Home Πολιτική Δραστηριότητα
Ομιλίες

ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΗΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ ΑΣ.ΞΗΡΟΤΥΡΗ-ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΑΡΗ ΣΤΗΝ ΗΜΕΡΙΔΑ ΤΟΥ ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ , ΜΕ ΘΕΜΑ : " ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΣΤΑ ΠΛΑΙΣΙΑ ΕΝΟΣ ΕΘΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟΥ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ, ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ

E-mail Εκτύπωση PDF
Επανειλημμένα ο ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ με παρεμβάσεις του στη Βουλή, στην τοπική κοινωνία και στους φορείς της, με ημερίδες και συνέδρια, έχει τονίσει την ανάγκη διαρθρωτικών παρεμβάσεων και πολιτικών Περιφερειακής Ανάπτυξης, στα πλαίσια ενός Εθνικού στρατηγικού Σχεδιασμού. Έχει τονίσει την ανάγκη ουσιαστικής καταγραφής των μεγάλων προβλημάτων, αλλά και των αναπτυξιακών δυνατοτήτων των Περιφερειών της χώρας, όπως και της ενίσχυσης της προγραμματικής συμμετοχής και της ικανότητας υλοποίησης των προγραμμάτων από τους τοπικούς φορείς και τις υπηρεσίες της Περιφέρειας και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Και αυτό γιατί με μεγάλη ανησυχία διαπιστώνουμε ότι η ένταξή μας στη ζώνη του ευρώ, η διαχείριση τριών Κοινοτικών Προγραμμάτων, που εξασφάλισαν συνολικά 52,7 δις. ευρώ, έγινε χωρίς αναπτυξιακό, παραγωγικό και κοινωνικό σχέδιο, με αποτέλεσμα τα οφέλη αλλά και οι περιορισμοί να έχουν κατανεμηθεί άνισα ανάμεσα σε κοινωνικές ομάδες, και τάξεις, ανάμεσα στις Περιφέρειες της χώρας. Το εισόδημα, η απασχόληση, το κοινωνικό κράτος, αλλά και η ίδια η ικανότητα της χώρας να παράγει διεθνώς εμπορεύσιμα υπηρεσίες και αγαθά, μειώνονται αντί να ενισχυθούν. Απαιτείται για τους λόγους αυτούς ένα διαφορετικό μοντέλο για μια οικονομικά, κοινωνικά και οικολογικά βιώσιμη ανάπτυξη. Απαιτείται μια στρατηγική ενδυνάμωσης της αναπτυξιακής διαδικασίας και αυτό προϋποθέτει την κινητοποίηση και αξιοποίηση όλων των φορέων του δημοσίου, της Αυτοδιοίκησης, ιδιωτικών και κοινωνικών, όπως και ένα στρατηγικό σχεδιασμό μέσω του οποίου θα εντοπίσουμε τους κοινωνικούς στόχους, τους τομείς ανάπτυξης και εξειδίκευσης, το ρόλο του κράτους και των δημόσιων επιχειρήσεων, όπως και το πλαίσιο ενεργοποίησης της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας. Από την άλλη πλευρά η τεράστια έλλειψη αποδοτικότητας, ιδιαίτερα για την Περιφέρεια, οι απαράδεκτες καθυστερήσεις και οι ελλείψεις των φορέων υλοποίησης των Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης, όπως και η κρισιμότητα των χειρισμών για το μεγάλο υπόλοιπο (60%) του Γ’ ΚΠΣ και τον σχεδιασμό του Δ’ ΚΠΣ, καθιστά την κινητοποίηση αυτή, φορέων και πολιτών, και την παρέμβασή τους εξαιρετικά επείγουσα και αναγκαία. Στην ανάγκη αυτή επιδιώκει να ανταποκριθεί η σημερινή μας εκδήλωση – συζήτηση. Βρισκόμαστε στην τελική φάση του μεγαλύτερου αναπτυξιακού προγράμματος της χώρας μας από το οποίο θα μπορούσε να περιμένει κανείς τη μεγάλη ευκαιρία για την ανάπτυξη και την απασχόληση, για την προώθηση της πραγματικής σύγκλισης. Παρά ταύτα τα διαρθρωτικά προβλήματα σχεδιασμού και κατανομής των πόρων και