Home Ομιλίες - 'Αρθρα Ο χωρίς πολιτικό σχέδιο και αναπτυξιακούς στόχους προϋπολογισμός τελεί υπό επώδυνη αναθεώρηση από τη σκληρή πίεση της Τρόικας και με τη θηλιά του χρέους να σφίγγει τη χώρα

Ο χωρίς πολιτικό σχέδιο και αναπτυξιακούς στόχους προϋπολογισμός τελεί υπό επώδυνη αναθεώρηση από τη σκληρή πίεση της Τρόικας και με τη θηλιά του χρέους να σφίγγει τη χώρα

E-mail Εκτύπωση PDF

Τόνισε η Ασημίνα Ξηροτύρη, γενική εισηγήτρια για τον Προϋπολογισμό του 2015, κατά τη συζήτησή του στην Ολομέλεια της Βουλής. Επισήμανε δε ότι πρόκειται για έναν καθαρά εισπρακτικού χαρακτήρα Προϋπολογισμό, που συντάχθηκε υπό το άγχος της λογιστικής επίτευξης πρωτογενών πλεονασμάτων, όσο και της συμφωνίας που θα επιτύγχανε η κυβέρνηση με την τρόικα και τους εταίρους για το δημοσιονομικό κενό του 2015. Οι τελευταίες εξελίξεις με την πρώτη μεγάλη υποχώρηση της Κυβέρνησης και με την αποδοχή νέων μέτρων, αναθεωρούν ακόμη πιο επώδυνα τον Προϋπολογισμό, ανατρέπουν πολλές από τις παραδοχές πάνω στις οποίες είχε στηριχθεί για την επίτευξη των στόχων του, επιτείνοντας έτσι τον αντικοινωνικό και αντιαναπτυξιακό του χαρακτήρα. Υπογράμμισε, τέλος, ότι η κυβέρνηση, η χώρα πρέπει να πει ένα όχι σε αυτές τις εξοντωτικές επιδιώξεις και να διαπραγματευθεί σκληρά, γιατί τίποτα από τα παραπάνω δεν έχουν σχέση με όσα πρέπει και χρειάζεται η ελληνική κοινωνία.

Για να παρακολουθήσετε την ομιλία της βουλευτού, πατήστε εδώ.

Το πλήρες κείμενο της ομιλίας έχει ως εξής:

Κύριε Υπουργέ, κύριοι συνάδελφοι, σήμερα συζητάμε έναν προϋπολογισμό που για εμάς έχει καθαρά εισπρακτικό χαρακτήρα. Είναι χωρίς πολιτικό σχέδιο και αναπτυξιακούς στόχους και συντάχθηκε υπό το άγχος της λογιστικής επίτευξης πρωτογενών πλεονασμάτων, που συνάδουν με τους στόχους του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος Δημοσιονομικής Στρατηγικής, όσο και της συμφωνίας που θα επιτύγχανε η Κυβέρνηση με την Τρόικα και τους εταίρους για το δημοσιονομικό κενό του 2015.

Παρ’ όλα αυτά, ούτε συμφωνία υπάρχει σήμερα και ο προϋπολογισμός που συζητάμε τελεί υπό πλήρη, πιο επώδυνη αναθεώρηση μετά τη σκληρή πίεση της τρόικας, ενώ η θηλιά του δυσθεώρητου χρέους αντί να χαλαρώνει σφίγγει ακόμα περισσότερο τη χώρα, προετοιμάζοντας έτσι την απαίτηση των δανειστών ίσως για ένα τρίτο μνημόνιο.

Η Κυβέρνηση, όπως τόνισα και στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων, με τον προϋπολογισμό που κατέθεσε ακολούθησε πιστά τις μνημονιακές δεσμεύσεις και κυρίως τη συντηρητική πολιτική της εισοδηματικής και δημοσιονομικής λιτότητας, συντηρώντας ουσιαστικά την ύφεση, ενώ δεν την απασχολεί η αδήριτη ανάγκη αποκατάστασης της κοινωνικής συνοχής ούτε και η δημιουργία προϋποθέσεων για την επανεκκίνηση της αναπτυξιακής διαδικασίας. Εμφανίζει ότι υπάρχει σημαντική πρόοδος για τα οικονομικά μεγέθη που έχουν σχέση με τη σταθεροποίηση, τους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς και τα πρωτογενή πλεονάσματα και επιχειρεί υπεραισιόδοξα σενάρια για την ανάπτυξη και την ανάσχεση της ανεργίας.

