Home Οικονομία & Ανάπτυξη (τομέας ευθύνης) Τοποθέτηση επί του Σχεδίου Νόμου για την κύρωση του Απολογισμού και του Ισολογισμού του Κράτους, οικονομικού έτους 2012

Τοποθέτηση επί του Σχεδίου Νόμου για την κύρωση του Απολογισμού και του Ισολογισμού του Κράτους, οικονομικού έτους 2012

E-mail Εκτύπωση PDF

Συζητάμε σήμερα προκειμένου να κυρώσουμε ή όχι τον Απολογισμό και τον Ισολογισμό του Κράτους για το οικονομικό έτος 2012, το τρίτο έτος δημοσιονομικής προσαρμογής για την ελληνική οικονομία, ένα έτος βαρύτατο σε μειώσεις τόσο σε μισθολογικές και κοινωνικές δαπάνες, όσο και σε δαπάνες δημοσίων επενδύσεων.

Ήταν μια χρονιά συνεχιζόμενης λιτότητας, αστάθειας, με πολλαπλές αβεβαιότητες λόγω της κρίσης χρέους και της επιδείνωσης της οικονομίας, μια χρονιά μείωσης του ΑΕΠ κατά 7,1%, διπλασιασμού της ύφεσης, μείωσης της ιδιωτικής κατανάλωσης και μεγάλης αύξησης της ανεργίας.

Βέβαια, ο κ. Σαχινίδης λίγο-πολύ μας είπε ότι όλα πήγαν πάρα πολύ καλά και τα πράγματα θα πάνε ακόμη καλύτερα. Μήπως πάρουμε τρίτο μνημόνιο στα χνάρια αυτής της προσαρμογής και ευελπιστείτε ότι η ανεργία από 28% και η ύφεση από το 1/4 του ΑΕΠ, με ένα άλλο καινούργιο πρόγραμμα προσαρμογής θα επανέλθουν στην παλιά κατάσταση του 2010; Να τα ξεκαθαρίσουμε λίγο αυτά τα πράγματα για να συνεννοηθούμε  μεταξύ μας.

Τι έγινε λοιπόν αυτή τη χρονιά, το 2012; Ήταν όντως μία σημαντική χρονιά, τόσο για τα οικονομικά θέματα όσο και για την πολιτική κατάσταση στη χώρα. Το πρώτο τετράμηνο του 2012 έγινε η αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους με συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα, το PSI. Η ανταλλαγή ομολόγων ολοκληρώθηκε σε δύο φάσεις και η ονομαστική απομείωση του χρέους μετά την ανταλλαγή ήταν 106 δισεκατομμύρια ευρώ.

Λόγω των υποχρεώσεων του δεύτερου μνημονίου, κατατέθηκε συμπληρωματικός Προϋπολογισμός του 2012, ο οποίος περιελάμβανε επιπλέον δημοσιονομικές προσαρμογές, περίπου 3 δισεκατομμύρια ευρώ, και περιορισμό των δαπανών κατά 2 δισεκατομμύρια ευρώ. Η μεγαλύτερη από την αναμενόμενη ύφεση της ελληνικής οικονομίας το 2011 έφερε την ανάγκη να επανακαθοριστούν τα μεγέθη και γι’ αυτό να υπάρξει αυτός ο συμπληρωματικός Προϋπολογισμός.

Υπεγράφη νέα δανειακή σύμβαση με βασικά μεταξύ των άλλων τη χρηματοδότηση της ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, ύψους 26 δισεκατομμυρίων ευρώ και κυρίως τη χρηματοδότηση των δανειακών αναγκών ποσού των 109 δισεκατομμυρίων ευρώ. Ήταν η χρονιά των δύο εκλογικών αναμετρήσεων, τον Μάιο και τον Ιούνιο του 2012, και της συγκρότησης της τρικομματικής Κυβέρνησης για τη σχετική σταθεροποίηση της χώρας και την αποτροπή της πτώχευσης.

Το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης διαμορφώθηκε στα 2,2 δισεκατομμύρια ευρώ ή στο 1,1% του ΑΕΠ, έναντι του 2,7 του 2011. Ωστόσο η ελληνική οικονομία, όπως είπα, παρέμεινε σε βαθιά ύφεση και η ανεργία εκτινάχθηκε σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα.

