Είναι αναγκαίο ένα νέο εθνικό σχέδιο ανασυγκρότησης της χώρας με νέο αναπτυξιακό και παραγωγικό πρότυπο

Κυριακή, 10 Μάρτιος 2013 11:46
Εκτύπωση

Τόνισε η Ασημίνα Ξηροτύρη στην τοποθέτησή της επί της αρχής του Σχεδίου Νόμου του Υπουργείου Αναπτύξης "Διαμόρφωση φιλικού αναπτυξιακού περιβάλλοντος για τις στρατηγικές και ιδιωτικές επενδύσεις και άλλες διατάξεις". Για να συνεχίσει, ότι απαιτείται επανακαθορισμός των αναπτυξιακών προτεραιοτήτων στους κρίσιμους παραγωγικούς πόρους που διαθέτει η χώρα, όπως είναι η αγροτική παραγωγή, τα τρόφιμα, η μεταποίηση, η καινοτομία ή εκμετάλλευση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της, όπως είναι η ενέργεια, ο τουρισμός, ο ορυκτός πλούτος, η ναυτιλία και ο πολιτισμός.  Χρειάζεται επίσης ενίσχυση της περιφερειακής διάστασης της ανάπτυξης με τη δημιουργία τοπικών συμφωνιών, την αξιοποίηση κάθε επενδυτικού πόρου και δυνατότητας, με την απελευθέρωση των μεγάλων έργων, την αξιοποίηση και ταχεία υλοποίηση του ΕΣΠΑ, την προσέλκυση ξένων επενδύσεων, την αποδέσμευση και αξιοποίηση και όχι την εκποίηση της ακίνητης περιουσίας του δημοσίου.

Επισήμανε ότι, με το άγχος της σκληρής πραγματικότητας, το εν λόγω νομοσχέδιο προβλέπει σημαντικές οργανωτικές αλλαγές στο Υπουργείο Ανάπτυξης και στοχεύει στο να ενισχύσει την αποτελεσματικότητα, να περιορίσει φαινόμενα αμφίβολων επιλογών και συναλλαγών που στο παρελθόν οδήγησαν σε επενδύσεις που δεν άφησαν μόνιμο αποτύπωμα στην οικονομία και κυρίως στη δόμηση της απασχόλησης. Περιορίζεται ωστόσο στην προσπάθεια βελτίωσης του προηγούμενου αναπτυξιακού νόμου και επιδέχεται τροποποιήσεων και βελτιώσεων. Διαβάστε την πλήρη τοποθέτησή της επί της αρχής:

Επί της αρχής του νομοσχεδίου, είναι γεγονός ότι ένας πρώτος κύκλος σταθεροποίησης της χώρας έχει κλείσει με την εξασφάλιση της συνέχισης της χρηματοδότησης, τη μείωση του χρέους και των επιβαρύνσεων και την πολιτική δέσμευση των εταίρων μας για τη στήριξη της παραμονής της χώρας μας στο ευρώ. Εκείνο, όμως που γνωρίζουμε πολύ καλά είναι ότι η δημοσιονομική προσαρμογή ήταν βίαιη χρονικά και οικονομικά, όσο σε κανένα άλλο κράτος που είχε πρόγραμμα προσαρμογής με τα εμπροσθοβαρή επώδυνα μέτρα στην ελληνική κοινωνία. Η πολιτική και οικονομική προσέγγιση μέχρι τώρα στη διαμόρφωση των προγραμμάτων της προσαρμογής είχε ως μοναδικό στόχο την αποπληρωμή του χρέους και τη σταθεροποίηση της οικονομίας διότι χωρίς αυτή δεν θα υπήρχε δυνατότητα μεταστροφής προς την ανάπτυξη. Υπάρχει, όμως και η άλλη προσέγγιση στα πράγματα, ακριβώς αντίστροφα, ότι δηλαδή η σταθεροποίηση της οικονομίας είναι αποτέλεσμα της ανάπτυξης. Στην πραγματικότητα, αυτοί οι δύο στόχοι έπρεπε να επιδιώκονται παράλληλα και σήμερα, τουλάχιστον κατά τη δική μου άποψη, πρέπει να αλλάξουμε την ιεράρχηση. Να προτάξουμε την ανάπτυξη που θα αξιοποιήσει τις υπαρκτές δυνατότητες και θα αντιμάχεται την ύφεση και την έξαρση της ανεργίας. Γι' αυτό χρειάζεται συνεχής προσπάθεια, σταθερότητα στόχων και ευρύτερη κινητοποίηση για να δώσουμε τη μάχη αφενός της συντεταγμένης κοινωνικής προσαρμογής και αφετέρου της επανεκκίνησης της ανάπτυξης. Για την επίτευξη αυτού του στόχου απαιτείται κατ' αρχήν ένα νέο εθνικό σχέδιο ανασυγκρότησης της χώρας με νέο αναπτυξιακό και παραγωγικό πρότυπο, με επανακαθορισμό των αναπτυξιακών προτεραιοτήτων στους κρίσιμους τομείς που διαθέτει η χώρα, όπως είναι η αγροτική παραγωγή, τα τρόφιμα, η μεταποίηση, η καινοτομία ή μπορεί να δημιουργήσει συγκριτικά πλεονεκτήματα, όπως είναι η ενέργεια, ο τουρισμός, ο ορυκτός πλούτος, η ναυτιλία και ο πολιτισμός. Καθώς ενίσχυση της περιφερειακής διάστασης της ανάπτυξης και δημιουργία τοπικών συμφωνιών, αξιοποίηση κάθε επενδυτικού πόρου και δυνατότητας με την απελευθέρωση των μεγάλων έργων, την αξιοποίηση και ταχεία υλοποίηση του ΕΣΠΑ, την προσέλκυση ξένων επενδύσεων, την αποδέσμευση και αξιοποίηση και όχι την εκποίηση της ακίνητης περιουσίας του δημοσίου.

