Για να δούμε, το τελευταίο υπάρχει;
Παρά ταύτα, λοιπόν, όπως έχουμε επισημάνει πολλές φορές, και στην Ευρωπαϊκή Ένωση και πολύ περισσότερο στη χώρα μας η σημασία και η ανάγκη στήριξης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων αναγνωρίζεται στα λόγια και με νομοθετικές ρυθμίσεις, όπως η σημερινή. Στην πράξη, όμως, και στο τελικό στάδιο, που αφορά στις δράσεις και τη διευκόλυνση των επιχειρήσεων, στο δανεισμό και στη στήριξη του αγώνα για την επιβίωσή τους, τα πράγματα, δυστυχώς, είναι διαφορετικά και μάλλον αρνητικά.
Συγκεκριμένα, με το σχέδιο νόμου εισάγεται, σύμφωνα με τις βέλτιστες διεθνείς πρακτικές, πλέγμα ολοκληρωμένων ρυθμίσεων αναφορικά με την τήρηση λογιστικών αρχείων, καθιερώνεται η διαδικασία μηχανισμού ελέγχου, που διασφαλίζει την ευχερή συσχέτιση των συναλλαγών και των γεγονότων της επιχείρησης με τα λογιστικά αρχεία και τις χρηματοοικονομικές καταστάσεις, γεγονός που επιτρέπει τη δυνατότητα διενέργειας αποτελεσματικών ελέγχων. Αυτό, βέβαια –ως προς τους αποτελεσματικούς ελέγχους- μένει να αποδειχθεί, εάν συγχρόνως ενισχύσετε τον ελεγκτικό μηχανισμό του Υπουργείου και γι’ αυτή την περίπτωση τον έλεγχο δηλαδή της εφαρμογής των λογιστικών προτύπων.
Αναγνωρίζεται το τιμολόγιο ως βασικό παραστατικό για τις πάσης φύσεως πωλήσεις αγαθών και υπηρεσιών και διατηρείται η χρήση της ταμειακής μηχανής ή του φορολογικού μηχανισμού για πωλήσεις λιανικής, με δυνατότητα απαλλαγής ορισμένων κατηγοριών.
Σε όλο αυτό το κεφάλαιο σας επισημάναμε και πάλι το θέμα της ανάγκης σύνδεσης των ταμειακών μηχανών με τη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων, όπως και την αξιοποίηση της δυνατότητας που δίδεται από το σχέδιο νόμου της χρήσης του ηλεκτρονικού τιμολογίου για την άμεση είσπραξη σε πάρα πολλές περιπτώσεις του ΦΠΑ. Αυτά είναι θέματα που πρέπει να τα δούμε και να ενισχύσουμε ακόμη περισσότερο το παρόν σχέδιο νόμου.
Το σχέδιο νόμου συνιστά σημαντική ελάφρυνση για τις επιχειρήσεις, όπως επιμένετε. Δεν συνεπάγεται κόστος προσαρμογής και δεν απαιτείται ιδιαίτερη προετοιμασία. Και διευκρινίζετε ότι σ’ αυτό η Ειδική Επιτροπή, η οποία συστήνεται, θα μπορέσει να δώσει και τις σχετικές επεξηγήσεις και τις οδηγίες και να δημιουργήσει όλο αυτό το πλαίσιο για την εύρυθμη εφαρμογή αυτού του σχεδίου νόμου. Όπως θα σας πω και παρακάτω -και σας το είπα και στην Επιτροπή- ο ρόλος και το έργο της Επιτροπής είναι πολύ σημαντικός και η δράση της πρέπει να αρχίσει αμέσως.
Συμφωνώ κι εγώ ότι το νομοσχέδιο δεν επιβάλλει τα διεθνή λογιστικά πρότυπα ούτε κάποια παραλλαγή τους. Επιτρέπει τη χρήση των εύλογων αξιών. Και θα δούμε παρακάτω τι σημαίνει αυτό. Υπάρχουν και κάποιες παρατηρήσεις από την Επιστημονική Επιτροπή.