Οι επενδυτικές δαπάνες του κράτους ανήλθαν μόλις στα 3,1% του ΑΕΠ και αυτή η μείωση χαρακτηρίζει και τους επόμενους προϋπολογισμούς και στερεί από τη χώρα κάθε αναπτυξιακή προοπτική, κάθε προοπτική ανάσχεσης της ανεργίας.

Σήμερα δυόμισι χρόνια μετά, η οικονομία εξακολουθεί να βρίσκεται σε βαθιά ύφεση, η ανεργία έχει ξεπεράσει το 28% και το πέρασμα στην ανάπτυξη φοβάμαι ότι θα παραμείνει για πολύ ακόμη αδύνατο να γίνει, όπως ακριβώς το πέρασμα της Κασσάνδρας. Γι’ αυτό και η συζήτηση στην Επιτροπή για τον εν λόγω Απολογισμό του 2012 ήταν πάρα πολύ μεγάλη.

Να δούμε λοιπόν τα επιχειρήματα αυτών που συμφώνησαν με το πρώτο και το δεύτερο μνημόνιο οι οποίοι ισχυρίζονται ότι τα πράγματα είχαν ρυθμιστεί πολύ καλά και ότι κάποιοι, εκτός από τα κόμματα της αντιπολίτευσης -ο κ. Σαχινίδης και τώρα αναφέρθηκε εκτενώς και στις αντιρρήσεις και στα «Ζάππεια» της Νέας Δημοκρατίας- δεν διέβλεπαν από τότε, συμπεριλαμβανομένης της Νέας Δημοκρατίας, ότι θα είχαμε λύση του προβλήματος. Τελικά, είχαμε λύση του προβλήματος κι εμείς δεν το έχουμε καταλάβει; Είναι γεγονός ότι δεν έχουμε οδηγηθεί στις λύσεις που αναμέναμε. Έχουμε μία σχετική σταθεροποίηση, αλλά τι άλλο έχουμε;

Τα προγράμματα διάσωσης της οικονομίας για τη δημοσιονομική εξυγίανση και τη σταθεροποίηση που εφαρμόστηκαν το 2010, κοινώς τα μνημόνια, εφάρμοσαν μία πολύ σκληρή οικονομική αντίληψη, ότι πάνω απ’ όλα προέχει η λιτότητα που αυτό σημαίνει ταχεία διόρθωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων κι επομένως, σφιχτή εισοδηματική πολιτική, εγκατάλειψη σε μεγάλο βαθμό της κοινωνικής πολιτικής και του κοινωνικού κράτους και πολύ περισσότερο, πλήρη στασιμότητα στην αναπτυξιακή διαδικασία που δυστυχώς εξακολουθεί μέχρι σήμερα.

Μετά από την έγκριση της πρώτης συμφωνίας, τριάμισι χρόνια μετά, η οικονομική κατάσταση εισήλθε στον έκτο συνεχόμενο χρόνο πρωτοφανούς ύφεσης, η οποία το 2012 υπερέβη όλες τις προβλέψεις και την ιστορία. Τα τελευταία εκατό χρόνια παγκοσμίως τέτοια μεγάλη ύφεση δεν έχει υπάρξει. Τώρα, όσον αφορά το πόσο καλά πήγαν αυτά τα προγράμματα, εγώ πραγματικά απορώ γιατί δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε και να βρούμε τις συναινέσεις σ’ αυτήν την Αίθουσα, για να προβούμε στη λύση του προβλήματος.

Όσον αφορά το πρόγραμμα προσαρμογής που εφαρμόστηκε, είπαμε πολλές φορές ότι είναι ένα βίαιο πρόγραμμα. Ακόμα και τα στελέχη της Τρόικας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Τρόικα, ιδιαίτερα για την Ελλάδα, είναι καταπέλτης σ’ αυτά τα θέματα. Έχουν παραδεχθεί και έχουν αναγνωρίσει τα βασικά προβλήματα, τα οποία υπάρχουν σ’ αυτό το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής.