Δέσμια, όμως, των μνημονιακών δεσμεύσεων, παραβλέπει ότι πίσω από την όποια ευημερία των αριθμών υπάρχουν οι άνθρωποι, η ανάγκη ανασυγκρότησης της χώρας και υπεράσπισης της εθνικής μας αξιοπρέπειας, γιατί εκείνο που είναι κοινά αποδεκτό, πρώτιστα από τους πολίτες, αλλά και από τους πολιτικούς -ακόμη και πολλούς εκτός της χώρας μας- είναι οι τεράστιες θυσίες και η κατακόρυφη πτώση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών, οι αδικίες που γίνονται και οι κοινωνικές ανισότητες που διευρύνονται, με αναπόφευκτη την ανθρωπιστική κρίση, η πλήρης στασιμότητα στην αναπτυξιακή διαδικασία και στην τόνωση της πραγματικής οικονομίας, με αποτέλεσμα την εκτόξευση της ανεργίας, τη διάλυση του παραγωγικού ιστού, τη βύθιση του ΑΕΠ και την παραμονή του χρέους σε μη βιώσιμα επίπεδα.

Και ως να μην συμβαίνουν όλα αυτά, το αποκορύφωμα είναι η διαφωνία της Τρόικας για το δημοσιονομικό κενό, διαφωνία που προβάλλει βίαια, για να επιβάλει νέα, βαρύτατα μέτρα και να αποτρέψει κάθε συζήτηση για την αναδιάρθρωση του χρέους.

Αν γίνει -όπως φαίνεται- η πρώτη μεγάλη υποχώρηση της Κυβέρνησης με την αποδοχή νέων μέτρων που επιζητά η Τρόικα, θα αναθεωρήσει ακόμα πιο επώδυνα τον Προϋπολογισμό, που μας καλεί να ψηφίσουμε σήμερα, και κυρίως θα επιτείνει τον αντικοινωνικό και αντιαναπτυξιακό χαρακτήρα του.

Στο ζήτημα αυτό πράγματι, κύριοι συνάδελφοι, όλοι σηκώνουμε τα χέρια ψηλά ως προς το τι τελικά επιδιώκει το ΔΝΤ, η Τρόικα, οι ευρωπαίοι εταίροι μας. Προφανώς, δεν θέλουν καμία συζήτηση για την αναδιάρθρωση του μη βιώσιμου χρέους, παρά τη δέσμευση του Eurogroup το 2012.

Δυστυχώς, θέλουν να παρατείνουν επί μακρόν την πλήρη προσαρμογή και εξάρτηση της χώρας -ίσως ένα τρίτο μνημόνιο- στις σκληρές νεοφιλελεύθερες πολιτικές τους, αντιμετωπίζοντας τη χώρα ως ένα είδος πειραματόζωου, με τη διαρκή απειλή για την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την ώθηση στη χρεοκοπία.

Πρόκειται για μέγιστη προσβολή σε μία μικρή χώρα, αλλά με τεράστια συμβολή στον πολιτισμό, στην απόκρουση του φασισμού και στην εδραίωση της Δημοκρατίας στην Ευρώπη. Αποτελεί έναν ιδιότυπο πόλεμο σε μία χώρα που με τις τεράστιες θυσίες του λαού της έκανε την πιο βίαιη δημοσιονομική προσαρμογή όσο καμία άλλη χώρα τα τελευταία εκατό χρόνια, σε ένα ομολογουμένως αποτυχημένο πρόγραμμα που της επεβλήθη, το οποίο απογείωσε την ανεργία και τις κοινωνικές ανισότητες και έπνιξε την ανάπτυξη, βυθίζοντας στην απελπισία τις νέες γενιές.

Για κανένα από αυτά τα κρίσιμα προβλήματα δεν υπήρξε και δεν υπάρχει ακόμα από την Κυβέρνηση ένα στοιχειώδες σχέδιο αντιμετώπισής του. Δεν γίνονται ουσιαστικά βήματα ούτε βέβαια και στον Προϋπολογισμό ή έστω να διαγράφονται προοπτικές.

Ο Προϋπολογισμός βασίζεται επικοινωνιακά και μόνο σε εσωτερική κατανάλωση, στην ευημερία των αριθμών, σε αντικρουόμενα στοιχεία, σε έωλες παραδοχές και σε αισιόδοξες εκτιμήσεις, κυρίως για τους ρυθμούς μεγέθυνσης της οικονομίας και της ανάπτυξης, αλλά και για τη μείωση της ανεργίας, ενώ επιδεινώνονται, αντί να απαλύνονται τα προβλήματα της κοινωνικής ανέχειας και της διάρρηξης της κοινωνικής συνοχής, και αν ισχύσουν σήμερα και άλλα μέτρα, ακόμη περισσότερο.

