Τοποθέτηση στην Ολομέλεια για το σ/ν για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά

Πέμπτη, 04 Οκτώβριος 2012 14:30
Εκτύπωση

Εμείς, ως Δημοκρατική Αριστερά και στις θέσεις μας, αλλά και στην προγραμματική συμφωνία, έχουμε προτείνει -και έγιναν αποδεκτά από τα άλλα δύο κόμματα- σημαντικά μέτρα κοινωνικής προστασίας για τους πολίτες και τα νοικοκυριά. Ειδικότερα για το θέμα των υπερχρεωμένων νοικοκυριών, για τους δανειολήπτες, έχουμε προτείνει την εφαρμογή της ρύθμισης, ότι η δόση δεν θα ξεπερνάει το 30% του μηνιαίου εισοδήματός τους, με την εξαίρεση των υψηλών εισοδημάτων, όπως και επέκταση της ρύθμισης αυτής σε ατομικές, μικρές επιχειρήσεις. Για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις δίνουμε τη μάχη και μέσα από το ΕΣΠΑ και μέσα από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων να ενισχυθεί επιτέλους το Ταμείο Εγγυοδοσίας και να υπάρξει ρευστότητα στην αγορά και εκκίνηση της πραγματικής οικονομίας, με προτεραιότητα τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Η τοποθέτηση στο σύνολό της έχει ως εξής:

Κύριε Πρόεδρε, κύριοι συνάδελφοι, δεν νομίζω ότι υπάρχει συνάδελφος σε αυτήν την Αίθουσα, ο οποίος να μην αγωνίζεται, για να μη βυθιστεί το καράβι της χώρας. Δεν έχουν μόνο κάποιοι το προνόμιο αυτό, να είναι δηλαδή οι καλοί κυβερνήτες. Όλοι μας, όπως τόσα χρόνια κάναμε, αγωνιζόμαστε και τότε, και πολύ περισσότερο τώρα, για να μην βυθιστεί το καράβι. Γιατί, αλλιώς, θα βυθιστούμε όλοι μαζί. Κανείς δεν θα γλυτώσει.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά είναι μια θετική πολιτική πρωτοβουλία, με την οποία επιχειρείται να συμπληρωθεί και να βελτιωθεί το πολύ ισχνό νομοθετικό μας πλαίσιο για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά. Χρειάζονται όμως βελτιώσεις και προσθήκες, ώστε κατά κύριο λόγο, να προστατευθούν αυτοί που πράγματι έχουν ανάγκη και να μην τύχουν ευνοϊκών ρυθμίσεων οι γνωστοί φοροφυγάδες -που έχουν ταλαιπωρήσει και βυθίσει την οικονομία μας-, οι πολυτελώς διαβιούντες σε αυτήν τη χώρα.

Κύριοι συνάδελφοι, η παγκόσμια ιστορία πιστοποιεί με τα στοιχεία της, όπως και οι μελέτες και οι εκθέσεις του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, για την ανθρώπινη ανάπτυξη. Όταν γίνεται χωρίς δεσμευτικές, οικολογικές και κυρίως κοινωνικές προδιαγραφές, η οικονομική μεγέθυνση, δεν οδηγεί στην κοινωνική ευημερία. Αντίθετα συνοδεύεται από διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, αύξηση της φτώχειας, από το φαινόμενο της ακραίας φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού.

Ειδικότερα στη χώρα μας ακόμη και στην περίοδο 2000-2007, όπου υπήρχαν σημαντικοί ρυθμοί ανάπτυξης και το ΑΕΠ ήταν αρκετά υψηλό, ένας πολύ μεγάλος αριθμός νοικοκυριών, πάνω από το 20%, ζούσε και τότε -και σήμερα ζει σε ακόμη μεγαλύτερο ποσοστό- κάτω από το όριο της φτώχειας. Δηλαδή το ποσοστό των ελληνικών νοικοκυριών, που είναι εδώ και πολλά χρόνια κάτω από το όριο της φτώχειας, κατά κύριο λόγο οφείλεται στο στρεβλό μοντέλο ανάπτυξης, στην παραοικονομία, στη διαφθορά, στη διαπλοκή, στο νεοφιλελεύθερο μοντέλο διακυβέρνησης, και για την περίπτωσή μας, και στην κυριαρχία των τραπεζών.