λανθασμένες πολιτικές επιλογές οδήγησαν, κατά κοινή ομολογία, σε χαμηλή κοινωνική και αναπτυξιακή αποτελεσματικότητα. Είχαμε επανειλημμένα επισημάνει ότι ο σχεδιασμός και οι μηχανισμοί υλοποίησης του προγράμματος παρουσίαζαν μεγάλες αδυναμίες. Το νομοθετικό πλαίσιο διαχείρισης ήρθε με μεγάλη καθυστέρηση για να υποτάξει τελικά το σχεδιασμό και τη συμμετοχή στο συγκεντρωτικό σύστημα διαχείρισης, ενώ κανένα ουσιαστικό μέτρο ενίσχυσης, όπως σε προσωπικό και μέσα, των δυνατοτήτων παραγωγής έργων των τελικών δικαιούχων που καλούνται να το υλοποιήσουν, δεν έχει ληφθεί. Σήμερα πέντε χρόνια μετά την έναρξη υλοποίησης του Γ’ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης και δυο χρόνια πριν από την ολοκλήρωσή του το ποσοστό απορρόφησης των κονδυλίων είναι εξαιρετικά χαμηλό. Τόσο οι προηγούμενες κυβερνήσεις του ΠΑ.ΣΟ.Κ., όσο και η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας ακολουθούν την ίδια μέθοδο με αναθεωρήσεις των επιχειρησιακών προγραμμάτων και λογιστικές μεταφορές μεταξύ μέτρων και δράσεων αυτών. Μπορεί να πετυχαίνουν μερικές φορές ποσοστό απορρόφησης σε ικανοποιητικό επίπεδο, πλην όμως κάθε επιχειρησιακό πρόγραμμα έχει βγει εκτός προγραμματικού πλαισίου και στόχων με συνέπεια το μηδενισμό του αναμενόμενου αναπτυξιακού αποτελέσματος, ιδιαίτερα για τα θέματα απασχόλησης και δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας. Η Ελλάδα εξακολουθεί να παραμένει η τελευταία ή η προτελευταία στην Ευρωπαϊκή Ένωση από την άποψη όλων των κοινωνικών δεικτών. Αλλά και στην παγκόσμια κλίμακα η Ελλάδα, αν και εικοστή έκτη στον κόσμο από άποψη ποσοτικής ανάπτυξης, είναι τριακοστή έκτη από άποψη δαπανών για τη δημόσια υγεία, ογδοηκοστή πέμπτη από άποψη δαπανών για την παιδεία, τεσσαρακοστή τέταρτη από άποψη δαπανών για την έρευνα και πεντηκοστή πέμπτη από άποψη συνδέσεων με internet, νέες τεχνολογίες κ.λπ. Επίσης, ενώ σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ο δείκτης της φτώχειας και γενικά οι κοινωνικές ανισότητες μειώνονται σημαντικά μετά τις κοινωνικές δαπάνες, στην περίπτωση της χώρας μας η αποτελεσματικότητα των δαπανών είναι η χαμηλότερη σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Πίσω, λοιπόν, από τη χαμηλή κοινωνική και αναπτυξιακή αποτελεσματικότητα των δημόσιων και κοινοτικών δαπανών υποκρύπτονται πρωτίστως πολιτικές επιλογές που έχουν αυτό το ισχνό αποτέλεσμα ή το αρνητικό αποτέλεσμα πολλές φορές. Γιατί φτάσαμε ως εδώ; Γιατί άλλες χώρες αξιοποίησαν τους κοινοτικούς και εθνικούς πόρους καλύτερα; Το έχουμε συζητήσει πάρα πολλές φορές. Γιατί παρά τη μακροχρόνια λιτότητα του λαού καλούνται πάλι οι εργαζόμενοι να πληρώνουν τα λάθη στη διαχείριση των δημόσιων εσόδων και τη μη ορθολογική αξιοποίηση των εθνικών και κοινοτικών πόρων; Ρωτάμε: - Ποια ήταν η προστιθέμενη αξία των επενδύσεων μέχρι σήμερα και ποια η αναπαραγωγή της ανάπτυξης; Πόσες νέες θέσεις εργασίας δημιουργήθηκαν μέχρι σήμερα; Το νούμερο γνωρίζουμε ότι είναι μετρήσιμο και έπρεπε να είναι η βασική προϋπόθεση των εθνικών και κοινοτικών προγραμμάτων. - Γιατί μετά το πέρας των έργων των Ολυμπιακών Αγώνων, που γονάτισαν όλα τα προγράμματα της περιφέρειας δεν αποκαθίσταται ούτε και με τον Προϋπολογισμό του 2006 ο αναπτυξιακός