Η ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΜΟΧΛΟΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

Τετάρτη, 20 Ιανουάριος 2010 00:00
Εκτύπωση

Η ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ   ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ  ΜΟΧΛΟΣ  ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΜΕ ΒΑΣΙΚΑ ΕΡΓΑΛΕΙΑ ΤΗΝ   ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ  ΚΑΙ  ΤΗΝ ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΣΗ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΩΝ ΚΑΙ ΠΟΡΩΝ

Συμβολή Α. ΞΗΡΟΤΥΡΗ στη σχετική συζήτηση στο τμήμα «Περιφερειακής Ανάπτυξης, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων» και στις συζητήσεις με τα συναρμόδια τμήματα του ΣΥΝ «Δημόσιας Διοίκησης» και «Αυτοδιοίκησης»          

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η Περιφερειακή Πολιτική πρέπει να αποτελεί ένα μέσο-εργαλείο εδαφικής και  κοινωνικής συνοχής και οικονομικής αλληλεγγύης, με στόχο να μειώνει τη διαφορά εισοδήματος και πλούτου μεταξύ των  Περιφερειών και να εξασφαλίζει στους πολίτες τις απαραίτητες υποδομές και τον κοινωνικό εξοπλισμό για την αναβάθμιση της ποιότητας της ζωής τους.  Γιαυτό είναι  αναγκαία η ενίσχυση των αυτοδιοικητικών θεσμών και η μεταφορά αρμοδιοτήτων και πόρων και σε Περιφερειακό επίπεδο. Σε μία ισχυρή δηλαδή Περιφερειακή Αυτοδιοίκηση, που  θα προγραμματίζει δημοκρατικά και θα υπηρετεί   μαζί με την Τοπική Αυτοδιοίκηση  μία ολοκληρωμένη και βιώσιμη αναπτυξιακή διαδικασία. Δυστυχώς, η Ελλάδα ολοκληρώνει την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα με ένα πλήρως αποτυχημένο μοντέλο ανάπτυξης και διοίκησης.  Εξακολουθεί να παραμένει το πιο συγκεντρωτικό κράτος, και εκτός των συνεχών κρουσμάτων διαφθοράς και διαπλοκής,  οι ανάγκες και τα προβλήματα της καθημερινότητας συσσωρεύονται, ενώ λείπει η στρατηγική για την ανάπτυξη και   οι διαδικασίες   του δημοκρατικού προγραμματισμού για τη διαμόρφωση των  κατευθύνσεων  και των  αναπτυξιακών επιλογών.  Κοινή είναι η διαπίστωση ότι :

- Το έλλειμμα του περιφερειακού προγραμματισμού και υλοποίησης έργων ανάπτυξης διογκώνεται, όπως και της ορθολογικής  διαχείρισης των πόρων, με αποτέλεσμα την πλήρη εξάρτηση  της περιφέρειας από το κέντρο.

- Οι περιφερειακές ανισότητες, παρά τις θυσίες του ελληνικού λαού,  δεν έχουν αρθεί . Στις Περιφέρειες της χώρας  η  παραγωγική τους βάση  έχει σχεδόν διαλυθεί και η ανεργία διευρύνεται.

- Η  εγκατάλειψη της υπαίθρου συνεχίζεται και  τα εισοδήματα των αγροτώμειώνονται δραματικά  .  

 -   Χρόνια και δυστυχώς επιδεινούμενα  είναι προβλήματα και  στο πεδίο του σχεδιασμού των πόλεων και της περιφέρειας – υπαίθρου.

Έτσι   η Ελλάδα  εξακολουθεί να  παραμείνει ως μία Περιφέρεια, αφού η ουσιαστική αποκέντρωση   δεν  υπάρχει και οι αποφάσεις  λαμβάνονται από την Κεντρική Κυβέρνηση-Διοίκηση.      