Εναλλακτικά του προτεινόμενου σχεδίου λογαριασμών, δίνεται η δυνατότητα στις υποκείμενες επιχειρήσεις να χρησιμοποιούν με τις απαραίτητες εφαρμογές το υφιστάμενο σχέδιο λογαριασμών του Εθνικού Λογιστικού Σχεδίου. Δεν επιβάλλεται, όπως ισχυρίζεται λοιπόν, αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας τους ούτε πρόσθετο κόστος. Γι’ αυτό το τελευταίο εξέφρασαν επιφυλάξεις οι ενδιαφερόμενοι φορείς και δεν έχουν άδικο.
Το γενικότερο σχόλιό μας επί της αρχής: Όντως το σχέδιο νόμου είναι σε θετική κατεύθυνση. Αποτελεί σε μεγάλο βαθμό ένα κείμενο αρχών που μεταθέτει την ευθύνη της ορθής λογιστικής τήρησης στους πραγματικούς ιδιοκτήτες, τις επιχειρήσεις και τους επαγγελματίες, γι’ αυτό και χρειάζεται ισχυρός ελεγκτικός μηχανισμός.
Είναι κρίσιμη η παράγραφος 1 του άρθρου 3 που ορίζει ότι η διοίκηση της οντότητας έχει την ευθύνη για την τήρηση αξιόπιστου λογιστικού συστήματος και κατάλληλων λογιστικών αρχών για τη σύνταξη χρηματοοικονομικών καταστάσεων και άλλων πληροφοριών, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του παρόντος νόμου.
Η δεύτερη σημαντική μεταρρύθμιση του νομοσχεδίου είναι, όπως λέει και η αιτιολογική έκθεση, η συγκέντρωση των λογιστικών κανόνων, που σήμερα είναι διάσπαρτοι σε δεκάδες νομοσχέδια, σε ένα ενιαίο κείμενο. Από το νόμο εξαιρούνται οι λίγες εισηγμένες επιχειρήσεις που ακολουθούν τα διεθνή λογιστικά πρότυπα.
Το Εθνικό Λογιστικό Σχέδιο, μετά από τριάντα πέντε χρόνια χρήσης, λογικό είναι να θεωρείται απαρχαιωμένο και να πρέπει να βελτιωθεί και να τροποποιηθεί. Όσο καλή και αν υπήρξε η αρχική του δομή και ανεξάρτητα από τις όποιες θετικές επιδράσεις επέφερε, δεν παύει να είναι ένα σχέδιο του ’70 και πρέπει να το αναθεωρήσουμε.
Είναι, όμως, σωστό ότι υπάρχουν, ιδιαίτερα για τις μικρές επιχειρήσεις, δυνατότητες εφαρμογής του προηγούμενου πλαισίου, γιατί δεν είναι δίκαιο και δεν είναι εφικτό να επιβάλουμε ένα νέο υποχρεωτικό λογιστικό πλαίσιο σε όλους, ανεξάρτητα από τα μεγέθη των επιχειρήσεων.
Γι’ αυτό, όπως επιβάλλουν και οι αρχές της Οδηγίας 2013/34, όσο μικρότερη είναι η επιχείρηση, τόσο το λογιστικό της πλαίσιο πρέπει να είναι απλούστερο και πλησιέστερο στους κανόνες της φορολογικής νομοθεσίας, ώστε να αποφεύγονται άσκοπες επικαλύψεις και επιβαρύνσεις. Όσο μεγαλύτερη είναι η επιχείρηση, τόσο περισσότερο αποσκοπούν οι λογιστικοί κανόνες στην εύλογη παρουσίαση της επίδοσης και της χρηματοοικονομικής της κατάστασης.