Η ελληνική οικονομία και κοινωνία βρέθηκαν –και βρίσκονται- δυόμισι χρόνια μετά και απ’ αυτόν τον Προϋπολογισμό, σε ένα πολύ κρίσιμο σταυροδρόμι. Το ερώτημα είναι τι θα κάνουμε τώρα που οι αδυναμίες και τα αδιέξοδα του παρελθόντος συνδέονται πολλαπλασιαστικά πλέον με τις πρωτοφανείς επιπτώσεις της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης. Τώρα, με την τεράστια μείωση του εισοδήματος, τη στασιμότητα στην ανάπτυξη και την ανεργία να έχει εκτοξευθεί σε υψηλότερα επίπεδα απ’ όσο σε άλλες χώρες που εφάρμοσαν παρόμοιες πολιτικές, συνεχίζει να αυξάνεται και πλησιάζει το 28%. Τώρα, η επιβράδυνση των επενδύσεων σε τεχνολογικό εκσυγχρονισμό έχει μειώσει ακόμα περισσότερο τη δυνατότητα η οικονομία να γίνει ανταγωνιστική. Το παραγωγικό κενό αποδυναμώνει επικίνδυνα την παραγωγική βάση. Τώρα, με τη μείωση των δημόσιων δαπανών, ακόμα και των επενδυτικών δαπανών, συνεχώς μειώνονται και τα Προγράμματα Δημοσίων Επενδύσεων.

Με την υπερφορολόγηση καταφέραμε μεν να έχουμε πρωτογενές πλεόνασμα, αλλά ο τρόπος επίτευξής του δεν είναι διατηρήσιμος, χωρίς να έχουμε εξασφαλίσει μία σταθερή ανάπτυξη. Μπορεί να είναι μικρή στην αρχή, αλλά πρέπει να αρχίσει αυτή η ανάπτυξη, τώρα που η μεγάλη μείωση του εβδομαδιαίου κόστους εργασίας και η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων αποδεικνύεται ότι δεν μπορεί να δημιουργήσει ένα εξωστρεφές μοντέλο ανάπτυξης, ενώ αντίθετα συντελεί στην περαιτέρω φτωχοποίηση του πληθυσμού και στη μεγέθυνση των κοινωνικών ανισοτήτων.

Τώρα, ο λόγος χρέους/ΑΕΠ έχει ξεπεράσει τα επίπεδα του 2010 και η διατήρηση των επιβαρύνσεων του χρέους με τη μορφή των τοκοχρεωλυσίων και με τη μορφή των αμφιβολιών για επενδύσεις εμποδίζει την ανάκαμψη και την παραγωγική ανασυγκρότηση. Σταθεροποιούνται μεν τα δημόσια οικονομικά και εξισορροπείται το ισοζύγιο των τρεχουσών συναλλαγών, αλλά αυτό γίνεται με επαπειλούμενη την ικανότητα διαβίωσης των ευρέων κοινωνικών ομάδων, έχοντας φθάσει σχεδόν στο χείλος της κοινωνικής καταστροφής.

Στη χώρα μας αναπτύσσονται πολλές πηγές αβεβαιοτήτων, όπως η πολιτική πόλωση και η εξασθένιση της κοινωνικής συνοχής, αλλά ιδιαίτερα αυτές που σχετίζονται με την πολιτική σταθερότητα. Η εμπειρία δείχνει ότι υπάρχει στενή σχέση ανάμεσα στην οικονομική και την πολιτική σταθερότητα. Η βαθιά ύφεση εντείνει την κοινωνική αναταραχή και αυτή ασκεί πιέσεις στην πολιτική μέσα από πολλούς διαύλους. Είναι γεγονός ότι η βαθιά ύφεση οξύνει τα κοινωνικά προβλήματα, η ανεργία έχει αναρριχηθεί σε απαράδεκτα ύψη, η ανασφάλεια διογκώθηκε, όπως και η φτώχεια, ενώ και οι ανισότητες διευρύνονται. Αυτό είναι το κοινωνικό και οικονομικό υπόβαθρο της πολιτικής και αυτό δημιουργεί την πόλωση.

Όμως, δεν πρέπει να εντείνουμε αυτήν την πόλωση. Πραγματικά, δεν κατάλαβα την τοποθέτηση του κ. Σαχινίδη. Δεν ήταν σε μία κατεύθυνση τέτοια, ούτως ώστε να συγκροτηθούν τα πολιτικά προγράμματα και να ακουστούν οι προτάσεις, προκειμένου, κύριε Σαχινίδη και κύριοι της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, να υπάρχουν συναινέσεις. Πρέπει να αναζητηθεί λύση, γιατί μπορεί να υπήρξε μία σχετική σταθεροποίηση έναντι της πτώχευσης της χώρας και μπορεί να υπάρχει ένα πρώτο πρωτογενές πλεόνασμα που έχουμε πει όλοι πώς έχει επιτευχθεί, αλλά αυτό πρέπει να καταστεί βιώσιμο. Είναι ένα εργαλείο για τη διαπραγμάτευση. Γι’ αυτό πρέπει μέσα απ’ αυτή τη διαπραγμάτευση –και έπρεπε να έχει αρχίσει πιο νωρίς- να υπάρξουν μεγάλες αλλαγές στο πρόγραμμα προσαρμογής, να συνδεθεί με την ανάπτυξη και την κοινωνική προστασία και να υπάρξει ένα εθνικό στρατηγικό σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας.