Τονίζουμε, όμως ότι ο χωροταξικός σχεδιασμός πρέπει να εναρμονίζει τις αναπτυξιακές πρωτοβουλίες. Παράλληλα, πρέπει να γίνει η διεκδίκηση συμπληρωματικών αναπτυξιακών πόρων σε εφαρμογή των διακηρύξεων του Συμβουλίου Κορυφής της Ε.Ε.. Ένας μεγάλος στόχος είναι ότι οι στρατηγικές παρεμβάσεις, θα πρέπει να συνδεθούν με τη δημιουργία σταθερών θέσεων εργασίας με υψηλό εισοδηματικό πολλαπλασιαστή. Στις κατευθύνσεις αυτές θα πρέπει να ενταχθεί η εν λόγω νομοθετική παρέμβαση για να πετύχει στη βελτίωση του αναπτυξιακού περιβάλλοντος και στην ενίσχυση της πραγματικής οικονομίας και της επιχειρηματικότητας, ενεργοποιώντας επενδυτικούς πόρους της οικονομίας και της κοινωνίας. Κατά τη διαμόρφωση αυτής της αναπτυξιακής στρατηγικής, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το τεράστιο πρόβλημα της ανεργίας στη χώρα, όπως και ότι το ελληνικό δημόσιο δεν διαθέτει πλέον σήμερα πόρους για να ενισχύσει, όπως το παρελθόν, μια άτακτη συνήθως χωρίς «σφιχτό» προγραμματισμό, πολιτική ενίσχυση των ιδιωτικών επενδύσεων. Με βάση των παραπάνω, θεωρούμε ότι στα εισαγωγικά στοιχεία της Αιτιολογικής Έκθεσης, δεν έπρεπε να γίνεται αναφορά στις αρχές, τους στόχους και τις κατευθύνσεις για αυτή τη σημαντική παρέμβαση, όπως και αποτύπωση των προτεραιοτήτων, λόγω της δυσμενούς κατάστασης της οικονομίας. Τα πολύ σημαντικά θετικά στοιχεία του νομοσχεδίου θα έπρεπε να συνοδευτούν ακριβώς από αυτές τις αναφορές για να γίνει μια αρχή, δηλαδή αυτή τη στιγμή να ανοίξει η συζήτηση για μια στρατηγική και καινοτόμα παρέμβαση πάνω στην αναπτυξιακή διαδικασία, αξιοποιώντας, βέβαια και τα προγράμματα και τις εμπειρίες του παρελθόντος, αλλά και τα προβλήματα τα οποία έχουμε. Με το άγχος της σκληρής πραγματικότητας, το νομοσχέδιο περιορίζεται στην προσπάθεια βελτίωσης του προηγούμενου αναπτυξιακού νόμου, με σημαντικές βέβαια τροποποιήσεις και βελτιώσεις και σε οργανωτικές αλλαγές στο Υπουργείο Ανάπτυξης, έχοντας ως στόχο να ενισχύσει την αποτελεσματικότητα, να περιορίσει τα φαινόμενα των αμφίβολων επιλογών και μερικές φορές, πολλών συναλλαγών στο παρελθόν που πολλές φορές οδήγησαν σε επενδύσεις, που δεν άφησαν μόνιμο αποτύπωμα στην οικονομία και κυρίως, στη δόμηση της απασχόλησης. Η ΟΚΕ στην έκθεσή της, επισημαίνει και κάποια άλλα θέματα, παρόλο που στο τέλος στηρίζει τις νομοθετικές ρυθμίσεις, όμως, θέτει έναν προβληματισμό και για τα θέματα της δημοσιονομικής βιωσιμότητας των επιχορηγήσεων κεφαλαίου και στην ταυτόχρονη παροχή φορολογικών συναλλαγών, ότι η χορήγηση των επιχορηγήσεων θα πρέπει πολλαπλασιαστικά να είναι αποδοτικότερη και αποτελεσματικότερη από την ενίσχυση των ιδιωτικών επενδύσεων κλπ.