Η Κυβέρνηση άφησε όλα τα μέτωπα ανοιχτά, ενώ έπρεπε από τον περσινό Προϋπολογισμό του 2014 και στη συνέχεια στο Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα -τουλάχιστον ως προς τα πρωτογενή πλεονάσματα που πέτυχε χάρη στις θυσίες του ελληνικού λαού και το μηδενικό δημοσιονομικό κενό που προέβλεπε- να τα κλείσει σταδιακά, κύριε Υπουργέ, με πρόγραμμα και με σχέδιο -σας το είχαμε πει-, ώστε να μπορεί να φτάσει σήμερα σε μία αποτελεσματική διαπραγμάτευση για τη μετά την έξοδο από το μνημόνιο εποχή και πρωτίστως για την αδήριτη ανάγκη της αναδιάρθρωσης του δημόσιου χρέους.

Παρά ταύτα ας δούμε τα κύρια στοιχεία που χαρακτηρίζουν τον Προϋπολογισμό και αναδεικνύουν τις μεγάλες αδυναμίες του και όσο μπορούμε -γιατί οι εξελίξεις τρέχουν- να δούμε κατά πόσο αυτός θα αναθεωρηθεί προς το χειρότερο, εάν η Κυβέρνηση αποδεχτεί νέα μέτρα.

Οι εκτιμήσεις για την εξέλιξη, λοιπόν, της δημόσιας οικονομίας στηρίζονται σε υπεραισιόδοξες προβλέψεις, αλλά και σε αντιφάσεις. Η επιτυχής εκτέλεση του Προϋπολογισμού στηρίζεται στο σενάριο ότι η ελληνική οικονομία θα επιτύχει ρυθμούς ανάπτυξης 2,9% του ΑΕΠ το 2015, έναντι του αμφισβητούμενου ακόμη 0,6% το 2014, σενάριο που ξεπερνά όλα τα επίσημα στοιχεία και μάλιστα και αυτά των πινάκων του Προϋπολογισμού, από όπου προκύπτει ότι η ανάπτυξη στην ευρωζώνη είναι σήμερα με το ζόρι 1,1% και με δυσκολία θα φτάσει στο 1,4% το 2015.

Από την άλλη πλευρά, διαπιστώνονται από όλους και στο κείμενο οι αβεβαιότητες ως προς τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές της οικονομικής ανάπτυξης σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο. Μάλιστα, κατά την εισηγητική έκθεση, διαπιστώνονται αβεβαιότητες που πιθανόν δεν έχουν ενσωματωθεί στο μακροοικονομικό σενάριο του προϋπολογισμού.

Το προβλεπόμενο λοιπόν ποσοστό ανάπτυξης δεν είναι εμφανές από πού προκύπτει και αριθμητικά. Η προσδοκία για αύξηση της κατανάλωσης κατά 1,6% σε σύγκριση με το 2013 είναι φιλόδοξη, δεδομένου ότι έχουν συσσωρευθεί ληξιπρόθεσμες οφειλές και έχουν αυξηθεί οι επιβαρύνσεις από διάφορα τέλη, φόρους και κατάργηση φοροαπαλλαγών.

Το ελάχιστο κοινωνικό μέρισμα, η βραδεία πληρωμή των ληξιπρόθεσμων οφειλών και ακόμα και η κατά 30% μείωση του μέτρου της Εισφοράς Κοινωνικής Αλληλεγγύης, όλα αυτά δηλαδή που επικαλείται η έκθεση είναι παντελώς αβέβαιο πόσο μπορούν να συμβάλλουν στην αύξηση της κατανάλωσης, πόσο μάλλον όταν το τελευταίο, δηλαδή η μείωση κατά 30% της Εισφοράς Κοινωνικής Αλληλεγγύης, θα αποσυρθεί από τα νέα μέτρα που επιβάλλει η Τρόικα.

