Ομιλία επί της αρχής των άρθρων και του συνόλου του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Οικονομικών (Α' ΜΕΡΟΣ)

Τετάρτη, 24 Οκτώβριος 2012 22:14
Εκτύπωση
 

Κύριοι συνάδελφοι, συζητούμε σήμερα την κύρωση δυο πράξεων νομοθετικού περιεχομένου στις οποίες προστέθηκαν και τροπολογίες και τελευταία μια αρκετά μεγάλη τροπολογία. Συζητάμε επομένως πολύ βασικά θέματα. Θα έλεγε κανείς ότι είναι θέματα τόσο σοβαρά που συνδέονται και με τις σοβαρότερες αποφάσεις για την οριστικοποίηση των μέτρων που θα πάρουμε για τη σωτηρία της χώρας.

Θα ήθελα να αναφερθώ ιδιαίτερα στο δεύτερο και πολύ σημαντικό άρθρο αυτού του νομοσχεδίου που αφορά στην κατάργηση του ελάχιστου ποσοστού του Ελληνικού Δημοσίου σε ΕΛΠΕ, ΔΕΗ, ΟΠΑΠ, ΟΔΙΕ, ΕΥΔΑΠ, ΕΥΑΘ, ΕΛΤΑ, Οργανισμό Λιμένος Πειραιώς, Θεσσαλονίκης, Αλεξανδρούπολης κ.λπ.. Όταν ήρθε αυτή η Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου στη δημοσιότητα, είχαμε εκφράσει την αντίθεσή μας και πολλές επιφυλάξεις. Σήμερα και μετά τη συζήτηση στη Βουλή εξακολουθούμε να έχουμε πολύ σοβαρές επιφυλάξεις για τους λόγους που θα αναφέρω παρακάτω. Στις προγραμματικές της θέσεις για τις αποκρατικοποιήσεις η Δημοκρατική Αριστερά, μεταξύ των άλλων, επισημαίνει ότι αυτές πρέπει να συνδέονται με την ανάπτυξη και όχι μόνο με εισπρακτικούς λόγους και ότι σε κάθε περίπτωση στις ΔΕΚΟ που διαχειρίζονται φυσικούς πόρους και δημόσια αγαθά το Δημόσιο πρέπει να διατηρήσει το στρατηγικό του ρόλο και έλεγχο. Αλλά και στην προγραμματική συμφωνία των τριών κομμάτων για τις αποκρατικοποιήσεις έχουν τεθεί σημαντικές προϋποθέσεις, όπως κατά τη διαδικασία των αποκρατικοποιήσεων να παρέχονται όλες οι εγγυήσεις διαφάνειας, να υπάρξει σύνδεση με την ανάπτυξη και όχι μόνο με εισπρακτικούς στόχους, να δημιουργηθεί το θεσμικό πλαίσιο για τις ρυθμιστικές αρχές των ΔΕΚΟ και -το κρισιμότερο- να διασφαλιστεί ότι το Δημόσιο διατηρεί την κυριότητα του κράτους στα δίκτυα. Η συνέχεια της τοποθέτησης έχει ως εξής:

Οι βασικές αυτές προϋποθέσεις σε καμία περίπτωση δεν διασφαλίζονται από μία γενική ρύθμιση, όπως αυτή που συζητάμε σήμερα, της κατάργησης δηλαδή του ελάχιστου ποσοστού του Ελληνικού Δημοσίου σε μία σειρά σημαντικών ΔΕΚΟ και μάλιστα διαφορετικής κοινωνικής και στρατηγικής σημασίας. Δηλαδή, εταιρείες που διαχειρίζονται φυσικούς πόρους, όπως η ΕΥΑΘ και η ΕΥΔΑΠ, είναι στρατηγικής σημασίας για τη χώρα, όπως η ΔΕΗ και τα λιμάνια, αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο, οριζόντια, με εταιρείες που δεν είναι μείζονος κοινωνικής σημασίας και δημόσιας ωφέλειας, αλλά κυρίως οικονομικής σημασίας, όπως ο ΟΔΙΕ, ο ΟΠΑΠ κ.λ.π.