Όλα αυτά προϋποθέτουν τη διεκδίκηση από τους Ευρωπαίους εταίρους της μετακίνησης των τοκοχρεολυσίων, τη μείωση των επιτοκίων, την αναδιάρθρωση του χρέους. Έπρεπε γι’ αυτά να έχουμε προτάσεις.

Είμαστε στην αναμονή ενός πολυνομοσχεδίου που θα έρθει στο άψε σβήσε, που κι αυτό έχει ορισμένα –πάλι- προαπαιτούμενα, κι από την άλλη πλευρά δεν έχουμε αυτήν τη στιγμή κάποιες θετικές προτάσεις από αυτούς που ευθύνονται για αυτό το πρόγραμμα προσαρμογής και που πρέπει να μας πουν πώς θα βγούμε από το αδιέξοδο του μη βιώσιμου χρέους -γιατί δεν είναι βιώσιμο το χρέος και οι πάντες από όλες τις πλευρές το υποστηρίζουν και ο ελληνικός λαός το ξέρει ακόμα καλύτερα.

Πρέπει πράγματι να βρεθούν λύσεις πριν από τις ευρωεκλογές, να γίνουν οι πρώτες προτάσεις, ούτως ώστε η χώρα να μπορέσει να μπει σε μία διαδρομή, μέσα από τη στήριξη των εταίρων της, για τη διευθέτηση του δημόσιου χρέους που θα μας επιτρέψει να ξεκινήσουμε αυτήν την ανάκαμψη.

Όσον αφορά τώρα την έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου για το 2012, όπου θα αναφερθώ τώρα πολύ περιληπτικά γιατί θα ασχοληθώ και στη δευτερολογία μου, έχουμε τις ίδιες παρατηρήσεις. Παρατηρείται σταδιακή ετήσια αύξηση του υπολοίπου που εκκρεμεί προς είσπραξη. Συνεχώς συσσωρεύεται και μεγαλώνει το υπόλοιπο από εισπράξεις που πρέπει να κάνει το δημόσιο. Κι αυτή η διαδικασία της φοροδιαφυγής, της φοροαπαλλαγής εξακολουθεί ακόμη να μη διορθώνεται στο βαθμό που έπρεπε να έχει διορθωθεί. Παρατηρείται μείωση 7,1% του ΑΕΠ σε σχέση με το 2011, αύξηση του εισπρακτικού υπολοίπου κατά 11,3 δισεκατομμύρια ευρώ, σημαντική απόκλιση των πιστωτικών εσόδων από τις προβλέψεις του προϋπολογισμού, αύξηση του δημόσιου δανεισμού -ήταν η κατεξοχήν χρονιά της αύξησης του δημόσιου δανεισμού.

Όσον αφορά τα βεβαιωθέντα έσοδα σημειώνουμε ότι το εισπρακτικό υπόλοιπο του προϋπολογισμού δεν συμπεριλαμβάνεται -είναι σημαντικές οι παρατηρήσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου- στα βεβαιωθέντα και μη εισπραχθέντα έσοδα των τελωνείων, με αποτέλεσμα να εμφανίζεται διαφορετική εικόνα στον υπολογισμό, κατά παράβαση των συνταγματικών αρχών της ειλικρίνειας και της ακρίβειας του προϋπολογισμού.

Διαπιστώνεται υστέρηση των πραγματικά εισπραχθέντων εσόδων, η οποία οφείλεται κυρίως στις εισπράξεις φορολογικών εσόδων, όπως άμεσοι φόροι περιουσίας και έμμεσοι φόροι συναλλαγών που επιβάλλονται στις μεταβιβάσεις.

Τα καθαρά εισπραχθέντα έσοδα ανήλθαν το 2012 στα 52 δισεκατομμύρια ευρώ και υπολείπονται 7,2 δισεκατομμύρια ευρώ των προβλέψεων.