Σήμερα και κυρίως μετά το 2010, με τη μεγάλη οικονομική κρίση, η κατάσταση επιδεινώνεται ραγδαία. Μέχρι σήμερα μία στρεβλή και μη δίκαιη ανάπτυξη είχε φέρει ήδη τη χώρα πρώτη στην Ευρωπαϊκή Ένωση στο ποσοστό των νοικοκυριών που ζούσαν κάτω από το όριο της φτώχειας. Η αδιαφορία των μέχρι τώρα κυβερνήσεων, μας έχει φέρει να είμαστε το μοναδικό κράτος από τα πρώτα δεκαπέντε μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δεν έχουμε ρυθμίσεις ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος. Βεβαίως τώρα με την τεράστια οικονομική κρίση και τις μνημονιακές πολιτικές η κατάσταση είναι εκτός ελέγχου. Είμαστε υπό το μηδέν.

Στη Δημοκρατική Αριστερά θεωρούμε ότι και στο παρελθόν ήταν και σήμερα είναι ιδιαίτερα επιτακτική ανάγκη να ληφθούν άμεσα μέτρα ανακούφισης των πολιτών και να εξασφαλιστεί ένα σύγχρονο και αποτελεσματικό κοινωνικό κράτος. Η κοινωνική πολιτική στην περίοδο που διανύουμε είναι καθοριστικής σημασίας για τη ζωή των πολιτών. Πιστεύουμε ότι υπάρχει δυνατότητα, αλλά και πρωτίστως υποχρέωση, για την άσκηση κοινωνικής πολιτικής σε αυτό το περιβάλλον της κρίσης και της οικονομικής δυσπραγίας για ένα κοινωνικό κράτος αποτελεσματικό, που να μειώνει τη φτώχεια, να αναδιανέμει τους πόρους εκεί που υπάρχει ανάγκη, αντί να αναπαράγει τις κοινωνικές ανισότητες. Για ένα κοινωνικό κράτος βιώσιμο και με ανθρώπινο πρόσωπο.

Επισημαίναμε στο παρελθόν και επισημαίνουμε και σήμερα πολύ περισσότερο ότι η μεγάλη αύξηση της ανεργίας πλήττει δυσανάλογα τις παραγωγικές ηλικίες και τους «αρχηγούς νοικοκυριού». Η φτώχεια των παιδιών είναι πιο διαβρωτική από τη φτώχεια των μεγάλων. Κανένα σύστημα κοινωνικής προστασίας δεν μπορεί να λειτουργήσει σωστά ως δίχτυ προστασίας ενάντια στη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό, χωρίς να εξασφαλίζει ένα ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, που να συνδυάζει την οικονομική ενίσχυση των ευπαθέστερων ομάδων του πληθυσμού με την κατάρτιση ατομικών σχεδίων δράσης, με στόχο την επιστροφή στην απασχόληση και την κοινωνική επανένταξη των δικαιούχων.

Η κρίσιμη λοιπόν συγκυρία για τη χώρα μας καθοδηγεί τον καθένα μας και αυτό έπρεπε να κάνουμε συνάδελφοι σήμερα σε αυτή την Αίθουσα. Γιατί πάρα πολλή ώρα θα μπορούσα να μιλάω και εγώ για όλα αυτά τα θέματα που μιλάμε τόσα χρόνια, της μη φορολόγησης, της φοροδιαφυγής, των εμβασμάτων στο εξωτερικό, για τις λίστες.

Αν μετρήσετε, κύριοι συνάδελφοι, πάνω από είκοσι ερωτήσεις έχουμε κάνει σε αυτήν τη φάση οι Βουλευτές της Δημοκρατικής Αριστεράς, γι’ αυτήν τη φορολόγηση, για τα cd, για τα εμβάσματα στο εξωτερικό κ.λπ.. Ας τα αφήσουμε, λοιπόν. Όλοι δίνουμε αυτόν τον αγώνα. Να συζητήσουμε, όμως και τα ουσιαστικά προβλήματα της κοινωνικής πολιτικής σ’ αυτόν τον τόπο. Για την κοινωνική πολιτική μιλάμε και κάποιοι που καταγγέλλουν εδώ τα σημερινά ήταν τότε συμμέτοχοι σ’ αυτές τις κυβερνήσεις και έφεραν τη χώρα μας να είναι πρώτη σε ποσοστό κάτω από το όριο της φτώχειας.