Ειδικότερα σε ό,τι αφορά το ΑΕΠ -για το οποίο εμείς έχουμε κουραστεί να τονίζουμε ότι είναι ο μαγικός παρονομαστής από την αύξηση του οποίου εξαρτάται η μεγέθυνση της οικονομίας, η ανάσχεση της ανεργίας και ουσιαστικά και αριθμητικά ο δείκτης βιωσιμότητας του χρέους- παρατηρούμε ότι το 2013 βυθίστηκε στα 182,4 δισεκατομμύρια ευρώ. Το 2014 οι εκτιμήσεις το μειώνουν ακόμη περισσότερο, στα 179 δισεκατομμύρια ευρώ. Το 2015, κατά τις προβλέψεις, μόλις ανακάμπτει στα επίπεδα του 2013.

Οι αριθμοί δεν ευημερούν, κύριοι της Κυβέρνησης και απέχουν από τις δικές σας γενικές και αόριστες εκτιμήσεις περί μεγέθυνσης της οικονομίας, σχετική έξοδο από την ύφεση και τους υφεσιακούς προϋπολογισμούς και προσδιορίζουν τη σκληρή πραγματικότητα για το χρέος.

Η Κυβέρνηση υπερεκτιμά τις επιπτώσεις των μικρών, ούτως ή άλλως, φοροελαφρύνσεων στην ανάπτυξη της οικονομίας. Το ίδιο ισχύει και για τους στόχους για επενδύσεις, όπου η Κυβέρνηση εκτιμά για φέτος επέκταση του όγκου των επενδύσεων στο 1% και ανάπτυξη στο 0,6%, την ίδια στιγμή που η ρευστότητα στην πραγματική οικονομία εξακολουθεί να είναι ζητούμενο, παρά την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και η πρόσβαση σε δανεισμό είναι δύσκολη και ιδιαίτερα ακριβή, πολύ περισσότερο για τις ιδιωτικές επενδύσεις, όταν επικρέμαται η δαμόκλειος σπάθη του μη βιώσιμου χρέους.

Η Κυβέρνηση στηρίζεται για την ανάκαμψη σχεδόν αποκλειστικά στο ΕΣΠΑ. Όμως και εκεί υπάρχει αντίφαση, αφού το ΠΔΕ για το 2015 συνεχίζει να μειώνεται επιπλέον κατά 400 εκατομμύρια έναντι του 2014 και κατά 250 εκατομμύρια έναντι του 2013, παρά το μεγάλο πολλαπλασιαστικό συντελεστή –το έχουμε πει πολλές φορές και το έχουν διαπιστώσει οι πάντες- τον οποίο πολλαπλασιαστή έχουν οι δημόσιες επενδύσεις.

Έτσι, ενισχύεται ο αντιαναπτυξιακός χαρακτήρας του Προϋπολογισμού και επιβεβαιώνεται το επιχείρημά μας ότι η επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων λειτουργεί σε βάρος της ανάπτυξης. Η χώρα εκτός από το ΕΣΠΑ μπορεί και πρέπει να διεκδικήσει και να πετύχει ένα πρόσθετο αναπτυξιακό πρόγραμμα με στόχευση και δέσμευση την ανάσχεση της ανεργίας, την τόνωση της ρευστότητας και την ενίσχυση των δημόσιων επενδύσεων. Μόνο έτσι θα προσελκύσουμε και τις ιδιωτικές επενδύσεις.

Αναφορικά με το ποσοστό ανεργίας, αυτό αισιόδοξα προβλέπεται ότι θα μειωθεί σε εθνικολογιστική βάση στο 22,6% του εργατικού δυναμικού το 2015 από το 25% περίπου του 2014. Η Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΔΝΤ προβλέπουν μείωση στο 24,5%, ενώ ο ΟΟΣΑ είναι ακόμη πιο επιφυλακτικός.

Και ενώ από τον ίδιο τον Προϋπολογισμό και τους ευρωπαίους εταίρους εκτιμάται πως το μεγαλύτερο πρόβλημα για την ανάκαμψη της χώρας, άρα και για την επίτευξη του 2,9% της ανάπτυξης, είναι η υψηλή ανεργία και η διάρθρωσή της –ιδιαίτερα το ποσοστό στους νέους- ούτε πρόσθετο πρόγραμμα υπάρχει, με στοχευμένες αναπτυξιακές δράσεις για την ανάσχεσή της ούτε διεκδικείται η συγχρηματοδότησή του ως μία ρήτρα ανάπτυξης. Ως μοναδικά εργαλεία αναφέρονται μόνο οι γνωστές αποσπασματικές παρεμβάσεις των προγραμμάτων απασχόλησης, χρηματοδοτούμενων από τα ευρωπαϊκά ταμεία.