Οι άμεσοι και έμμεσοι φόροι εμφάνισαν υστέρηση. Οι άμεσοι φόροι που εισπράχθηκαν παρουσίασαν αύξηση, αλλά κυρίως γιατί τη χρονιά αυτή επιβλήθηκε το περιβόητο χαράτσι στους Έλληνες πολίτες. Βέβαια, εκεί ισοσκελίστηκε ένα μέρος της υστέρησης του κράτος να εισπράξει τους μέχρι τότε φόρους. Όμως, από την άλλη πλευρά και για το ΕΕΤΗΔΕ υπήρξε αδυναμία είσπραξης των εσόδων που είχαν προϋπολογιστεί γιατί ακριβώς οι πολίτες έχουν την αδυναμία να καλύψουν όλες αυτές τις  υπερφορολογήσεις. Τα έσοδα από το φόρο περιουσίας και τους λοιπούς έμμεσους φόρους έχουν πράγματι μειωθεί.

Όμως, η κύρια παρατήρηση και για το 2012 του Ελεγκτικού Συνεδρίου, όπως πολύ περισσότερο και για το 2011, είναι πράγματι για την αδυναμία του κράτους να εισπράξει τα έσοδά του, για το υπόλοιπο της είσπραξης των εσόδων το οποίο συνεχώς μεγαλώνει.

Βέβαια και στο θέμα των ληξιπρόθεσμων οφειλών του δημοσίου υπάρχει μία σκοτεινή εικόνα στο πώς τελικά αυτό το ξεχωριστό κουτάκι που υπάρχει στον Προϋπολογισμό, ληξιπρόθεσμες οφειλές οι οποίες εκείνη τη χρονιά πλησίαζαν τα 60 δισεκατομμύρια ευρώ, τμηματικά αποδίδονται στους επόμενους προϋπολογισμούς.

Νομίζω ότι ο κύριος Υπουργός θα μας δώσει τις απαντήσεις.

Όπως είπα πριν, ο Απολογισμός και ο Ισολογισμός του 2012 έχει τη μεγάλη συμφωνία του PSI, τη μείωση του δημόσιου χρέους κατά το οικονομικό έτος 2012 –γεγονός που οφείλεται στην εθελοντική ανταλλαγή των ομολόγων του ιδιωτικού τομέα- και από την άλλη πλευρά, τη μείωση ενός μέρους των τόκων.

Από την άλλη πλευρά, όμως, αυτές οι μειώσεις δεν περιόρισαν, παρά τις θυσίες του ελληνικού λαού, το θέμα της βιωσιμότητας του χρέους. Αυτή τη στιγμή το χρέος έχει εκτοξευθεί στο 174% του ΑΕΠ, αγγίζει τα 325 δισεκατομμύρια και αν δεν βρεθεί και δεν γίνει μια ουσιαστική διαπραγμάτευση, η χώρα δεν μπορεί να μπει σε τροχιά διαπραγμάτευσης, δεν μπορεί να βγει στις αγορές και δεν μπορεί να εξασφαλίσει χρήματα για την ανάπτυξη. Για το λόγο αυτό, εμείς καταψηφίζουμε τον Απολογισμό και Ισολογισμό του Προϋπολογισμού του 2012.

Και στην αρμόδια Επιτροπή, αλλά πολύ περισσότερο σήμερα, η συζήτηση έχει εξελιχθεί ιδιαίτερα. Έχουμε πάει στο παρελθόν και καλό είναι να αντλούμε τα επιχειρήματά μας από το παρελθόν.

Τι έγινε; Πού βρισκόταν η ελληνική οικονομία όταν άρχισε η διεθνής οικονομική κρίση;

Ήταν μία ελληνική οικονομία με τεράστια ήδη προβλήματα διαρθρωτικής φύσης, ασθενή παραγωγική βάση, επιχειρήσεις χαμηλής ανταγωνιστικότητας σε σχέση με τα διεθνή πρότυπα και με μία δημόσια διοίκηση αποδιοργανωμένη και αποδυναμωμένη από τη συνεχή πίεση του πελατειακού κράτους. Ήταν μία οικονομία που χαρακτηριζόταν από τον καταστροφικό συνδυασμό υψηλού χρέους και μονίμων ελλειμμάτων. Η εγχώρια ζήτηση στηριζόταν στα δανεικά, η ελληνική παραγωγή ήταν προσανατολισμένη σχεδόν αποκλειστικά σε μη ανταγωνιστικούς κλάδους. Πέρασαν πολλά Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης, έγιναν πολλές θυσίες από τον ελληνικό λαό, αλλά και η ανεργία ήταν ψηλά και τότε και η οικονομία δεν ήταν παραγωγική.

