Home Οικονομία & Ανάπτυξη (τομέας ευθύνης) Τοποθέτηση κατά τη συζήτηση της πρότασης δυσπιστίας του ΣΥΡΙΖΑ προς την Κυβέρνηση

Τοποθέτηση κατά τη συζήτηση της πρότασης δυσπιστίας του ΣΥΡΙΖΑ προς την Κυβέρνηση

E-mail Εκτύπωση PDF

Η πρόταση δυσπιστίας προς την Κυβέρνηση που κατέθεσε ο ΣΥΡΙΖΑ έρχεται με αιχμή την εκκένωση της ΕΡΤ από τα ΜΑΤ. Στο θέμα αυτό διαφώνησε κατηγορηματικά, όπως και κατηγορηματικά έχει διαφωνήσει εξ’ αρχής η ΔΗΜΑΡ, με την επιλογή δηλαδή της βίαιης αναδιάρθρωσης της δημόσιας τηλεόρασης με ένα αυταρχικό πρότυπο, το οποίο βέβαια είχε ως κατάληξη και τον αυταρχισμό στην εκκένωση της ΕΡΤ από τα ΜΑΤ.

Ας δούμε όμως το σύνολο των θεμάτων που επιδιώκει να καλύψει ή έπρεπε να επιδιώξει να καλύψει η πρόταση δυσπιστίας, που είναι πράγματι τα μεγάλα προβλήματα που βιώνει η κοινωνία και η οικονομία της χώρας. Τελικά, επιτυγχάνει η πρόταση αυτή τον στόχο της για την προώθηση λύσεων αλλαγής πολιτικής ή αποδυνάμωσης, ακόμη και πτώσης της Κυβέρνησης; Δεν νομίζω ότι το επιτυγχάνει!

Θεωρώ όμως ότι ανοίγεται μια συντεταγμένη συζήτηση στην Ολομέλεια, που θα μπορούσε όμως να γίνει και με τη διαδικασία της προ ημερησίας διάταξης συζήτηση για την ασκούμενη κοινωνική και οικονομική πολιτική της Κυβέρνησης και αυτό το όπλο της πρότασης δυσπιστίας να υπάρχει για μια άλλη περίπτωση, καθώς μπροστά μας έχουμε πολλά θέματα, δηλαδή και τη φορολόγηση των πολιτών με το φόρο ακινήτων και το ενδεχόμενοαδιέξοδο των διαπραγματεύσεων με την τρόικα και πολλά άλλα σοβαρά προβλήματα.

Γεννάται εδώ το ερώτημα: Ποια άλλη μέθοδο θα χρησιμοποιήσει στη συνέχεια ο ΣΥΡΙΖΑ γι’ αυτήν εδώ την κατάσταση για τη χώρα, η οποία σε λίγο καιρό μπορεί να ενταθείί και να είναι χειρότερη από ό,τι το 2013;

Σήμερα, λοιπόν, η χώρα βρίσκεται πάλι - και το συζητάμε αυτό συνέχεια - σε μια πολύ δύσκολη φάση. Η προσήλωση στο στόχο της πολιτικής σταθερότητας -που είναι και στόχος της ΔΗΜΑΡ- δεν μπορεί να υπηρετείται με περαιτέρω υποβάθμιση της κοινωνίας, με στασιμότητα στην αναπτυξιακή διαδικασία και πολύ περισσότερο με ανοιχτό το ενδεχόμενο για τη λήψη νέων μέτρων και την ανυπαρξία ουσιαστικής διαπραγμάτευσης για την από δω και πέρα προσαρμογή και τη διαχείριση του υπέρογκου και μη βιώσιμου χρέους.