Η ρύθμιση δεν εξασφαλίζει την κυριότητα του Δημοσίου στα δίκτυα για τις εταιρείες οι οποίες δεν έχουν διαχωρίσει το έργο της λειτουργίας και εκμετάλλευσης που εκτελούν ως ανώνυμες εταιρείες από τα δίκτυα και τις υποδομές που πρέπει να περιέλθουν σε νομικά πρόσωπα για να μπορέσουν να παραμείνουν στο Δημόσιο, όπως για παράδειγμα η ΔΕΗ. Τα δίκτυα της ηλεκτρικής ενέργειας, τα υδροηλεκτρικά έργα, οι σταθμοί, τα δίκτυα του νερού και της αποχέτευσης, το φράγμα του Μόρνου, οι εγκαταστάσεις αποχέτευσης, οι μεγάλες εγκαταστάσεις των λιμένων και τα μεγάλα έργα που κατασκευάστηκαν για τη διασύνδεση αυτών, όπως και το ειδικό καθεστώς που τα διέπει είναι η μεγάλη περιουσία του ελληνικού λαού, άρρηκτα συνδεδεμένη με την ανάπτυξη της χώρας και σωστά το Σύνταγμά μας για τους λιμένες, παραδείγματος χάρη, διασφαλίζει την κυριότητα του Δημοσίου στις εγκαταστάσεις τους, όπως και τα νομικά πρόσωπα της ΕΥΑΘ παγίων και της ΕΥΔΑΠ που διασφαλίζουν τα δίκτυα. Αλλά για όλες τις εταιρείες που φέρνετε εδώ δεν διασφαλίζεται η κυριότητα του Δημοσίου στα δίκτυα.

Δεν δημιουργήθηκε επίσης για τις περισσότερες ΔΕΚΟ το θεσμικό πλαίσιο για να αποκτήσουν τις ρυθμιστικές τους αρχές, παραδείγματος χάρη, για το νερό, για τα λιμάνια, ώστε να διασφαλίζεται η απρόσκοπτη λειτουργία τους, αλλά και η επάρκεια των παρεχόμενων κοινωνικών αγαθών ανά την επικράτεια σε περιόδους κρίσης και έκτακτων αναγκών και να μην καταστεί τελικά υπέρμετρη και σε βάρος του κοινωνικού συνόλου η χρήση του κριτηρίου του κέρδους.

Αλλά ακόμη και αν ήμασταν υπέρ αυτής της κατάργησης του ελάχιστου ποσοστού, με ποια κριτήρια σήμερα -και όταν μάλιστα καταργείται και το άρθρο 11- η Διϋπουργική Επιτροπή Αποκρατικοποιήσεων θα προχωρήσει στην ιδιωτικοποίηση και ειδικότερα στην εκχώρηση μεγάλου ποσοστού μετοχών; Σήμερα δεν υπάρχει και ούτε φαίνεται να υπάρξει σύντομα χωριστά για κάθε ΔΕΚΟ ένας ολοκληρωμένος σχεδιασμός, ένα στρατηγικό σχέδιο για την ανάπτυξη και την αξιοποίηση της κάθε εταιρείας μετά από λεπτομερή αξιολόγηση και των εναλλακτικών προτάσεων για τους τομείς και το βαθμό της αποκρατικοποίησης της.

Καλούμαστε σήμερα να κυρώσουμε αυτή την Πράξη, χωρίς όμως να έχουμε υπ’ όψιν μας –και δεν έγινε αυτό στη συζήτηση στην Επιτροπή- τις στρατηγικές και κεντρικές κατευθύνσεις για τις Εταιρείες Δημόσιας Ωφέλειας και στρατηγικής σημασίας για τη χώρα, ώστε να θέσουμε και τις απαραίτητες προϋποθέσεις και τις δικλείδες ασφαλείας σε κάθε μια διαδικασία αποκρατικοποίησης και τη μετέπειτα λειτουργία του φορέα για την απρόσκοπτη, ασφαλή και ποιοτική παροχή των υπηρεσιών, τη διαφύλαξη των δικτύων και των δημόσιων εγκαταστάσεων, τη διαφύλαξη των θέσεων εργασίας, τη φερεγγυότητα των εταίρων και τη διασφάλιση της λειτουργίας της εταιρικής σχέσης, τα αντισταθμιστικά και μελλοντικά οφέλη για την οικονομία και την ανάπτυξη της χώρας.