Όσον αφορά στο πρώτο μέρος, το νομοσχέδιο δίνει ιδιαίτερο βάρος στις στρατηγικές ιδιωτικές επενδύσεις, ως απάντηση στο πρόβλημα της ύφεσης και της καταπολέμησης της ανεργίας μέχρι της αλλαγής του καθεστώτος του fasttruck, έχοντας ως κεντρικούς στόχους, τον περιορισμό της γραφειοκρατίας από τη μια και τη διεύρυνση του πλαισίου των στρατηγικών επενδύσεων από την άλλη. Χωρίς να μειώνουμε την ανάγκη για τις μεγάλες στρατηγικές ιδιωτικές επενδύσεις, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι δεν πρέπει να παγιωθούν όπως γίνεται εδώ στο παρόν νομοσχέδιο οι fasttruck διαδικασίες. Είναι για μια έκτακτη ανάγκη, αλλά δεν πρέπει να τείνουμε στην παγίωση αυτών των διαδικασιών, επίσης είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι το νομοσχέδιο, παρόλο που προσπαθεί, δεν είναι από μόνη της ικανή συνθήκη για πλήρη ανατροπή της ύφεσης και την ανάκαμψη της οικονομίας, αλλά αυτή τη συζήτηση, κύριε Υπουργέ, θα την ανοίξουμε και θα την συνεχίσουμε. Αυτό είναι ένα μεγάλο ζητούμενο και μια συζήτηση που πρέπει στην Επιτροπή μας τουλάχιστον, να την κάνουμε πολλές φορές. Πιο συγκεκριμένα, στις προβλέψεις του σχεδίου νόμου για αυτές τις επενδύσεις, τροποποιεί επιμέρους ρυθμίσεις παλαιότερων νόμων, που αφορούν στις ιδιωτικές επενδύσεις, με αποτέλεσμα, να δημιουργείται πρόσθετη δυσκολία στην πληροφόρηση, παλαιότερα, των υποψηφίων επενδυτών για το τι ισχύει κάθε φορά.

Επίσης, για την εφαρμογή του απαιτούνται σε πολλές περιπτώσεις η έκδοση Κ.Υ.Α και προεδρικών διαταγμάτων. Εμείς λέμε ότι, σωστά κάνει, πρέπει να εκδίδονται προεδρικά διατάγματα, από την άλλη πλευρά όμως, αυτό θέλει πλήρη ετοιμότητα και ταχύτητα. Το σχέδιο νόμου έχει ως βάση, ότι μέχρι σήμερα, με την εφαρμογή του fasttruck ελάχιστες επενδύσεις προέκυψαν και θεωρεί ως βασικό υπαίτιο το θεσμικό πλαίσιο της αδειοδότησης, προχωρώντας στον εκσυγχρονισμό του. Είναι, όμως φανερό ότι η έλλειψη ενδιαφέροντος για τέτοιες επενδύσεις δεν συνδέεται μόνο με τη διαδικασία της αδειοδότησης, αλλά και με τα γενικότερα διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας και με θέματα που συνδέονται στον διεθνή ανταγωνισμό και το ρόλο της Ελλάδας σε αυτό. Η άρση της γραφειοκρατίας επιτυγχάνεται κατά την έκθεση και τις διατάξεις του νομοσχεδίου με τη σύσταση της Γενικής Διεύθυνσης Στρατηγικών Επενδύσεων, η οποία θα έχει και την ευθύνη της αδειοδότησης των στρατηγηκών   σχεδίων. Η εισαγωγή της έννοιας των προτύπων δεσμεύσεων, της οποίας ο επενδυτής με την εξαίρεση εδώ των περιβαλλοντικών και πολεοδομικών αδειών και σωστά υπάρχει αυτή η εξαίρεση, καθώς και των αδειών  παραχώρησης χρήσης αιγιαλού και παραλίας, δεσμεύεται με υπεύθυνη δήλωση να τις τηρεί. Δηλαδή, αυτοαδειοδοτείται για όλα τα άλλα και μετά ελέγχεται η μετατροπή της «Επενδύστε στην Ελλάδα Α.Ε.» σε υπηρεσία υποδοχής μιας στάσης για όλες τις επενδύσεις άνω των 2 εκατομμυρίων ευρώ.