Η καλλιέργεια από τη δικομματική Κυβέρνηση της ψευδαίσθησης ότι επίκειται ταχύτατη ανάκαμψη την έχει οδηγήσει σε αυτοπαγίδευση και οι δανειστές εταίροι επιμένουν στη συνέχιση της ίδιας πολιτικής με τη συνεχή απαίτηση λήψης μέτρων. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι η υπερφορολόγηση των ακινήτων, χωρίς προοδευτική κλίμακα, χωρίς προστασία των φτωχών και των οικονομικά αδύνατων, χωρίς προστασία των ανέργων, η πίεση για την άρση των πλειστηριασμών για την πρώτη κατοικία, η εντεινόμενη επίθεση στα εργασιακά δικαιώματα και ειδικότερα στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης και περίθαλψης, οι με αυταρχικό και οριζόντιο τρόπο- εν αρχή ην η ΕΡΤ- μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση, που δεν οδηγούν στην αναβάθμισή της, αλλά στην απορρύθμισή της και στις απολύσεις.

Είναι γεγονός -και το ξέρουμε όλοι πολύ καλά από όλες τις πλευρές- ότι σήμερα μπροστά στα μεγάλα αδιέξοδα της βίαιης αυτής δημοσιονομικής προσαρμογής, που είναι προσαρμογή-σοκ, αποσυνδεδεμένη από την αναπτυξιακή διαδικασία και την κοινωνική προστασία, υπάρχει τελικά ένας έντονος προβληματισμός ακόμη και στο ΔΝΤ και στην Ευρωομάδα και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο παραδέχεται ότι η διόρθωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων σε χώρες που δεν έχουν δικό τους νόμισμα, δεν πρέπει να ξεπερνά το 1,5% του ΑΕΠ, διότι η διόρθωση αυτοαναιρείται. Αυτό έγινε στην Ελλάδα, γιατί η προσαρμογή στην Ελλάδα υπερέβη το 3% του ΑΕΠ.

Πρόσφατα, ο κ. Σουλτς αλλά και μεγάλη πλειοψηφία της Ευρωομάδας ζητούν από την τρόικα να απολογηθούν για τα προγράμματα εφαρμογής που εφάρμοσαν στα κράτη-μέλη της Ευρωζώνης και ιδιαίτερα στην Ελλάδα, βλέποντας όλοι έντρομοι την ανερχόμενη ανεργία και στην Ευρωζώνη αλλά βέβαια και στην πρώτη σε ποσοστό στην Ελλάδα.

Η Κυβέρνηση, λοιπόν, μετά απ’ όλα αυτά πρέπει να αλλάξει πολιτική και να συνδέσει την προσαρμογή με την κοινωνική προστασία και την ανάπτυξη. Σ’ αυτό πρέπει να επικεντρώσει, όπως επικεντρώνουμε κι εμείς ως ΔΗΜΑΡ, τις προτάσεις της και τις διεκδικήσεις της. Το ίδιο πρέπει να κάνει και η Αξιωματική Αντιπολίτευση με ένα πλαίσιο ουσιαστικών για την άρση από τα αδιέξοδα.

Γι’ αυτό, λοιπόν, απαιτείται σκληρή διαπραγμάτευση, η οποία δεν γίνεται στο βαθμό που θα έπρεπε και στο βαθμό που θα αξιοποιούσε το ότι οι άλλοι εταίροι μας έχουν καταλάβει τα προβλήματα που δημιούργησαν στην ελληνική κοινωνία και οικονομία. Πρέπει να γίνει σαφές ότι η οικονομία και η κοινωνία δεν αντέχουν άλλα μέτρα. Χρειάζεται ρευστότητα και αναπτυξιακό σοκ.

Η Κυβέρνηση, λοιπόν, πρέπει να κάνει σαφές προς κάθε κατεύθυνση ότι δεν θα δεχθεί κανένα μέτρο, οριζόντιο ή κάθετο, άμεσο ή έμμεσο, που θα επιβαρύνει περισσότερο την οικονομία. Η συζήτηση που γίνεται για το χρηματοδοτικό κενό δεν έχει κανένα νόημα σήμερα. Αυτή συνδέεται με την αλλαγή στροφής που πρέπει να γίνει στην προσαρμογή και με τις αναγκαίες αλλαγές για την αντιμετώπιση της βιωσιμότητας του χρέους. Μην εμπλακείτε τώρα σε μία τέτοια συζήτηση με τους υπαλλήλους της Τρόικας. Η συζήτηση θα γίνει συνολικά και η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι υπεύθυνη να δώσει λύση στο θέμα της βιωσιμότητας του χρέους στο θέμα της προσαρμογής της Ελλάδας, ώστε να μπορέσει να βγει από τα αδιέξοδα.

