Άρθρο στην Ελευθεροτυπία: Επειγόντως πρόγραμμα ανάπτυξης συνδεδεμένο με μία γενναία αναδιάρθρωση και μείωση του Χρέους

Παρασκευή, 08 Αύγουστος 2014 12:15
Εκτύπωση

Η Ασημίνα Ξηροτύρη επισημαίνει μεταξύ άλλων, σε άρθρο της στην Ελευθεροτυπία, ότι η χώρα χρειάζεται επειγόντως ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα ανάκαμψης, συνδεδεμένο με ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα «διευκολύνσεων» (με Ευρωπαϊκή στήριξη), οι οποίες θα πρέπει να ενταχθούν σε μια συνολική λύση του προβλήματος του χρέους με μία γενναία αναδιάρθρωση: μετακύλιση ομολόγων, δραστική μείωση επιτοκίων, ανάληψη του κόστους ανακεφαλαιοποίησης των Τραπεζών και κυρίως μείωση μέρους του χρέους. Δυστυχώς όμως η Κυβέρνηση δεν αντιδρά και εξακολουθεί να κινείται χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο και δεσμεύσεις. Λείπουν οι εθνικές προτάσεις για ένα ολοκληρωμένο σχέδιο ανασυγκρότησης και ένα πρόγραμμα διεκδικήσεων, για μία συνολική λύση του προβλήματος του χρέους.

Τελευταία μάλιστα, η Κυβέρνηση έχει εγκλωβισθεί στην παρελκυστική τακτική της Τρόικας, με αποτέλεσμα να αποδέχεται νέες δεσμεύσεις και νέα προαπαιτούμενα (αλλαγές σε ασφαλιστικό και εργασιακά, με την απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων και την αλλαγή του νόμου για τις απεργίες κ.ά.) σε ένα χωρίς τέλος και «έλεος» για τη χώρα φαύλο κύκλο απαιτήσεων των δανειστών. Το πλήρες κείμενο του άρθρου έχει ως εξής:

 Η χώρα και η κοινωνία για να ανακάμψουν χρειάζονται μία γενναία διαπραγμάτευση για την αναδιάρθρωση και τη μείωση του Χρέους

Ο κ. Γιούνκερ, προβλέποντας την αντικατάσταση της τρόικας από μία Ευρωπαϊκή ομάδα δράσης, εισήγαγε μία νέου τύπου μακράς διάρκειας επιτήρηση της Ελλάδας από την ΕΕ με δέλεαρ την επιμήκυνση της περιόδου πληρωμής του χρέους, άραγε για πόσες γενιές ακόμη στην ανεργία, τη λιτότητα και την αναπτυξιακή στασιμότητα;

Και βέβαια κουβέντα δεν είπε για το κρίσιμο ζήτημα της συνολικής λύσης του προβλήματος του χρέους με μία γενναία αναδιάρθρωση και κυρίως μείωση αυτού, που αποτελεί και το κομβικό σημείο για να μπει η χώρα σε τροχιά ανάπτυξης και ανάκαμψης. Έτσι ακόμα και χωρίς «μνημόνιο» η χώρα θα εξακολουθεί να βρίσκεται υπό την εποπτεία της ΕΕ και του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης αν αναγκασθεί να προσφύγει σε αυτόν για δανεισμό, πράγμα που συνεπάγεται νέο πρόγραμμα προσαρμογής (και σχετική σύμβαση) σύμφωνα με τους κανόνες του. Είτε βέβαιαυπό την εποπτεία των διεθνών αγορών αν προσφεύγει για δάνεια σε αυτές (πράγμα πολύ δύσκολο και ριψοκίνδυνο, βλ. Αργεντινή).

Παρά το μέγεθος  λοιπόν και τη βιαιότητα της δημοσιονομικής προσαρμογής, η ΕΕ υπολογίζει ότι την διετία 2014-2015, οι επιπρόσθετες χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδας θα ανέλθουν σε € 14,9 δισ. Και πιθανότατα θα ζητηθούν νέα μέτρα και δανεισμός. Και βέβαια μετά θα ακολουθήσει ο γολγοθάς της  αποπληρωμής του χρέους  που  παραμένει στα δυσθεώρητα ύψη – 325δις, 175% του ΑΕΠ - , λειτουργώντας αποτρεπτικά για την ανάπτυξη, την παραγωγική ανασυγκρότηση και τη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής. Μέχρι το 2020 πρέπει να πληρώσουμε 77,7 δις σε χρεολύσια και 49,4 δις περίπου σε τόκους. Και δυστυχώς, το χρέος δεν πρόκειται να γίνει «βιώσιμο» ως το 2020 ούτε και η κατάσταση μπορεί να είναι διατηρήσιμη με εθνικές μόνο προσπάθειες μέχρι το 2050.

Ενώ τα προβλήματα και οι πηγές αβεβαιότητας θα παραμένουν πάρα πολλά – ανεργία, παντελής έλλειψη ρευστότητας, υπερφορολόγηση, μειούμενες δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις και εξαγωγές και διόγκωση των κοινωνικών ανισοτήτων.

Η χώρα χρειάζεται επειγόντως ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα ανάκαμψης, συνδεδεμένο με ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα «διευκολύνσεων» (με Ευρωπαϊκή στήριξη), οι οποίες θα πρέπει να ενταχθούν σε μια συνολική λύση του προβλήματος του χρέους με μία γενναία αναδιάρθρωση: μετακύλιση ομολόγων, δραστική μείωση επιτοκίων, ανάληψη του κόστους ανακεφαλαιοποίησης των Τραπεζών και κυρίως μείωση μέρους του χρέους.  

Δυστυχώς όμως η Κυβέρνηση δεν αντιδρά και εξακολουθεί να κινείται χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο και δεσμεύσεις. Λείπουν οι εθνικές προτάσεις για ένα ολοκληρωμένο σχέδιο ανασυγκρότησης και ένα πρόγραμμα διεκδικήσεων, για μία συνολική λύση του προβλήματος του χρέους.

Τελευταία μάλιστα, η Κυβέρνηση έχει εγκλωβισθεί στην παρελκυστική τακτική της Τρόικας, με αποτέλεσμα να αποδέχεται νέες δεσμεύσεις και νέα προαπαιτούμενα  (αλλαγές σε ασφαλιστικό και εργασιακά, με την απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων και την αλλαγή του νόμου για τις απεργίες κ.ά.) σε ένα χωρίς τέλος και «έλεος» για τη χώρα φαύλο κύκλο απαιτήσεων των δανειστών.