Η δομή αυτή μπορεί να διευκολύνει σε ένα βαθμό τη γρήγορη ολοκλήρωση των διαδικασιών έγκρισης του επενδυτικού σχεδίου. Υπάρχει όμως ακόμα ένας κίνδυνος στην αρχική φάση ότι είναι ένας συγκεντρωτικός μηχανισμός που ενδεχόμενα να αναπαράγει τα γνωστά φαινόμενα των πελατειακών σχέσεων. Γι’ αυτό κ. Υπουργέ, θα πρέπει να ενισχυθεί η διαφάνειά του και η ηλεκτρονική παρακολούθηση των έργων ούτως ώστε να πετύχουμε όσο το δυνατόν την απρόσωπη διεκπεραίωση των διαδικασιών μεταξύ των επενδυτών και της διοικητικής αρχής. Επίσης, η διαδικασία της αυτοδιοδότησης χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή στη χρήση της και θα πρέπει να συνδυαστεί με την αποτελεσματική λειτουργία των ελεγκτικών μηχανισμών ώστε, να αποτρέπει κάθε σκέψη παραβίασης της νομιμότητας από την πλευρά του επενδυτή.

Με το κεφάλαιο αυτό εισάγεται ο θεσμός των ειδικών σχεδίων χωρικής ανάπτυξης, ο οποίος λειτουργεί στο πρότυπο των ΕΣΧΑΔΑ για τη δημόσια περιουσία. Τα ΕΣΧΑΣΕ, στα οποία περιλαμβάνονται διαφορετικοί κανόνες χωροθέτησης, περιορισμοί και όροι δόμησης, χρήσεις γης από τους ισχύοντες στην περιοχή, εγκρίνονται με Π.Δ.. Και σε αυτό είναι θετική η ρύθμιση αλλά δεν μπορούμε να αφήσουμε ασαφές τι είναι αυτές οι παρεκκλίσεις και σε τι βαθμό μπορούν να φτάσουν, γιατί θεωρούμε ότι και κατά αυτή τη διαδικασία τα ΕΣΧΑΣΕ θα πρέπει να συνάδουν με τον υπάρχοντα χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό ή με τη βασική αρχή τη δική μας, που νομίζω ότι είναι όλων μας, ότι ο χωροταξικός σχεδιασμός πρέπει να εναρμονίζει τις αναπτυξιακές πρωτοβουλίες. Για την όλη διαδικασία αποδοχής όπως και καθορισμού των ΕΣΧΑΔΑ, η ΔΗΜ.ΑΡ. θεωρεί ότι σημαντικό στοιχείο είναι η συμμετοχή και η συναίνεση, η γνώμη τουλάχιστον μετά από πλήρη ενημέρωση της τοπικής και περιφερειακής αυτοδιοίκησης για επενδύσεις που επηρεάζουν σημαντικά την τοπική κοινωνία, πριν την εισαγωγή του επενδυτικού σχεδίου στη ΔΕΣΕ, κάτι με το οποίο συμφωνεί και η ΟΚΕ.

Οι ρυθμίσεις αυτές αφορούν και την ακίνητη περιουσία της εκκλησίας. Αυτό το ζήτησε η εκκλησία για να γίνει, δεν της το επιβάλει κανείς. Εκείνο το οποίο θέλω εγώ είναι όπως οι υπόλοιπες επενδύσεις φορολογούνται, θα φορολογούνται και αυτές οι επενδύσεις.

Στους στρατηγικούς επενδυτές δίνονται φορολογικά κίνητρα. Είναι θετικό ότι εδώ εναρμονίζονται αυτά τα φορολογικά κίνητρα και στην κατ’ άρθρο συζήτηση θα πούμε τις λεπτομέρειες, με το κοινοτικό δίκαιο. Με τους ειδικούς και πολεοδομικούς όρους που εγκρίνονται με τα ΕΣΧΑΣΕ και αποτελούν τα κίνητρα που παρέχει το δημόσιο για προσέγγιση τέτοιων επενδύσεων, θα πρέπει, όπως είπα, να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί. Θα πρέπει και σε αυτό το θέμα να υπάρξει η αντιμετώπιση – θα το δούμε με μια τροπολογία που θα σας καταθέσουμε – να δίνονται στις τοπικές κοινωνίες αντισταθμιστικά οφέλη, γιατί ποτέ, όσα μέτρα και αν πάρουμε, καμία παρέμβαση δεν μπορεί να αποφύγει την επιβάρυνση στο περιβάλλον, αφού προσέξουμε από την από την άλλη μεριά, αλλά να έχουμε και αυτό το κίνητρο.