Κύριοι συνάδελφοι, είναι βέβαιο ότι το χρέος δεν πρόκειται να τεθεί σε τροχιά μείωσης και να γίνει βιώσιμο. Η κατάσταση δεν είναι διατηρήσιμη χωρίς αναδιάρθρωση, επιμήκυνση των περιόδων αποπληρωμής, μείωση μέρους του χρέους και άλλες διευκολύνσεις. Χρειάζεται γι’ αυτό σκληρή διαπραγμάτευση εδώ και τώρα για ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα αλλαγών και διευκολύνσεων που θα πρέπει να ενταχθούν σε μία συνολική λύση του προβλήματος του χρέους.

Όμως, η Κυβέρνηση θα έπρεπε ήδη να έχει έτοιμο ένα ισχυρό αναπτυξιακό πρόγραμμα. Δεν μας έπεισε καθόλου εχθές ο κ. Χατζηδάκης με τα βήματα περί ενίσχυσης της ρευστότητας, ανάπτυξης κλπ, που περιέγραψε. Όλα βρίσκονται ακόμη στο στάδιο της περιγραφής. Δεν υπάρχει όμως αποτέλεσμα!

Η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών πρέπει να οδηγήσει τελικά –και αυτό το άκουσα πάλι προχθές στην ομιλία του κ. Σουλτς- στην ενίσχυση της ρευστότητας στην αγορά. Τελικά, οι τράπεζες θα δίνουν πολύ χαμηλό επιτόκιο 0,25% κατά την πρόταση του κ. Ντράγκι. Η ανακεφαλαιοποίηση πληρώθηκε από τον ελληνικό λαό. Πότε θα αρχίσει η ρευστότητα; Πότε θα βρεθεί ένα ουσιαστικό πρόγραμμα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, για την πάταξη της ανεργίας;

Το «ΠΑΡΩΝ», λοιπόν, της ΔΗΜΑΡ έχει ένα έντονο πολιτικό χρώμα. Διατυπώνει με οξύτητα τη δυσπιστία της ως προς την ασκούμενη κυβερνητική πολιτική και τον τρόπο διαχείρισης των μικρών και μεγάλων θεμάτων, αλλά είναι και ένα «ΠΑΡΩΝ» που αμφισβητεί την αναγκαιότητα σ’ αυτή τη διαδικασία της πρότασης δυσπιστίας του ΣΥΡΙΖΑ. Αμφισβητεί την ευρύτητα της πρότασης και τη χρησιμότητά της στην κοινωνία, γιατί μπορεί να λειτουργήσει αποπροσανατολιστικά. Θα συσπειρώσει τη δικομματική Κυβέρνηση και θα μετατοπίσει την ατζέντα των μεγάλων θεμάτων.

Σήμερα, πραγματικά είναι η μεγαλύτερη ευκαιρία αυτά τα μεγάλα θέματα να συζητούνταιι μεν στη Βουλή, αλλά κυρίως να διεκδικούνται και έξω από την κοινωνία. Φέρατε, λοιπόν, τις διεκδικήσεις της κοινωνίας μέσα στη Βουλή σε μία εσωστρεφή διαδικασία δικομματικής αντιπαράθεσης που δεν θα έχει αυτά τα αποτελέσματα που θα μπορούσαν να υπάρχουν ενδεχομένως από μία άλλη διαδικασία μετά από μία συσπείρωση και αγωνιστική διεκδίκηση του ελληνικού λαού.

Σας ευχαριστώ.