  

Ειδικότερα για τα θέματα της Περιφερειακής Αυτοδιοίκησης, πριν τρία χρόνια σε σχετικό Συνέδριο της ΕΝΑΕ, ο ΣΥΝ ( με το τμήμα Αυτοδιοίκησης) τοποθετήθηκε θετικά στην έναρξη διαλόγου  για μία  Διοικητική Μεταρρύθμιση, όπου  η Αυτοδιοίκηση - Τοπική και Περιφερειακή – θα υπερβαίνει  τη λογική της διαχείρισης και της λειτουργίας της  ως  διοικητικού θεσμού και θα χαράσσει και υλοποιεί τις πολιτικές της  με τη συμμετοχή και την αποφασιστική  γνώμη   του πολίτη,  και όπου θα υπάρξει μία ουσιαστική ανακατανομή των δημόσιων πόρων και δαπανών, που θα βρίσκεται σε πλήρη αντιστοιχία προς την αναγκαία ανακατανομή ρόλων, έργων  και αρμοδιοτήτων μεταξύ κράτους και Αυτοδιοίκησης.

Επισημαίνοντας τότε ότι παρά τα όποια θετικά βήματα έγιναν τα τελευταία 30 χρόνια για  την ενίσχυση Αυτοδιοίκησης, με την χωρίς ουσιαστική όμως στήριξη της μεταρρύθμιση «Καποδίστριας» και   την αδύναμη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, η χώρα μας παραμένει το πλέον συγκεντρωτικό κράτος.

Και αυτό γιατί η  πολιτική των Κυβερνήσεων του ΠΑ.ΣΟ.Κ και της Ν.Δ. για την Αυτοδιοίκηση στο θεσμικό, αλλά  και στο οικονομικό επίπεδο διακρίθηκε από:

-    Τη στασιμότητα και την άρνηση τελικά  της ολοκλήρωσης  μίας μεταρρύθμισης του πολιτικού μας συστήματος με Αποκέντρωση και Αυτοδιοίκηση και τη η μη προσαρμογή έτσι της χώρας σε ένα σύστημα τοπικής Αυτοδιοίκησης με όλες τις εξουσίες -αρμοδιότητες τοπικού, νομαρχιακού και περιφερειακού χαρακτήρα-  συνοδευόμενες από τους αντίστοιχους πόρους.

-  Την ανεπάρκεια πόρων προς την  Αυτοδιοίκηση, αφού παραμένουν περίπου στο 5%  σε σχέση με τα συνολικά έσοδα του δημοσίου τομέα, όταν ο μέσος όρος στην Ε.Ε. των 15  ξεπερνά το 20% .

Αντίθετα οι κυβερνήσεις του δικομματισμού ανέδειξαν την περιφέρεια  ως το «μακρύ χέρι» της Κεντρικής εξουσίας  και τον κομματικό Γενικό Γραμματέα σε «κηδεμόνα» της Τοπικής και Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης και διαχειριστή του Περιφερειακού προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και των Ευρωπαϊκών κονδυλίων.

 ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ  ΓΙΑ ΤΗ  ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ   ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ 

Σήμερα εν όψει της διοικητικής μεταρρύθμισης    και τα μεγάλα λόγια της Κυβέρνησης, είναι ανάγκη  να επισημάνουμε τις  βασικές προϋποθέσεις για να υπάρξει ουσιαστική πρόοδος  και να προχωρήσει  μία  ουσιαστική  διοικητική μεταρρύθμιση, έναντι των βασικών αδυναμιών που έχει το προτεινόμενο σχέδιο, ειδικότερα στα θέματα Αποκέντρωσης και Περιφερειακής  Αυτοδιοίκησης :

α)  Η καθιέρωση της  απλής αναλογικής, το μόνο σύστημα που ενθαρρύνει τους πολίτες να συμμετέχουν στα όργανα λήψης των αποφάσεων σε τοπικό επίπεδο, ενδυναμώνοντας έτσι και την αποτελεσματικότητα.