Η κατάργηση του άρθρου 11, το οποίο επέβαλε ως προϋπόθεση για την πώληση μετοχών άνω του 20% του μετοχικού κεφαλαίου επιχειρήσεων εθνικής στρατηγικής σημασίας μονοπωλιακού χαρακτήρα, πρέπει να λάβει υπ’ όψιν της μια σειρά κριτηρίων. Αυτή τη στιγμή με την κατάργησή της δεν διασφαλίζεται ότι η διϋπουργική επιτροπή του ν.3049 πράγματι θα χρησιμοποιήσει αυτά τα κριτήρια.

Η επισήμανση, μεταξύ των άλλων, του κυρίου Υπουργού ότι σε κάθε περίπτωση η κατάργηση του ελάχιστου ποσοστού δεν προδικάζει με κανέναν τρόπο το καθεστώς ιδιοκτησίας και δεν συνεπάγεται την απώλεια κάθε συμμετοχής ή ελέγχου του δημοσίου επί των υπό αποκρατικοποίηση εταιρειών και ότι το ποσοστό που θα διατηρήσει το δημόσιο, καθώς και άλλη δικλείδα ασφαλείας, για την παροχή υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, θα καθοριστούν περαιτέρω κατά το στάδιο διαπραγμάτευσης κάθε επιμέρους σύμβασης, είναι μια αόριστη τοποθέτηση και θα έλεγα ότι επιβεβαιώνει αντί να άρει τις παραπάνω επιφυλάξεις μας.

Εμείς, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, δεν θέλουμε να φτάσουμε σε κάθε επιμέρους σύμβαση πριν συζητήσουμε για το τι θέλουμε γι’ αυτές τις ΔΕΚΟ κοινής ωφέλειας και στρατηγικής σημασίας για τη χώρα. Θα πρέπει τα συντεταγμένα όργανα της Πολιτείας, η Κυβέρνηση, η Βουλή, οι αρμόδιοι Υπουργοί, οι ΔΕΚΟ με τις προτάσεις που έχουν, όλοι αυτοί να καθορίσουν τι θέλουν για μια μερική αποκρατικοποίηση και στη συνέχεια να γίνει αυτό που γίνεται τώρα. Η πρόταση του κ. Κουκουλόπουλου του ΠΑΣΟΚ είναι βοηθητική.

Εμείς όμως δεν θέλουμε τώρα να δώσουμε μια λευκή επιταγή και για κάθε σύμβαση που θα έρχεται στη Βουλή. Δεν είναι αυτό το θέμα. Η Βουλή δεν μπορεί να επικυρώνει συμβάσεις που δεν εξελίσσονται μέσα από μια διαδικασία που έχει το κράτος γι’ αυτές τις επιχειρήσεις και για άλλα θέματα.

Ανήκει και αυτό στα πλαίσια της διαφάνειας που πρέπει να υπάρχει. Αυτό όμως που πρέπει να γίνει είναι να υπάρξει ο στρατηγικός σχεδιασμός και να γίνουν ρυθμιστικές αρχές και οι άλλες διατάξεις που θα διασφαλίζουν τα δίκτυα κοκ. Γι’ αυτό εμείς επιμένουμε στις επιφυλάξεις μας.

Ζητήσαμε να εξαιρεθούν τουλάχιστον από αυτήν τη ρύθμιση οι Δημόσιες Επιχειρήσεις Κοινής Ωφέλειας και στρατηγικής σημασίας, όπως είναι η ΔΕΗ, η ΕΥΔΑΠ, η ΕΥΑΘ, οι μεγάλοι Λιμένες, να μην καταργηθεί δηλαδή το άρθρο 11. Αφού δεν γίνεται αυτό, εμείς θα καταψηφίσουμε το άρθρο 2.

Άρθρο 3, ρυθμίσεις για την αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας του δημοσίου. Το άρθρο αυτό συμπληρώνεται και τροποποιείται προκειμένου να καλυφθούν αδυναμίες, κυρίως καθυστερήσεων του αντίστοιχου άρθρου του εφαρμοστικού νόμου 3986, που αφορούσε τις ρυθμίσεις αξιοποίησης από το ΤΑΙΠΕΔ της ακίνητης περιουσίας.