Για τη δημιουργία του παράκτιου αττικού μετώπου με τη μορφή ΔΕΚΟ, με σκοπό την αξιοποίηση των ακινήτων που θα περιέλθουν στην κατοχή τους στην περιοχή από το ΣΕΦ έως το Σούνιο, υπάρχει ένας προβληματισμός. Εμείς συμφωνούμε ότι είναι καλύτερα μέσα από μια αμιγώς ανώνυμη εταιρεία του δημοσίου να γίνει αυτή η αξιοποίηση και που θα πηγαίνει το όποιο οικονομικό όφελος. Θα πηγαίνει και στο δημόσιο προϋπολογισμό και τα θέματα της αναπτυξιακής του θα ελέγχονται καλύτερα μέσα από τις διαδικασίες αυτής της ανώνυμης εταιρείας. Από την άλλη πλευρά, το ότι υπάρχει μεγάλη αντίθεση και σύγκρουση μεταξύ του ΤΑΙΠΕΔ και των φιλέτων που έχει σε αυτή την περιοχή, είναι ένα πρόβλημα και έτσι αναιρείται η πρώτη θετική διάταξη ότι αυτά τα δημόσια ακίνητα θα αξιοποιούνται κατά ένα ενιαίο τρόπο και σωστό σχεδιασμό. Είναι τεμαχισμένος αυτός ο τρόπος και σε άλλες κατευθύνσεις.

Σχετικά με το δεύτερο μέρος, που είναι πολύ σημαντικό, που αφορά τον εκσυγχρονισμό των επενδυτικών νόμων, γίνεται προσπάθεια ενίσχυσης της ρευστότητας των επιχειρήσεων. Δίνεται η δυνατότητα της προκαταβολής έως και του 100% της επιχορήγησης από το κράτος, με ισόποση όμως εγγυητική επιστολή. Προβλεπόταν μέχρι τώρα το 50%. Οι εγγυητικές επιστολές πλέον στην εποχή μας δεν είναι εύκολη διαδικασία, αλλά βεβαίως όταν το δημόσιο δίνει χρήματα πρέπει να παίρνει ισόποση εγγυητική επιστολή. Από την άλλη πλευρά δίνονται και διάφορες άλλες φορολογικές διευκολύνσεις. Διευρύνονται μέσα από αυτό το νόμο τομείς επιχειρηματικότητας και δραστηριότητας που παρέχονται αυτές οι ενισχύσεις. Είναι θετικό ότι διευρύνονται και για θέματα εξορυκτικών εργασιών, αναβάθμισης ξενοδοχείων μικρότερης κατηγορίας και όχι όπως γινόταν μέχρι τώρα για τα τέταρτης και πέμπτης τάξης που δεν οδήγησαν σε καμία ενίσχυση όλων αυτών των διατάξεων. Είναι βασικά τα θέματα και ίσως στην ομιλία επί των άρθρων θα μιλήσουμε για το πώς συνδέεται αυτό το νομοσχέδιο με την ουσιαστική τόνωση του τουρισμού σε αυτή τη χώρα, όπως και το πώς συνδέεται με την τόνωση και την αξιοποίηση αυτού του μεγάλου πλεονεκτήματος που έχουμε Τουρισμός – Πολιτισμός. Υπάρχει μια ένσταση και θα δημιουργηθεί μια συζήτηση στην Επιτροπή για το θέμα του Π.Δ. για ειδικότερες συνθήκες αδειοδότησης σε περιοχές που υπάρχουν και αρχαιότητες κλπ..

Θετική μεν η ρύθμιση για τα υδατοδρόμια. Μεγάλη ανάγκη τα υδροπλάνα όχι για τους ξένους τουρίστες μόνο αλλά για τους έλληνες νησιώτες. Υπάρχει πάρα πολύ μεγάλη ανάγκη. Το πώς θα χωροθετηθούν αυτά, το πώς θα διασφαλιστούν όλοι οι περιβαλλοντικοί και λοιποί όροι, υπάρχουν εδώ διατάξεις που προβλέπουν ορισμένα πράγματα, στο χέριο μας είναι να διορθώσουμε και κάποια άλλα. Αλλά το ότι τα υδατοδρόμια θα πρέπει να λειτουργήσουν και τα υδροπλάνα είναι αλήθεια ότι έχουμε καθυστερήσει.