Ο πρώτος άξονας λοιπόν που λέμε εμείς, είναι ένα μέσο πρόγραμμα ανακούφισης των πληγέντων, με στόχο να προστατεύσουν αυτούς που έχουν πραγματική ανάγκη. Σε αυτόν λοιπόν τον πρώτο στόχο εντάσσουμε και την εν λόγω πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ σήμερα, για συμπληρωματικές διορθωτικές ρυθμίσεις στο μεγάλο θέμα των υπερχρεωμένων νοικοκυριών. Επιμένω, κύριοι συνάδελφοι. Να ισχύουν γι’ αυτούς που έχουν πραγματική ανάγκη και να μην αφήσουμε στις ρυθμίσεις για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά κενά, ώστε τελικά να οδηγηθούμε στο να ευνοήσουμε και πάλι αυτούς που δεν έχουν φορολογητέο εισόδημα, που ζουν πλουσιοπάροχα σε βάρος των πολλών και δυστυχώς των φτωχών πλέον στη χώρα μας. Γιατί όπως γνωρίζουμε όλοι, βρισκόμαστε σήμερα σε μία ατέρμονη διαδικασία ερωτήσεων και ελέγχων γι’ αυτούς που έχουν βγάλει τεράστια ποσά στο εξωτερικό, από δύο και πάνω εκατομμύρια ευρώ, χωρίς να έχουν δηλώσει εισοδήματα. Μιλάμε για μία κοινωνία που περιμένει επιτέλους κάποιο αποτέλεσμα, που περιμένει επιτέλους το κράτος να εισπράξει τα έσοδά του.

Για τη συγκεκριμένη πρόταση νόμου, θα πω ότι είναι γεγονός ότι η ελληνική κρίση χρέους βρήκε τα ελληνικά νοικοκυριά εκτεθειμένα σε πολλά στεγαστικά, επισκευαστικά, καταναλωτικά και προσωπικά δάνεια. Τα δάνεια αυτά σήμερα είναι αδύνατο να εξυπηρετηθούν, λόγω της απότομης και μεγάλης απώλειας εισοδήματος, της μεγάλης ανεργίας, της αδυναμίας εκπλήρωσης των υποχρεώσεών τους κ.λπ.

Η πολιτική των τραπεζών: Για πολλά χρόνια και πριν την περίοδο της κρίσης, είναι γνωστό ότι όλες οι διευθύνσεις των τραπεζών ήταν σε μία μεγάλη εκστρατεία, για να διαφημίζουν τη δανειοδότηση, την ενθάρρυνση και τελικά την πίεση για όλα αυτά τα δάνεια.

Εμείς, ως Δημοκρατική Αριστερά και στις θέσεις μας, αλλά και στην προγραμματική συμφωνία, έχουμε προτείνει -και έγιναν αποδεκτά από τα άλλα δύο κόμματα- σημαντικά μέτρα κοινωνικής προστασίας για τους πολίτες και τα νοικοκυριά.

Ειδικότερα για το θέμα των υπερχρεωμένων νοικοκυριών, για τους δανειολήπτες, έχουμε προτείνει την εφαρμογή της ρύθμισης που προτείνεται και εδώ, ότι η δόση δεν θα ξεπερνάει το 30% του μηνιαίου εισοδήματός τους, με την εξαίρεση των υψηλών εισοδημάτων, όπως και επέκταση της ρύθμισης αυτής σε ατομικές, μικρές επιχειρήσεις. Για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις δίνουμε τη μάχη και μέσα από το ΕΣΠΑ και μέσα από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων να ενισχυθεί επιτέλους το Ταμείο Εγγυοδοσίας και να υπάρξει ρευστότητα στην αγορά και εκκίνηση της πραγματικής οικονομίας, με προτεραιότητα τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Έχουμε όμως ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα. Ποια είναι αυτά τα υψηλά εισοδήματα; Πώς θα τα κρίνουμε; Πώς καθορίζεται ένα υψηλό εισόδημα και πώς καθορίζεται το χαμηλό που πρέπει να τύχει των ευνοϊκών ρυθμίσεων; Ούτε ο υπάρχων ν. 3869 για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά το έχει ξεκαθαρίσει αυτό με απλό τρόπο, παρά οδηγεί σε μία ατέρμονη διαδικασία εξωδικαστικών και δικαστικών στη συνέχεια αποφάσεων. Αλλά και σ’ αυτό το σημείο η εν λόγω πρόταση νόμου είναι ατελής. Στο πρώτο άρθρο για το θέμα της διαγραφής των οφειλών από το 2010 και εντεύθεν, ανάλογα με τη μείωση των αποδοχών, εξαιρούνται από αυτήν τη διαγραφή τα εξαιρετικά υψηλά εισοδήματα. Δεν συμφωνούμε, κύριοι συνάδελφοι.