Αυτά δεν σας απασχόλησαν στην κουβέντα σας τώρα. Ο Υπουργός τα έβαλε στην αρχή στη συζήτηση. Δεν σας απασχόλησε γιατί είχε φθάσει η οικονομία σε αυτήν εδώ την κατάσταση. Και βέβαια, η κρίση ξεκίνησε από περαιτέρω κακούς χειρισμούς.

Και ποια λύση δόθηκε σε αυτήν την κρίση; Η πολιτική και οικονομική απάντηση ήταν η πολιτική των διαδοχικών μνημονίων. Η πολιτική αυτή περιλαμβάνει βέβαια και ορισμένες αναγκαίες αλλαγές που έπρεπε να γίνουν, αλλά στον πυρήνα της –και αυτό πρέπει να συζητήσουμε σήμερα- αποδείχθηκε κοινωνικά άδικη και οικονομικά αναποτελεσματική. Άρα, και το 2012, το δεύτερο μνημόνιο, η νέα δανειακή σύμβαση μπορεί να έδωσε μία ανάσα με την απομείωση του χρέους, αλλά παρόλα αυτά δεν δημιούργησε κανένα αποτέλεσμα. Κοινωνικά έγιναν πολύ βαρύτερα πράγματα. Με τις θυσίες του ο ελληνικός λαός έφθασε σε αυτήν τη σχετική σταθεροποίηση και από την άλλη πλευρά, αναπτυξιακά δεν έγινε απολύτως τίποτε. Γιατί; Γιατί αυτή η πολιτική των μνημονίων ήταν μία πολιτική σκληρής λιτότητας, μία σκληρή οικονομική αντίληψη που πάνω απ’ όλα προέχει η λιτότητα και αυτό σημαίνει διόρθωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων.

Την ερώτηση του κ. Σαχινίδη προς το ΣΥΡΙΖΑ για την ανάπτυξη και την ανάσχεση της ανεργίας, την έχουμε κάνει επανειλημμένα όλα τα Κόμματα τόσες φορές μέχρι τώρα και έχουμε πει ότι αυτή η στενή αντίληψη των μνημονίων έπρεπε από το 2012 να σταματήσει. Τα έχουμε πει και στον προϋπολογισμό και το 2012 και το 2013 και τα λέμε και στο 2014. Έπρεπε συγχρόνως από ένα σημείο και ύστερα να ξεκινήσει παράλληλα και η διαδικασία της ανάπτυξης και όμως, δεν ξεκίνησε. Άρα, έχουμε έξαρση της ανεργίας, συνεχή ελλείμματα κλπ. Γι’ αυτό και το πρωτογενές πλεόνασμα δεν μπορεί να είναι βιώσιμο, αν δεν μπει η χώρα σε μία σταθερή τροχιά ανάπτυξης. Αυτό σημαίνει βασική αλλαγή όλου του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής.

Από εκεί και πέρα, λύσαμε το πρόβλημα του χρέους; Λύσαμε το πρόβλημα του χρηματοδοτικού κενού και του χρέους; Τα λύσαμε μέχρι τώρα; Γιατί δεν μας απασχολούν αυτά στη συζήτηση; Πού βρισκόμαστε σήμερα; Έκανα αυτά τα ερωτήματα και κατά την τοποθέτησή μου εκεί. Οι αδυναμίες και τα αδιέξοδα του παρελθόντος δεν συνδέονται τώρα πολλαπλασιαστικά με τις πρωτοφανείς επιπτώσεις της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης; Δεν έχει αποτραπεί. Έχουν σταθεροποιηθεί, βέβαια, τα δημόσια οικονομικά –και συμβάλαμε και εμείς με τη συμμετοχή μας στην τρικομματική Κυβέρνηση- αλλά από εκεί και πέρα, αυτό έγινε με μεγάλη επιβάρυνση στα κοινωνικά στρώματα και βέβαια, με την ανεργία στα ύψη και με διάχυτες τις αμφιβολίες για τις προοπτικές ανάπτυξης της χώρας.