Δυστυχώς όμως  με το σχέδιο  , επαναφέρεται το πλειοψηφικό 50%+1 του δεύτερου γύρου, έναντι του χειρότερου  42% της ΝΔ (μεταξύ δύο κακών το μη χείρον βέλτιστο) και παραμένει   έτσι μια κακή, αντιδημοκρατική κατάσταση, που όχι μόνο ανατρέπει   τη θέληση των τοπικών κοινωνιών, αλλά και περιορίζει  τη δυνατότητα των εκπροσώπων της να χειριστούν τοπικές υποθέσεις.

 β) Η  ενίσχυση  των τριών θεμελιωδών αρχών που πρέπει να εδράζεται η  Τοπική Αυτοδιοίκηση, πρώτου και δεύτερου βαθμού σήμερα:

- την αρχή της Τοπικής Αυτονομίας,

- την αρχή του Τεκμηρίου Αρμοδιότητας,

- την αρχή της Επικουρικότητας.

Η εφαρμογή των αρχών αυτών στην πράξη θα οδηγήσει  στο να διακρίνονται οι δημόσιες υποθέσεις σε τοπικής, περιφερειακής και κρατικής σημασίας, έτσι ώστε οι ανώτεροι να ασκούν μόνο τις αρμοδιότητες, που οι πιο κάτω δεν μπορούν να ασκήσουν αποτελεσματικά. Σε αυτήν την κατεύθυνση απαιτείται μία μεγάλη διοικητική αλλαγή που είναι ο περιορισμός  του κεντρικού κράτους στον επιτελικό του ρόλο, που είναι η ουσιαστική   Αποκέντρωση εξουσιών  στην   Αιρετή  Περιφέρεια – στην  Μητροπολιτική  Αυτοδιοίκηση -  σε ισχυρούς  ΟΤΑ ,  με ενίσχυση  των Πόρων  (κρίνοντας αναγκαία τη Φορολογική  Μεταρρύθμιση) και  με  τις αναγκαίες ριζικές μεταβολές στη λειτουργία του κράτους και  τη δημιουργία πλήρως στελεχωμένων αποκεντρωμένων υπηρεσιών.

Το σχέδιο  δεν θεμελιώνει τις παραπάνω αρχές,  είναι αναντίστοιχο προς  τις μεγάλες ανάγκες του τόπου για Αποκέντρωση και Ανάπτυξη με Αυτοδιοίκηση. Είναι ανάγκη  στο σχέδιο αυτό να αναβαθμισθούν περισσότερο οι αρμοδιότητες και εξουσίες των  συλλογικών  οργάνων, Περιφερειακό Συμβούλιο,  έναντι των μονοπρόσωπων οργάνων,  Περιφερειάρχης, ο οποίος αποκτά μεταξύ των άλλων και την υπερεξουσία   να ορίζει τους τοπικούς  Αντιπερφερειάρχες (Νομάρχες) και αντίστοιχα την Εκτελεστική επιτροπή.

Χρειάζεται εμπιστοσύνη και σαφείς αρμοδιότητες στα αιρετά συλλογικά όργανα και όχι  ο ασφυκτικός έλεγχος από τις επτά νέες επτά κρατικές υπερπεριφέρειες ή γενικές διευθύνσεις, οι  οποίες αποκτούν υπεραρμοδιότητες, αφού  θα οργανώνονται σε ευρύτερη, από αυτή της Περιφέρειας,  χωρική ενότητα και θα αποτελούν την «αποκεντρωμένη» κρατική διοίκηση με  πάσης φύσεως αρμοδιότητες και εξουσίες.

Στο σχέδιο της νέας μεταρρύθμισης θα έπρεπέ έμπρακτα να αποδεικνύεται ότι η Κυβέρνηση που το εισηγείται εμπιστεύεται την Αυτοδιοίκηση, θέλει την αποκέντρωση και  την αναδιανομή των εξουσιών. Είναι μια κυβέρνηση που   συμφωνεί με την αρχή της επικουρικότητας και δεν φοβάται τη συμμετοχή των πολιτών.  