Είναι δυνατόν με αυτές τις αποτυχημένες συνταγές να λύσετε το τεράστιο αυτό πρόβλημα της ανεργίας;

Μετά από τα παραπάνω, γεννάται το ερώτημα: Από πού πηγάζει η βεβαιότητα της Κυβέρνησης ότι θα εξασφαλίσει ρυθμούς ανάπτυξης 2,9% και θα μειώσει την ανεργία στο 22,6%, σε μία εποχή που επιπλέον αναζωπυρώνεται η ύφεση στην Ευρώπη και ειδικότερα για τη χώρα, όταν η αναπτυξιακή διαδικασία λόγω του υφεσιακού προγράμματος προσαρμογής είναι μέχρι σήμερα στην «κατάψυξη» κι όταν απουσιάζει ένα σαφές και βιώσιμο σχέδιο για την ανάπτυξή της;

Αφήστε που με τα πρόσθετα μέτρα που θέλει να επιβάλει η Τρόικα -και μερικά από αυτά, απ’ ό,τι φαίνεται, θα αποδεχθεί η Κυβέρνηση- ενισχύεται, όπως σας είπα, ακόμη περισσότερο ο αντιαναπτυξιακός χαρακτήρας του Προϋπολογισμού. Άλλωστε, στο ίδιο το κείμενο του Προϋπολογισμού αναφέρεται η παραδοχή ότι δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί ένα εθνικό πρόγραμμα για την εποχή μετά το τρέχον μνημόνιο.

Εμείς λέμε ότι ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα που θα στόχευε στην ανασυγκρότηση της παραγωγικής βάσης θα έπρεπε πρωτίστως να είναι η δική μας υπόθεση. Και είναι αναγκαία, στο δύσκολο αυτό περιβάλλον, η σύνταξη ενός αξιόπιστου αναπτυξιακού προγράμματος που να στηρίζεται σε φθηνούς πόρους που προέρχονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και άλλους ευρωπαϊκούς θεσμούς.

Ο Προϋπολογισμός για το 2015 εμφανίζει σχεδόν ισοσκελισμένο ισοζύγιο Γενικής Κυβέρνησης, στηριζόμενος και πάλι στην αύξηση των φορολογικών εσόδων κατά 1,5 δισ. ευρώ και στη μείωση των δαπανών περίπου κατά 1,6 δισ. ευρώ.

Καταρχήν, το 2015 προβλέπεται αύξηση των άμεσων φόρων κατά 2,3% σε σχέση με το 2014. Αυξημένοι κατά 3,8% προβλέπονται και οι έμμεσοι φόροι. Όλα αυτά τη στιγμή που τα εισοδήματα των πολιτών έχουν φθάσει στο ναδίρ και οι συνεχείς ανασχεδιασμοί και τα λάθη στο φορολογικό σύστημα δεν επιτρέπουν κάποια αισιόδοξη πρόβλεψη για γρήγορη αύξηση των εσόδων και μείωση της φοροδιαφυγής, για την πάταξη της οποίας τα αποτελέσματα είναι ιδιαίτερα φτωχά.

Χαρακτηρίζονται, λοιπόν, ιδιαίτερα αισιόδοξες οι προβλέψεις για πλεόνασμα 5,6 δισ. ευρώ ή 3% του ΑΕΠ το 2015. Δυστυχώς, ο στόχος αυτός, πέρα από το ότι θα έχει υφεσιακές επιπτώσεις στην οικονομία, στηρίζεται και πάλι στη γνωστή συνταγή της μη πληρωμής υποχρεώσεων του Δημοσίου, της μείωσης του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, της μείωσης των απαραίτητων δημόσιων και κυρίως κοινωνικών δαπανών και της υπερφορολόγησης, ενώ δεν υπάρχει καμία πρόοδος στην πάταξη της φοροδιαφυγής.

Για την επίτευξη του όποιου πρωτογενούς πλεονάσματος θα έχουμε, δηλαδή, περαιτέρω μείωση των πρωτογενών δαπανών τόσο στα θέματα της κοινωνικής περίθαλψης και προστασίας κατά 605 εκατομμύρια ευρώ και στην παιδεία κατά 260 εκατομμύρια κ.ο.κ., -δηλαδή όπου πονάνε περισσότερο και δεν αντέχουν άλλο οι Έλληνες πολίτες- όσο και στις δαπάνες του ΠΔΕ, οι οποίες μειώνονται κατά 400 εκατομμύρια ευρώ, σε πλήρη αντίφαση με την πολιτική εκκίνησης της αναπτυξιακής διαδικασίας, της επίτευξης υψηλών ρυθμών ανάπτυξης και μείωσης των ποσοστών της ανεργίας. Και παράλληλα, θα εξακολουθούν να παραμένουν στην ένδεια οι δαπάνες για την υγεία και τον πολιτισμό.