Οι αλλαγές που έφεραν οι εφαρμοστικοί νόμοι του Μεσοπρόθεσμου και ειδικότερα ο ν.3986 για το ΤΑΙΠΕΔ και την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας έχουν ήδη γίνει.
            Με το εν λόγω τρίτο άρθρο απλώς γίνονται κάποιες διορθώσεις και συμπληρώσεις, θετικές ή μη, που επιβεβαιώνουν την ισχύ και τη φιλοσοφία του νόμου 3986. Με τις ρυθμίσεις του τρίτου άρθρου δίνεται η δυνατότητα πολεοδόμησης και εκμετάλλευσης δημοσίων ακινήτων με ευνοϊκούς όρους, ελαχιστοποιώντας πολεοδομικά και άλλα εμπόδια και ανοίγει ο δρόμος για την αξιοποίηση δημοσίων ακινήτων από το Ταμείο.

Με την ευκαιρία της συζήτησης θα ήθελα να επισημάνω τα προβλήματα στον τομέα αυτόν, τις σημαντικές καθυστερήσεις που παρατηρούνται στον χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό, όσο και το έλλειμμα πολιτικής του αρμόδιου Υπουργείου, του ΥΠΕΚΑ, που σήμερα μ’ αυτήν τη ρύθμιση περιορίζονται οι αρμοδιότητές του στη λογική «πονάει κεφάλι, κόβει κεφάλι», αντί να επιταχύνουμε το έργο του. Υπάρχουν πράγματι πολλές παραλείψεις κι έλλειψη σημαντικών εργαλείων. Χωρίς Δασικό Κτηματολόγιο, χωρίς καταγραφή της δημόσιας περιουσίας, χωρίς αξιόπιστα και λογικά κριτήρια και κατευθύνσεις για τη γεωργική γη, για τη γη υψηλής παραγωγικότητας οι εκτάσεις αυτές χαρακτηρίζονται ως «περιβαλλοντικής προστασίας» με απόδοση πολύ αυστηρών και περιεκτικών όρων και περιορισμών δόμησης.

Έχουμε δηλαδή ένα έλλειμμα στην εφαρμογή του χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού μας. Έτσι εκ των υστέρων θεσπίζονται adhoc νόμοι και διαδικασίες, όπως ο εν λόγω εφαρμοστικός, προκειμένου να αντιμετωπιστούν αυτές οι παραλείψεις και να αξιοποιηθούν με διαδικασίες fasttrack τμήματα της δημόσιας γης. Πρόκειται όμως για διατάξεις που μπορεί να οδηγήσουν στο άλλο άκρο, αφού παρακάμπτεται σε πολλά σημεία το νομικό πλαίσιο του χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού κι υποβαθμίζονται οι υπηρεσίες και τα γνωμοδοτικά όργανα του Υπουργείου Περιβάλλοντος.

Με τη διαδικασία ένταξης στο Περιφερειακό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης επιτυγχάνεται αποτελεσματικότερα η κοινωνική συναίνεση και η χωρίς νομοθετικά προβλήματα ένταξη στο χωροταξικό πλαίσιο. Γι’ αυτό κι εμείς είπαμε -και έχουμε καταθέσει σημαντικές τροπολογίες για το θέμα αυτό- ότι μέσα από τις διατάξεις και αυτού του νομοσχεδίου θα πρέπει να τεκμηριώνεται με σχετική μελέτη πως η επικείμενη επένδυση ενσωματώνεται στην περιβάλλουσα περιοχή, πως συμβάλλει στην εθνική και περιφερειακή ανάπτυξη και είναι συμβατή με την εθνική και περιφερειακή ανάπτυξη και τους στόχους, όπως προκύπτουν από τα εθνικά Ειδικά Πλαίσια και από τα Περιφερειακά Πλαίσια, έστω κι αν μερικά απ’ αυτά δεν έχουν ολοκληρωθεί ακόμη. Όμως προβλέπουμε να ολοκληρωθούν πάρα πολύ σύντομα.