Ενός, για παράδειγμα, γενικού διευθυντή ΔΕΚΟ ή κάποιου άλλου που έπαιρνε μέχρι τώρα 15.000 ή 20.000 ευρώ μηνιαίο μισθό και τώρα έχει πέσει στις 5.000 ευρώ και με τις κρατήσεις στις 2.500 ευρώ, αυτή τη διαφορά θα του τη χαρίσετε; Τι λέτε τώρα; Είναι πάρα πολύ ατελής αυτή η ρύθμιση. Δεν συμφωνούμε σε αυτό.

Εμείς συμφωνούμε με την πρόταση του άρθρου 3. Οποιαδήποτε διαγραφή χρεών θα γίνει σε αυτούς που είναι κάτω από το όριο της φτώχειας, που περιήλθαν στα πέντε τελευταία χρόνια, όπως με στοιχεία αποδεικνύεται. Σε αυτό συμφωνούμε με την πρότασή σας. Όμως για άλλες διαγραφές χρεών δεν συμφωνούμε, διότι πραγματικά μας οδηγούν σε έναν άλλο παραλογισμό. Δηλαδή, αυτοί που είχαν, αυτοί που έπαιρναν και ξαναέπαιρναν δάνεια και να μην πω ότι πολλές φορές μέσα από τα δάνεια ξέπλεναν και μαύρο χρήμα –το ξέρετε αυτό- θα έλθουν τώρα να ευνοηθούν από αυτήν εδώ την εξαίρεση; Δεν μπορεί λοιπόν να λειτουργήσει το άρθρο 1 ως προς αυτήν εδώ την παράγραφο.

Υπάρχει και ένα άλλο θέμα το οποίο θα το δούμε κατά τη συζήτηση των δευτερολογιών. Η όλη διαδικασία, το να δώσω τη δήλωσή μου, να αποδείξω το ένα, να αποδείξω το άλλο, περνάει τελικά μέσα από την κατηγοριοποίηση, στην οποία διαδικασία ισχυρά είναι τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, μαζί με τους δανειστές. Η σχέση όμως δανειστών και χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων δεν ήταν πάντα καλή για τους φτωχούς. Ήταν πάντα καλή για κάποιους άλλους. Και μέσα από αυτήν τη σχέση των κάποιων άλλων, των ολίγων και ισχυρών, πάλι η διαπραγμάτευση και η κατηγοριοποίηση θα γίνει καλύτερα και όχι για τους αδύναμους.

Έχουμε λοιπόν ενστάσεις σε αυτά τα θέματα, γιατί θέλουμε να διαφυλάξουμε και την πρότασή σας και να διαφυλάξουμε πραγματικά αυτούς που έχουν μεγάλη ανάγκη.

Με την ευκαιρία αυτή θα ήθελα να επαναφέρω το μεγάλο αίτημα που είχαμε καταθέσει και παλαιότερα,ως Συνασπισμός και θα το επαναφέρουμε τώρα με μία ολοκληρωμένη πρόταση νόμου, της εξασφάλισης του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος για τις οικογένειες που το έχουν πράγματι ανάγκη και που σε ένα μεγάλο ποσοστό σήμερα, βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας.

Αντί λοιπόν να έχουμε μια μετέωρη διαδικασία όσον αφορά τις διαγραφές χρεών κ.λπ., πρέπει -και νομίζω θα συμφωνήσουμε σε αυτό- να εξασφαλίσουμε όσο το δυνατόν και άλλα χρήματα ούτως, ώστε να υπάρξουν ρυθμίσεις και για περαιτέρω κοινωνική προστασία, για το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, που και η Ευρωπαϊκή Ένωση μας επιβάλλει ότι πρέπει να το κάνουμε, διότι στηρίζεται στην πολύ μεγάλη αρχή που μας διέπει όλους, ότι τελικά η κοινωνική πρόνοια πρέπει να εξασφαλίζει στους ανθρώπους να ζουν με έναν τρόπο συμβατό με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Επιμένω λοιπόν και το λέω και σε εσάς, κύριε Υπουργέ, ότι και αυτήν την πρόταση και τις άλλες προτάσεις, για να έχουμε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο κοινωνικής πρόνοιας γι’ αυτήν την περίοδο την οποία ζούμε, θα πρέπει να τις δούμε με πολύ μεγάλη προσοχή και να τις φέρουμε συνδυασμένες πάρα πολύ γρήγορα. Πάρα πολύ γρήγορα πρέπει να διορθώσουμε τις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010. Πρέπει να δούμε με θετικό πνεύμα τις ρυθμίσεις που προτείνονται στην πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ, διορθώνοντας κι εδώ τις ατέλειες ούτως ώστε να προχωρήσουμε πολύ γρήγορα και να διαμορφώσουμε μια ολοκληρωμένη πρόταση και για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, αλλά να βάλουμε, με ένα τέτοιο ολοκληρωμένο νομοσχέδιο, τα θεμέλια για μια άλλη πολιτική και εφαρμογή μέτρων κοινωνικής πρόνοιας.