 γ) Η στρατηγική ενδυνάμωσης της αναπτυξιακής διαδικασίας στα πλαίσια ενός εθνικού στρατηγικού σχεδιασμού και ανασυγκρότησης των  διαδικασιών  Δημοκρατικού  Προγραμματισμού, με τη θεσμική δηλαδή κατοχύρωση της συμμετοχής των εκπροσώπων της τοπικής κοινωνίας,  με ρόλο τον σχεδιασμό, την παρακολούθηση και  στήριξη της περιφερειακής πολιτικής και ανάπτυξης, όπως και

Η αλλαγή στον  τρόπο σχεδιασμού του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ), που πρέπει να βασίζεται στον δημοκρατικό προγραμματισμό και να είναι  κυρίαρχο και όχι, όπως συμβαίνει μέχρι σήμερα και  στο σχέδιο ,  να  δρα συμπληρωματικά στα κοινοτικά προγράμματα. Το ΠΔΕ θα πρέπει να αποκτήσει αυτόνομο χαρακτήρα και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, για την κάλυψη των αναγκών της χώρας, ενώ ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις δεν θα πρέπει να υποκαθιστούν τις εθνικές δημόσιες επενδύσεις, αλλά να λειτουργούν προσθετικά σε αυτές.  

Και βέβαια το ΠΔΕ θα πρέπει να ενισχυθεί  για  να καλυφθούν τόσο οι αναπτυξιακές απαιτήσεις, όσο  και οι δαπάνες στις υποδομές, ιδιαίτερα στο σκέλος των μικρών και μεσαίων έργων της Περιφέρειας, των Νομαρχιακών και Τοπικών Αυτοδιοικήσεων, που επιλύουν χρόνια  προβλήματα καθημερινότητας, κοινωνικού εξοπλισμού , προστασίας του περιβάλλοντος και  χωροταξικού σχεδιασμού, οι δαπάνες για την κοινωνική πρόνοια, τη λαϊκή κατοικία, την αντιμετώπιση της ανεργίας. Γιατί γνωρίζουμε όλοι πολύ καλά ότι τα μικρά και μεσαία έργα στην Περιφέρεια, που αφορούν κυρίως υποδομές στην Παιδεία, στην Υγεία, στην ύδρευση-αποχέτευση, και γενικότερα στη βελτίωση της καθημερινότητας, συνεχίζουν να είναι οι μεγάλοι χαμένοι, καθώς δεν είναι επιλέξιμα για ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και καθώς  το εθνικό σκέλος του ΠΔΕ έχει πρακτικά μηδενιστεί, τα έργα αυτά αναζητούν μέσω των ΣΔΙΤ, ιδιώτη για την κατασκευή και την εκμετάλλευσή τους  (με πανωτόκι βέβαια!).  

Αυτές οι βασικές αρχές για τον δημοκρατικό προγραμματισμό και για τον καθοριστικό ρόλο του ΠΔΕ, παρά τις επί της αρχής διακηρύξεις,   δεν φαίνεται θεμελιώνονται  στη διαδικασία του αναπτυξιακού σχεδιασμού, που προτείνει το σχέδιο «Κλλικράτης», ούτε το απασχολούν οι βαθειές αυτές αδυναμίες του παραγωγικού συστήματος  και πολύ φοβάμαι ότι η   Περιφέρεια θα παραμένει μόνο ο διαχειριστής των κοινοτικών προγραμμάτων σε μία χαοτική διαδικασία..

 δ) Η δημιουργία αμερόληπτου και αποτελεσματικού συστήματος διαχείρισης των εθνικών και κοινοτικών πόρων σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο, ώστε να αξιοποιούνται σε όφελος της κοινωνίας, να κατανέμονται ισόρροπα τα οφέλη στη χώρα, να θεμελιώνεται η κοινωνική συνοχή και η μακροχρόνια βάση της ανάπτυξης και να περιοριστεί η σπατάλη.