Αυτές τις αρχές προσπαθεί να υιοθετήσει η Οδηγία και, σε εφαρμογή της Οδηγίας, το σχέδιο νόμου που συζητάμε. Οι μικρές επιχειρήσεις έχουν τη δυνατότητα να ταυτίζουν τα φορολογικά τους αποτελέσματα με τα λογιστικά. Ταυτόχρονα, παρέχεται η δυνατότητα και στις μικρές επιχειρήσεις, αν το χρειάζονται για τις ανάγκες τους, να επιλέγουν τους λογιστικούς κανόνες των μεγάλων επιχειρήσεων.
Είπαμε ότι το σχέδιο νόμου κινείται γενικά σε θετική κατεύθυνση, όμως χρειάζονται κάποιες βελτιώσεις και υποδείξαμε ορισμένες. Υπάρχουν περιθώρια. Κάναμε μια πρώτη συζήτηση στην Επιτροπή γι’ αυτό. Ξεκαθαρίστηκαν ορισμένα θέματα και νομίζω ότι και αύριο στη συζήτηση επί των άρθρων θα μπορέσουμε να πούμε περισσότερα για τις «γκρίζες ζώνες» και τις ανησυχίες μας.
Στο άρθρο 24, μεταξύ των διατάξεων, καταργούνται τα άρθρα του ν. 2065 που αφορούν στην αναπροσαρμογή αξίας ακινήτων. Στο νέο πλαίσιο η αναπροσαρμογή είναι δυνατή για ιδιοχρησιμοποιούμενα και επενδυτικά ακίνητα και μόνο όταν η επιχείρηση έχει επιλέξει την επιμέτρηση στην εύλογη αξία. Όταν η επιχείρηση έχει επιλέξει το ιστορικό κόστος, δεν νοείται αναπροσαρμογή, αλλά υπάρχει έλεγχος απομείωσης όταν υπάρχουν σχετικές ενδείξεις. Το θέμα αυτό αφορά πολύ μικρό ποσοστό επιχειρήσεων.
Είναι σχετική η παρατήρηση της Επιστημονικής Επιτροπής, κυρίως για την επιμέτρηση-αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων των επιχειρήσεων, ενδεικτικώς –όπως λέει- λόγω παροχής δυνατότητας επιμέτρησής τους στην εύλογη αξία ή λόγω αναγνώρισης των απομειώσεων των χρηματοοικονομικών στοιχείων βάσει της ανακτήσιμης αξίας τους. Εδώ διαπιστώνει κάποια προβλήματα για τις δύο περιπτώσεις.
Μιλήσαμε για το κεφάλαιο 7 που αφορά στις ενοποιημένες χρηματοοικονομικές καταστάσεις και στις διάφορες κατηγορίες οντοτήτων που απαλλάσσονται από την ενοποίηση αυτή. Είπαμε ότι οι διατάξεις αυτές ενδέχεται να υποκρύπτουν κάποιους κινδύνους, όχι τόσο οι ίδιες αυτές καθ’ αυτές, αλλά οι όποιες έκνομες δραστηριότητες μπορούν να υπεισέλθουν σε ομίλους μέσω ενδοομιλικών συναλλαγών.
Δυστυχώς, άλλωστε, η εμπειρία συνεχώς δείχνει ότι οι ενοποιημένες χρηματοοικονομικές καταστάσεις δεν διασφαλίζουν την αποτροπή της φοροδιαφυγής.
Όσον αφορά τα θέματα των καταργούμενων διατάξεων, το Οικονομικό Επιμελητήριο έκανε μια υπόδειξη και μία αναφορά ότι θα πρέπει να δείτε και τα θέματα της αναμόρφωσης του παλιού νόμου για τις ανώνυμες εταιρείες του ν.2190/20. Ρώτησα και στην Επιτροπή -και καλό είναι να μας απαντήσετε- πού βρίσκεται το έργο της σχετικής Επιτροπής του Υπουργείου Ανάπτυξης.
Στις ρυθμίσεις των λοιπών θεμάτων, πράγματι είναι θετική η εξαίρεση των αγροτών και άλλων φυσικών προσώπων από τις διαδικασίες που ρυθμίζονται με αυτό το σχέδιο νόμου.