Η δέσμευση που επεβλήθη από τα προγράμματα προσαρμογής για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα που «στραγγίζουν» τα εισοδήματα και παγώνουν κάθε αναπτυξιακή διαδικασία, είναι κατά γενική ομολογία μία από τις πιο σκληρές και συνάμα αποτυχημένες επιλογές, όσον αφορά το δημοσιονομικό κενό που η Τρόικα προβάλλει για να επιβάλλει άλλα μέτρα.

Από πέρυσι σας είχαμε πει στη Βουλή -το 2014 στο Μεσοπρόθεσμο και πριν ένα μήνα στο Προσχέδιο- όταν με υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα η Κυβέρνηση παρουσίαζε περίπου μηδενικό το κενό, ότι έπρεπε να κλείσετε το θέμα αυτό με την τρόικα, γιατί δεν υπάρχει περίπτωση για άλλα μέτρα μετά τις τεράστιες θυσίες του ελληνικού λαού και την πρωτοφανή προσαρμογή.

Ούτε, βέβαια, η χώρα ήταν έτοιμη –και το καταλάβαμε πρόσφατα τραυματικά- να βγει στις αγορές με δανεισμό, για να μπορεί έτσι έγκαιρα να ανοίξει με συστηματικό και γενναίο τρόπο τη διαπραγμάτευση για την αναθεώρηση του χρέους και να αξιοποιήσει τις μεγάλες θυσίες των πολιτών, όπως και την απόφαση του Eurogroup του 2012 για περαιτέρω ελαφρύνσεις του χρέους.

Η χώρα, όμως, πρωτίστως, κύριοι συνάδελφοι, έχει τους ανθρώπους της, το λαό της, που δέχεται μία πρωτόγνωρη για ειρηνικές συνθήκες ανθρωπιστική κρίση. Μάλιστα, δεν διαφαίνεται καμία σοβαρή προσπάθεια αντιμετώπισής της. Δεν προβλέπονται άμεσα μέτρα ανακούφισης των πολιτών, παρά μόνο κάποια ψίχουλα φοροελαφρύνσεων, για τις οποίες η Τρόικα μάς έχει κηρύξει νέο πόλεμο και ζητά την απόσυρσή τους, όταν μάλιστα οι πάντες διαπιστώνουν –ακόμα και ο ΟΟΣΑ και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις πρόσφατες εκθέσεις τους, αλλά και η Κυβέρνηση στα κείμενά της- ότι η δημοσιονομική προσαρμογή, η μεγαλύτερη στον κόσμο για σειρά ετών, δημιούργησε τεράστιο κοινωνικό κόστος με υψηλά επίπεδα ακραίας φτώχειας και διεύρυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων. Αντίθετα με όλες τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες που βρίσκονται σε προγράμματα προσαρμογής, η χώρα βραδυπορεί δραματικά στην αποκατάσταση της κοινωνικής συνοχής, με ανύπαρκτο κάθε δίχτυ κοινωνικής προστασίας.

Παρά ταύτα, η Κυβέρνηση εδώ και αρκετό καιρό προσπάθησε να διαμορφώσει ένα τεχνητό κλίμα αισιοδοξίας, υποστηρίζοντας ότι έφτασε το τέλος των μνημονίων. Πώς άραγε, αφού η προσπάθειά της προσκρούει στην πραγματικότητα της συντηρητικής της πολιτικής και στην αδυσώπητη –ιδιαίτερα τον τελευταίο καιρό- εμμονή της Τρόικας και των εταίρων για συνέχιση των μνημονιακών δεσμεύσεων με νέα υφεσιακά μέτρα;

Όσον αφορά το δημόσιο χρέος, η Κυβέρνηση πρόσφατα ισχυρίστηκε ότι βγαίνουμε από το μνημόνιο και ότι το χρέος είναι βιώσιμο. Το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στα 318,0 δισεκατομμύρια ευρώ ή στο 177,7% του ΑΕΠ, αυξημένο σε σχέση με το 2013. Το 2015 το χρέος θα μειωθεί ελάχιστα, στα 317 δισεκατομμύρια ευρώ. Ο χρονικός ορίζοντας του χρέους της Γενικής Διοίκησης εκτείνεται μέχρι το 2057, δηλαδή περίπου πενήντα χρόνια.