Είναι χαρακτηριστική  η αδιαφάνεια, η γραφειοκρατία και η διαφθορά στη διαχείριση των Κοινοτικών Προγραμμάτων όλα αυτά τα χρόνια, με αποτέλεσμα τη μειωμένη απορρόφησή τους, αλλά και τη σπατάλη πολύτιμων δημόσιων πόρων.  Χαοτική είναι η κατάσταση σήμερα με το υπάρχον πλαίσιο διαχείρισης του ΕΣΠΑ και του ΕΠΑ, τις  δέκα τρεις (13) Ανώνυμες Εταιρείες στις Περιφέρειες, την ΔΗΜΟΣ Α.Ε. για τους ΟΤΑ Α΄ βαθμού κ.λπ.  Πρόκειται   για ένα πλαίσιο διαχείρισης που παραγκωνίζει ακόμη περισσσότερο και αποδομεί   τις  κλασσικές  δομές της δημόσιας διοίκησης, της τοπικής και περιφερειακής εξουσίας. Ο  συγκεντρωτισμός έγινε  κυρίαρχος, η δε Αυτοδιοίκηση, οι Περιφέρειες, τα πολιτικά όργανα και οι φορείς προγραμματισμού, περιθωριοποιούνται και στερούνται της δυνατότητας να σχεδιάσουν, να προγραμματίσουν.

Για την άρση αυτών των αδυναμιών στη διαχείριση των εθνικών και κοινοτικών πόρων δεν υπάρχουν στο σχέδιο «Καλλικράτης» ειδικές αναφορές και αμερόληπτο και αποτελεσματικό σχέδιο διαχείρισης και συνεργασίας της κρατικής διοίκησης και της Αυτοδιοίκησης.  Παρουσιάζονται μόνο τα  όργανα ελέγχου της Αυτοδιοίκησης, δηλαδή : «η Περιφερειακή επιτροπή»,  «ο Περιφερειακός Συνήγορος για τον πολίτη και την επιχείρηση» και κατά κύριο λόγο  «η Ειδική Αυτοτελής Υπηρεσία Εποπτείας των ΟΤΑ , πρώτου και δεύτερου βαθμού» του Υπ. Εσωτερικών που εδρεύει στην οικεία Γενική Διεύθυνση, 

 ε) Ολοκληρωμένο χωροταξικό σχεδιασμό του αστικού και αγροτικού χώρου, που θα προκύψει ως προϊόν  ουσιαστικής   διαβούλευσης των φορέων, των περιφερειακών και αυτοδιοικητικών μονάδων και γενικά  της κοινωνίας των πολιτών και θα αποτελεί  τη βάση για τον προσανατολισμό των δημοσίων επενδύσεων, ώστε αυτές να συμβάλλουν στην αειφόρο ανάπτυξη και όχι να εξυπηρετούν πελατειακά συμφέροντα.  Το Γενικό Χωροταξικό Πλαίσιο και τα ειδικά χωροταξικά σχέδια, που θεσπίσθηκαν τα δύο τελευταία χρόνια  δεν προωθούν   κατευθύνσεις, στερούνται  ουσιαστικών προτάσεων   για να αρθούν  οι παραπάνω αδυναμίες. Συντηρείται  το στρεβλό πρότυπο της μέχρι σήμερα αναπτυξιακής διαδικασίας στην περιφερειακή δομή, στην  περιβαλλοντική και οικιστική πολιτική.

Αλλά και στο σχέδιο «Καλλικράτης» δεν συνδέεται, όπως θα έπρεπε,  η νέα μεταρρύθμιση με τις αναγκαίες αυτές αλλαγές και νέες κατευθύνσεις στον Χωροταξικό Σχεδιασμό, ώστε να αρθεί αυτό το στρεβλό πρότυπο της αναπτυξιακής διαδικασίας. Το σχέδιο αναφέρεται μόνο στο τυπικό μέρος, δηλαδή ότι λόγω συνταγματικής επιταγής ο χωροταξικός και πολεοδομικός σχεδιασμός παραμένει ως αρμοδιότητα στην  κρατική διοίκηση. Είναι όμως ανάγκη το σχέδιο της νέας μεταρρύθμισης να  προωθήσει    κατευθύνσεις και ριζοσπαστικές  ρυθμίσεις  στον χωροταξικό σχεδιασμό για να αρθούν  οι αδυναμίες του παρελθόντος, να αλλάξει ριζικά το στρεβλό πρότυπο της μέχρι σήμερα αναπτυξιακής διαδικασίας μεταξύ των άλλων και  στην  περιφερειακή δομή με τις ελληνικές περιφέρειες, για να ενισχυθούν τα νέα  αιρετά όργανα και να έχουν τη δυνατότητα να παράξουν αναπτυξιακή πολιτική  για την περιοχή τους . Και βέβαια όλα αυτά θα διαμορφωθούν  ως προϊόν  ουσιαστικής   διαβούλευσης των φορέων, των περιφερειακών και αυτοδιοικητικών μονάδων και γενικά  της κοινωνίας των πολιτών.