Όσον αφορά τη σύσταση της Επιτροπής, η οποία θα εκτιμά το διοικητικό κόστος και τα οφέλη, υπάρχει κάποια ανησυχία -όπως σας είπαμε- μήπως αυτή η Διαρκής Επιτροπή καταλήξει να είναι μια ακόμη γραφειοκρατική διαδικασία. Εμείς θεωρούσαμε ότι ήδη θα έπρεπε να έχετε εκτιμήσει το διοικητικό κόστος, παράλληλα βέβαια με τα εκτιμώμενα οφέλη που προέρχονται από αυτό το νομοσχέδιο.
Επίσης, υπάρχει μεγάλη ανησυχία -και γι’ αυτό θα πρέπει η καινούργια Επιτροπή να δράσει ουσιαστικά- μήπως βρεθούν και πάλι επιχειρήσεις με έναν κυκεώνα εγκυκλίων και οδηγιών, με ένα αμφισβητούμενο τελικά αποτέλεσμα, το οποίο δεν θα δικαιώνει τις αρχικές προθέσεις απλοποίησης της νομοθεσίας. Επιπλέον, αντιλαμβάνεται κανείς ότι η Επιτροπή αυτή θα πρέπει να είναι υψηλού κύρους και αντιπροσωπευτική των εμπλεκόμενων μερών.
Προς υποστήριξη των παραπάνω, οι φορείς επιμένουν -και εμείς το ίδιο- ότι θα πρέπει να εκδοθούν άμεσα οι προβλεπόμενες αποφάσεις, δηλαδή να υπάρξουν σαφείς και κατανοητές εγκύκλιοι για την ορθή και ευχερή εφαρμογή του νόμου, τονίζουν δε ότι θα πρέπει να αποφευχθεί -γιατί συμβαίνει πολλές φορές αυτό- η έκδοση αντικρουόμενων εγκυκλίων που στο παρελθόν αύξαναν αντί να ευκολύνουν την εφαρμογή των λογιστικών προτύπων.
Επίσης, όπως είπα, υπάρχουν ανησυχίες ως προς το κόστος, το όφελος για τους επαγγελματίες του κλάδου, τα χρονικά περιθώρια που δίνονται και για τις αρκετές γκρίζες ζώνες που προαναφέρθηκαν. Όμως, πολύ βασική παρατήρησή μας είναι ότι σε όλη αυτή τη διαδικασία η «λυδία λίθος» για την αποτελεσματικότητα όλων αυτών που συζητάμε είναι η επαρκής εφαρμογή ελεγκτικών μηχανισμών. Ποια θα είναι τελικά η σημασία όλων αυτών των λογιστικών προτύπων, εάν δεν ελέγχονται επαρκώς, εάν μια σωστή επιχείρηση εμφανίζεται να έχει τις ίδιες αποδόσεις με μία άλλη που έχει συντάξει παραπλανητικές οικονομικές καταστάσεις και η οποία δεν έχει ελεγχτεί; Εάν δεν υπάρξει σύνδεση λογιστικών και ελεγκτικών προτύπων, ένα σημαντικό ποσοστό συνεπών επιχειρήσεων θα συνεχίσουν να κλείνουν προς όφελος των πονηρών που απλά διέφυγαν τον έλεγχο.
Άλλωστε στην Ελλάδα δεν έχουμε έλλειψη νόμων, αλλά εφαρμογής και ελέγχου αυτών. Και τα θέματα της φοροδιαφυγής και των τεράστιων καθυστερήσεων στην πάταξη της φοροδιαφυγής και την απόδοση προς το ελληνικό δημόσιο όλων αυτών των φορολογικών εσόδων που δικαιούμαστε από τις διάφορες λίστες, αυτό αποδεικνύουν. Τουλάχιστον για αυτό το νομοσχέδιο ας είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί. Επί της αρχής, λοιπόν, ψηφίζουμε το νομοσχέδιο.