Από την άλλη πλευρά, η συζήτηση αυτή τι ανέδειξε; Ότι δεν μπορούμε όλα τα Κόμματα και η Δημοκρατική Αριστερά να βάλουμε τα πράγματα επί τον τύπον των ήλων. Δηλαδή, αυτή τη στιγμή δεν βρισκόμαστε σε πολύ κρίσιμο σταυροδρόμι; Δεν πρέπει, δηλαδή, να δούμε τι θα κάνουμε; Καλά τα κάναμε η μία πλευρά; Στην αρχή η Νέα Δημοκρατία τα κατήγγειλε, αλλά μετά καλά τα ξεκίνησε κλπ;

Έχουμε προβλήματα μπροστά μας και τα προβλήματα αυτά είναι πάρα πολύ σοβαρά, γιατί εντείνουν την πολιτική πόλωσης, που θα ενταθεί πολύ περισσότερο λόγω των εκλογών και εξασθενούν την κοινωνική συνοχή. Και βέβαια, το γεγονός ότι δεν απαντάμε σε αυτά τα πράγματα και ότι ο καθένας κοιτά μόνο το στενό του κομματικό περιβάλλον σχετίζεται με την πολιτική σταθερότητα.

Διότι, τι αναζητάμε αυτή τη στιγμή; Αναζητάμε πολιτική σταθερότητα και προοπτικές να μπει η χώρα σε μια τροχιά ανάκαμψης. Διότι, η οικονομική κρίση συνδέεται με την πολιτική σταθερότητα και η βαθιά ύφεση φέρνει μεγάλη κοινωνική αναταραχή και ασκεί πιέσεις στην πολιτική μέσα από πολλούς διαύλους.

Είναι, λοιπόν, γεγονός ότι πρέπει να σταθούμε πράγματι με νηφαλιότητα και να δούμε ότι η χώρα μας βρίσκεται σε ιδιαίτερα κρίσιμο σταυροδρόμι. Μπορεί να σταθεροποιήθηκε η κατάσταση, αλλά έχει πλέον μπροστά της ένα τεράστιο, μα τεράστιο βουνό για να μπορέσει να ξεκινήσει την ανάκαμψη. Αυτό είναι το χρέος.

Το χρέος διογκώθηκε. Μπορεί το 2012 να έγινε μία απομείωση. Η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών δεν απέδωσε. Συνεχώς, δηλαδή, θα λέμε πότε οι τράπεζες θα καλύψουν τις κεφαλαιακές τους ανάγκες, πότε θα έχουν τις καταθέσεις για να μπορέσουν να μπουν στη ρευστότητα της οικονομίας; Δηλαδή, εδώ δεν ισχύει το δίδυμο και καταθέσεις και υποχρέωση συμμετοχής των τραπεζών στον κοινωνικό τους και αναπτυξιακό τους ρόλο;

Αυτό τι σημαίνει; Δεν σημαίνει δανειοδότηση;

Γιατί, δηλαδή, μόνο το ένα ισχύει για τις τράπεζες και η ανακεφαλαιοποίηση και το κόστος είναι μόνο για τους πολίτες;

Βεβαίως, απέτυχε η ανακεφαλαιοποίηση. Και θα το δούμε τώρα και θα το συζητήσουμε με το πολυνομοσχέδιο. Και θα δούμε τι πρέπει να κάνουμε σε αυτό το θέμα. Δεν πρέπει να το δούμε με μία συναίνεση; Δεν πρέπει να το δούμε με κάποιες προτάσεις; Δεν μπορούμε να το δούμε ούτε με όρους του παρελθόντος, ούτε με κομματικούς όρους.

Θέλω να πω, λοιπόν, ότι αυτή τη στιγμή υπάρχει ένα κοινωνικό και οικονομικό υπόβαθρο πολιτικής πόλωσης και πρέπει όλα τα κόμματα εδώ να αναδείξουμε τις προτάσεις μας, τα προγράμματα, ούτως ώστε να αναζητηθούν λύσεις.

Το παρελθόν, κύριοι συνάδελφοι του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατίας, δεν σας βοηθάει σε αυτό. Η προσαρμογή, έτσι όπως έγινε, δεν σας βοηθάει. Πρέπει, λοιπόν, να αναζητήσουμε λύσεις για να μπορέσει η χώρα να βγει από το αδιέξοδο.