Γιατί, κύριοι συνάδελφοι, μέχρι τώρα το κοινωνικό κράτος ήταν αποσπασματικό με πάρα πολλά προβλήματα και σε αυτήν τη μεγάλη κρίση τα προβλήματα και οι ανάγκες γίνονται ακόμη περισσότερες και οι Έλληνες πολίτες, όπως όλοι περιγράψατε σε αυτήν την Αίθουσα, έχουν οδηγηθεί σε τραγικές καταστάσεις.

Η Ελληνική Στατιστική Αρχή ήδη με τα στοιχεία που έχει μέχρι το 2010, έδινε δραματικά νούμερα για τα ελληνικά νοικοκυριά. Φανταστείτε τώρα, στην καινούργια έκθεση πού θα φτάσει. Και δεν φτάνει αυτή η ρύθμιση, αν δεν διαφυλάξουμε το να πάει μόνο σε αυτούς που έχουν ανάγκη, διότι σε αυτήν την εποχή που ζούμε, το μεγάλο μέρος των ομιλιών που καταναλώσατε, ήταν να μιλάτε για τη φοροδιαφυγή. Τι σημαίνει αυτό; Ότι δεν δηλώνω το πραγματικό εισόδημα. Άρα με βάση τις δηλώσεις και μόνο αυτές δεν μπορεί να γίνουν αυτές οι ευνοϊκές ρυθμίσεις. Θα μας οδηγήσουν σε πάρα πολλές στρεβλώσεις.

Θεωρώ λοιπόν, όπως είπα ήδη, ότι υπάρχουν θετικά στοιχεία στην πρόταση. Ήδη υπάρχει ρύθμιση για το 30% του δανείου και υπάρχει και στις δικές μας προτάσεις και ενσωματώθηκε και στην προγραμματική συμφωνία. Υπάρχει το μέλημα και η στήριξη για τις ατομικές επιχειρήσεις. Υπάρχει η πρότασή μας που μπορεί να συνδυαστεί με το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα. Συμφωνούμε για τους ανθρώπους που διαβιώνουν -και αποδεικνύεται αυτό -κάτω από το όριο της φτώχειας, να υπάρχουν διαγραφές χρεών.

Για όλα αυτά τα θέματα, λοιπόν, κύριε Υπουργέ, αναλαμβάνετε ένα πάρα πολύ μεγάλο βάρος και εμείς θα είμαστε εδώ να σας κρίνουμε και να σας επικρίνουμε πολύ περισσότερο από τους άλλους συναδέλφους, γιατί θέλουμε και πρέπει να έχουμε μια ολοκληρωμένη πολιτική για την κοινωνική πρόνοια. Θέλουμε να ανακουφίσουμε και τα ελληνικά νοικοκυριά, αλλά θέλουμε να ανακουφίζουμε και τους νέους, τους άνεργους, ακόμη και τα μικρά παιδιά, για τα σχολεία τους, για την εκπαίδευση, με τέτοιες ρυθμίσεις πρόνοιας, που θα εξασφαλίζουν ότι αυτά τα χρήματα θα πιάσουν τόπο, θα πάνε σε αυτούς που τα έχουν ανάγκη, σε αυτούς που είναι πολλοί και τελικά δεν θα φύγουν προς τους αετονύχηδες.

Και από την άλλη πλευρά βεβαίως, οι τράπεζες πρέπει οπωσδήποτε να μη χρησιμοποιήσουν το μεγάλο προνόμιο που τους δίνει η ανακεφαλαίοποίηση των τραπεζών, να μην έχουν επιπτώσεις από το κούρεμα και να καταλάβουν ότι και οι άλλοι πρέπει να μην υποστούν επιπτώσεις από το κούρεμα το οποίο γίνεται.