Αναρωτιέται, λοιπόν, κανείς πώς θα τα καταφέρουμε, όταν οι κανόνες της νέας οικονομικής διακυβέρνησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ιδιαίτερα αυστηροί, όταν –κατά το Μάαστριχτ- ο στόχος για το χρέος των κρατών-μελών είναι μόλις στο 60% του ΑΕΠ και όταν οι κανόνες γίνονται ακόμα αυστηρότεροι για χώρες που βρίσκονται σε προσαρμογή, όπως η δική μας, η οποία το 2020 θα έχει δημόσιο χρέος –αν το καταφέρει- στο 125% του ΑΕΠ. Βέβαια, γι’ αυτό το λόγο μέχρι το 2020 θα πρέπει να πληρώσουμε πάνω από 120 δισεκατομμύρια ευρώ σε τόκους και χρεολύσια.

Πώς θα εξευρεθούν αυτοί οι πόροι και επιπλέον θα περισσέψουν για την ανάπτυξη και την κοινωνική και παραγωγική ανάκαμψη της χώρας; Μιλάμε για μία χώρα που έχει φθάσει σε συνθήκες οιονεί πολεμικής καταστροφής από την οικονομική κρίση, με τη μεγαλύτερη τα τελευταία εκατό χρόνια ύφεση σε χώρα.

Η Κυβέρνηση, δυστυχώς, κινήθηκε –και συνεχίζει να κινείται- με ευχολόγια, αδικαιολόγητη αδράνεια και επιπολαιότητα. Δεν κινήθηκε με συγκεκριμένο σχέδιο. Λείπουν οι εθνικές προτάσεις και κάθε πρωτοβουλία διαβούλευσης για ευρύτερες συναινέσεις στη διαμόρφωσή τους. Προχώρησε σε απίθανες απλουστεύσεις που αντί να πείσουν τους εταίρους ότι η αναγκαιότητα της χώρας είναι η αναδιάρθρωση του χρέους μετά την επίτευξη των πρωτογενών πλεονασμάτων, διατύπωναν ότι το χρέος είναι βιώσιμο.

Οι εξελίξεις, όμως, τον τελευταίο μήνα είναι ραγδαίες και οδυνηρές. Κυκλοφορούν διάφορα σενάρια. Το ΔΝΤ ομιλεί για ένα άλλο πρόγραμμα τύπου προληπτικής στήριξης και εποπτείας και θέλει να είναι πάλι εταίρος και όχι παρατηρητής. Υπονοεί, ίσως, ένα τρίτο μνημόνιο ή θέλει μόνο να πάρει στο ακέραιο τα χρήματά του, να επιβάλει να προχωρήσουν οι δύσκολες μεταρρυθμίσεις στο Δημόσιο, στο ασφαλιστικό και κυρίως στην πλήρη απορρύθμιση στα εργασιακά δικαιώματα και να ζητήσει από τους Ευρωπαίους να εγγυηθούν ξανά τη βιωσιμότητα του χρέους;

Οι Ευρωπαίοι από την άλλη πλευρά μιλούν για ενισχυμένης εποπτείας προληπτική γραμμή από τις αρχές του 2015. Φαίνεται να ξεχνούν τις αποφάσεις του EUROGROUP του 2012 που προέβλεπαν περαιτέρω νέες ελαφρύνσεις για το ελληνικό χρέος, υπό την προϋπόθεση επίτευξης πρωτογενών πλεονασμάτων.

Στο πνεύμα αυτό ο κ. Ντράγκι μάς προτείνει να εστιάσουμε στις μεταρρυθμίσεις που θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα -πώς άραγε, με ακόμη μεγαλύτερη μείωση, μέχρι εξοντώσεως, του εργατικού κόστους και των εργαζομένων;- για να συνεχίσει έτσι ο κ. Ντράγκι να δηλώνει, σε ό,τι αφορά  την αναδιάρθρωση του χρέους, ότι δεν είναι ούτε αναγκαία ούτε χρήσιμη.

Τέλος, ιδιαίτερα ενισχυμένο διαφαίνεται το σενάριο να ζητήσουνε οι καλοί μας πιστωτές παράταση του προγράμματος για έξι μήνες έως ένα χρόνο. Πρόκειται για ενδεχόμενο που είναι αδύνατον να περάσει από το Ελληνικό Κοινοβούλιο.