 στ) Μέσα από μία  ολοκληρωμένη διαδικασία του χωροταξικού και αναπτυξιακού σχεδιασμού (όπως παραπάνω) θα πρέπει να ανασυγκροτηθούν, συνενωθούν κ.λ.π. οι Δήμοι της κάθε Περιφέρειας.   Με κριτήρια δηλαδή χωροταξίας, κοινών αναπτυξιακών, κοινωνικών, πολιτιστικών χαρακτηριστικών, προκειμένου να εξασφαλίζουν τη βιωσιμότητα, τη δυνατότητα παροχής ικανοποιητικών υπηρεσιών και αναπτυξιακής παρέμβασης. Όπως επίσης και  την αξιοποίηση του ενδογενούς δυναμικού, την προστασία του αστικού, αγροτικού και φυσικού περιβάλλοντος και τελικά τη συγκράτηση του πληθυσμού και την ισόρροπη ανάπτυξη, με προϋπόθεση βέβαια την ουσιαστική δημοτική δημοκρατία με  εσωτερική αποκέντρωση, θεσμούς, πόρους και αρμοδιότητες που θα διασφαλίζουν τη συμμετοχή και των πιο μικρών κοινοτήτων .

 θ) Ως προς τους πόρους και τα οικονομικά,  βασική μας αρχή είναι  ότι πρέπει να υπάρξει μια ανακατανομή των δημοσίων πόρων και δαπανών που να βρίσκεται σε πλήρη αντιστοιχία προς μια ανακατανομή ρόλων, έργων, αρμοδιοτήτων μεταξύ κράτους και Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Ανακατανομή που θα συνοδεύεται από μία γενναία και δημοκρατική φορολογική μεταρρύθμιση.

Το προτεινόμενο Πρόγραμμα υποστήριξης «ΕΛΛΑΔΑ» ύψους 4δις. ευρώ ανά πενταετία  είναι μία καλή αρχή ,  προφανώς όμως δεν απαντά στις παραπάνω διαρθρωτικές ανάγκες. Γι΄ αυτό, πριν την οριστικοποίηση του σχεδίου της  διοικητικής μεταρρύθμισης, πρέπει να υπάρξει  ένας ουσιαστικός διάλογος και για τα οικονομικά, πάνω στο «ποιος κάνει τι, με ποιους πόρους και με ποια στελέχωση». ώστε να μην ενεργεί κανείς αυθαίρετα στη διαχείριση τους και κανείς να μην επιβάλλει αυθαίρετα φορολογικά βάρη στους πολίτες.

Μετά από αυτά, τα βήματα  για την επίτευξη μιας ουσιαστικής διοικητικής  Μεταρρύθμισης, ακόμη και για   την ίδια την Κυβέρνηση είναι επίπονα και ο δρόμος μακρύς. Είναι όμως  πιθανό, όπως και στο παρελθόν να   κάνει και πάλι πίσω .

Η Αριστερά όμως οφείλει να βρει την κατάλληλη στρατηγική και να οργανώσει τους αγώνες, ώστε να μη μείνει και αυτή τη φορά «μετέωρο το βήμα του Πελαργού για τον εκδημοκρατισμό και τον προοδευτικό εκσυγχρονισμό της χώρας».