Γι’ αυτό λοιπόν έχουμε επισημάνει με τις τροποποιήσεις μας ότι και αυτή η διαδικασία των μελετών πρέπει να ενσωματωθεί στις τροπολογίες που λέμε, ούτως ώστε να εξασφαλίζουν αυτή την τεκμηρίωση, αλλά κι ένα ειδικό όργανο που να τις συνδέει με το ΥΠΕΚΑ πρέπει να δημιουργηθεί και σ’ αυτή τη διαδικασία.

Όσον αφορά τα θέματα των χρήσεων για το παραθεριστικό τουριστικό χωριό, εμείς δεν θεωρούμε ότι αυτή πρέπει να είναι μία ρύθμιση η οποία πραγματικά να μας οδηγήσει σε σοβαρές αποκλίσεις από θεσμοθετημένες διαδικασίες πολεοδόμησης, να επιφέρει σημαντικά πλήγματα και στο δίκτυο παραθεριστικής και τουριστικής κατοικίας, αλλά και να επηρεάσει βραχυπρόθεσμα αρνητικά την κατεύθυνση επενδύσεων προς τον ουσιαστικό παραγωγικό τουρισμό. Γι’ αυτό αν δεν καταργηθούν, πρέπει να τεθούν ορισμένα ουσιαστικά κριτήρια, κριτήρια περιορισμού για τη δυνατότητα ανάπτυξης μεικτών χρήσεων, ιδιαίτερα εκεί όπου αναπτύσσονται παραθεριστικά χωριά.

Έχουμε και κάποιες σημαντικές αντιρρήσεις για τα θέματα του αιγιαλού και της παραλίας.

Για τις τροπολογίες θα αναφερθώ στη δευτερολογία μου: και για την τροπολογία για το Επικουρικό Κεφάλαιο, με την οποία εξακολουθούμε να διαφωνούμε, και για το πολύ σημαντικό θέμα της εξίσωσης πετρελαίου θέρμανσης και κίνησης και για τη μεγάλη τροπολογία η οποία έρχεται και θα τη συζητήσουμε φαντάζομαι αύριο, καθώς και για σημαντικά θέματα του άρθρου 4.

Και κλείνοντας, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, θα ήθελα να επισημάνω σε αυτή τη συζήτηση -γιατί πραγματικά στη σημερινή μέρα ήταν λογικό να υπάρξουν όλες αυτές οι τοποθετήσεις- ότι η Δημοκρατική Αριστερά συμμετέχει στη συγκρότηση αυτής της Κυβέρνησης και εργάζεται συστηματικά σε σχέση με το πακέτο μέτρων, με την κατάθεση εναλλακτικών προτάσεων για να ενισχυθούν οι διαστάσεις της εξυγίανσης και του εξορθολογισμού και να υπάρξει η μικρότερη δυνατή επιβάρυνση σε μισθούς, συντάξεις και επιδόματα. Επιμένουμε -με τις προτάσεις μας και με τα ισοδύναμα μέτρα και με τη ρήτρα ισοδυνάμου, με τον αγώνα μας για την επιμήκυνση- η όλη διαδικασία να μην παραμείνει στην τρόικα και να μεταφερθεί η όλη διαπραγμάτευση στα πλαίσια των εταίρων μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Επιμένουμε για την ενίσχυση της αναπτυξιακής διαδικασίας.

Επιτέλους κάποια όργανα, όπως η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, να επιτελέσουν αυτά για τα οποία έχουν δεσμευτεί, σε σχέση και με την ταχύρυθμη από εμάς αξιοποίηση του ΕΣΠΑ.

Γι’ αυτό, λοιπόν, εμείς αντιδρούμε –και συνεχίζουμε να αντιδρούμε- σε πρόσθετες απαιτήσεις της τρόικα που αφαιρούν τα εργασιακά δικαιώματα. Τα εργασιακά δικαιώματα είναι ήδη ισοπεδωμένα και δεν μπορούμε να προχωρήσουμε περαιτέρω.

Είμαστε τολμηροί, κύριοι συνάδελφοι. Είμαστε τολμηροί! Και επιτρέψτε μου να πω ότι έχουμε και αρετή. Και δίνουμε αυτή τη μάχη. Και αυτή τη μάχη θα τη δώσουμε και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Και αυτή τη μάχη θα τη δώσουμε, γιατί και οι λαοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης θέλουν τους εργαζόμενους να είναι αξιοπρεπείς και όρθιοι.