Τελικά, τι ρόλο παίζουν και οι Ευρωπαίοι εταίροι μας, όταν είναι ανήμποροι απέναντι στις επιλογές του Βερολίνου και δεν μπορούν να καταλάβουν ότι χρειάζεται μια συλλογική αλλαγή της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής -ιδιαίτερα μετά τη σημαντική άνοδο των αποπληθωριστικών τάσεων- για να επιβιώσει το σύνολο των κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ότι χρειάζεται ενίσχυση της ρευστότητας και της ανάπτυξης και ότι πρέπει να αλλάξει τα προγράμματά της;

Τελικά, κύριοι συνάδελφοι, μετά από πέντε χρόνια βίαιης προσαρμογής και θυσιών, αντί να πάμε μπροστά, φοβάμαι ότι πάμε πίσω και η θηλιά του χρέους σφίγγει ακόμα περισσότερο τη χώρα.

Η διαπραγμάτευση που γίνεται αυτές τις ημέρες με τους δανειστές έχει, δυστυχώς, ανοίξει ένα νέο γύρο επώδυνων μέτρων. Φοβάμαι ότι όλα αυτά θα καταλήξουν σε δεσμεύσεις που θα κρατήσουν τη χώρα όμηρο των γνωστών υφεσιακών καταστροφικών -όπως απεδείχθη- πολιτικών που την εγκλώβισαν στην ύφεση, απογείωσαν την ανεργία και τραυμάτισαν την κοινωνική συνοχή.

Η απαράδεκτη στάση που τηρεί η τρόικα αναπαράγει τους γνωστούς νεοφιλελεύθερους φανατισμούς. Όμως, και οι απαράδεκτοι μονομερείς χειρισμοί των ισχυρών της Ευρώπης οδηγούν τα πράγματα σε σκληρότητες, στα άκρα και υπονομεύουν την ίδια την ευρωπαϊκή συνοχή.

Είναι κοινή διαπίστωση ότι η μελλοντική πορεία της χώρας είναι γεμάτη αβεβαιότητα. Η αυταπάτη, όμως, που καλλιεργεί και στην οποία επιμένει η Κυβέρνηση για την πολιτική σταθερότητα, ότι αυτή δηλαδή μπορεί να εξασφαλίζεται με την ευθυγράμμιση με τις ασκούμενες σήμερα πολιτικές και με τον τρόπο που χειρίζεται τα κρίσιμα θέματα, ακυρώνει κάθε προσπάθεια εξεύρεσης βιώσιμης λύσης και αφήνει στο κενό το πεδίο των διεκδικήσεων.

Στις συνθήκες που διαμορφώνονται η Κυβέρνηση οφείλει να καταστήσει σαφές στους δανειστές ότι τα όρια και οι αντοχές του ελληνικού λαού έχουν προ πολλού εξαντληθεί. Πρέπει να αντιληφθεί ότι η συντήρηση των ασκούμενων πολιτικών ενθαρρύνει την εκδήλωση νέων απαιτήσεων από την πλευρά των δανειστών, της τρόικας, ότι αυτοί επιδιώκουν ρυθμίσεις που θα κρατήσουν τη χώρα όμηρο των γνωστών τους πολιτικών.

Η Κυβέρνηση, η χώρα μας πρέπει να πει ένα «όχι» σε αυτές τις εξοντωτικές επιδιώξεις και να διαπραγματευτεί σκληρά, γιατί τίποτα από τα παραπάνω δεν έχει σχέση με όσα πρέπει και χρειάζεται η ελληνική κοινωνία.

Απαιτείται να κλείσει σήμερα η χώρα το θέμα του δημοσιονομικού κενού χωρίς κανένα πρόσθετο μέτρο. Απαιτείται να διεκδικήσει από τους εταίρους μια ουσιαστική αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους.

Συγχρόνως, απαιτείται και στο εσωτερικό και σε ευρωπαϊκό επίπεδο να επιδιωχθούν αυτές οι συγκλίσεις, να επιδιωχθούν αυτά τα κοινά προγράμματα και οι δράσεις, ούτως ώστε να μπορέσει πράγματι η χώρα να βγει από αυτήν τη μεγάλη κρίση.

Ευχαριστώ.

 

Οικονομία & Ανάπτυξη

facebook   youtube

koinovouleytiki-drastiriotita-2012-simera

koin drast2000

dimokratiki_aristera_logo