ρόλος του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων ως μέσο χρηματοδότησης των αναγκαίων υποδομών και όχι προσθετικά προς τους πόρους από την Ευρωπαϊκή Ένωση; Μέχρι σήμερα κυριαρχεί η στρεβλή και απόλυτα καταστροφική αντίληψη να συνδέουμε την ανάπτυξη της χώρας αποκλειστικά με την απορρόφηση των κοινοτικών πόρων. Εκ των πραγμάτων όμως η εθνική αναπτυξιακή πολιτική πρέπει να επιδιώκει στόχους πολύ ευρύτερους από αυτούς των διαρθρωτικών ταμείων. Οι ευρωπαϊκοί πόροι οφείλουν να λειτουργούν συμπληρωματικά ως προς τους εθνικούς και όχι ως υποκατάστατο τους. Η προσθετικότητα των ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων στους εθνικούς πόρους, που ούτε και στο παρελθόν είχε επιτευχθεί, είναι μια από τις προϋποθέσεις της πραγματικής σύγκλισης. Οι ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις υποκατέστησαν εθνικούς πόρους και η διάθεση των τελευταίων εξαρτήθηκε από τα έργα που είναι επιλέξιμα από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στη συνεχιζόμενη αυτή στρέβλωση έρχεται να προστεθεί και η υποταγή των σημαντικών και απαραίτητων για το κοινωνικό σύνολο έργων στην επιλεξιμότητά τους από τους ιδιώτες μέσω των Συμπράξεων Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ) , για να αποπληρωθούν αργότερα με πανωτόκι, με την επιβολή νέων τελών και εισφορών στους πολίτες. Δεν έχουμε έτσι ούτε και τώρα μια προσπάθεια ιεράρχησης των απαραίτητων για το κοινωνικό σύνολο έργων, υποδομών, μέσα σε ένα μακρόπνοο εθνικό στρατηγικό σχέδιο που θα εξειδικεύεται σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο και θα ελέγχεται μέσω του εθνικού και συγχρηματοδοτούμενου σκέλους του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων. Εμείς επιμένουμε ότι παραμένει κρίσιμο το αναπτυξιακό πρόβλημα της χώρας παρά τη μακροχρόνια λιτότητα και παρά τους πόρους που έχουν εισρεύσει από τα τρία κοινοτικά πλαίσια στήριξης. Επίσης, το οξύ δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μέρος του αναπτυξιακού προβλήματος και επιμένουμε για το λόγο αυτό στην ανάγκη ενός μακροπρόθεσμου σχεδίου που να οδηγεί σε μια νέα παραγωγική εξειδίκευση, στην αύξηση της απασχόλησης, στην άνοδο της παραγωγικότητας της εργασίας και σε μια αναπτυξιακή και κοινωνική αναδιανομή του παραγόμενου πλούτου υπέρ των εργαζόμενων της παιδείας, του κοινωνικού κράτους, της εργασίας και της ανάπτυξης της περιφέρειας. Η Κυβέρνηση κατά τη συζήτηση του Προϋπολογισμού είχε προβάλλει μεταξύ των άλλων την αύξηση του σκέλους των συγχρηματοδοτούμενων από την Κοινότητα έργων του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων. Η αύξηση, όμως, αυτή είναι εξαιρετικά μικρή μπροστά στο νέο κίνδυνο για μια ακόμη φορά απώλειας πόρων από το Γ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης, επειδή η χώρα δεν έχει καταβάλλει την εθνική συμμετοχή και κυρίως, μπροστά στην τραγική στασιμότητα παραγωγής έργων, ιδιαίτερα στην περιφέρεια, όπου η ανεργία καλπάζει και η τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας μέσα από τις αναπτυξιακές διαδικασίες του κράτους είναι στοίχημα επιβίωσης. Η εξακολουθητική διαχειριστική ανεπάρκεια των ελληνικών κυβερνήσεων απειλεί την χώρα με την απώλεια αρκετών δισεκατομμυρίων ευρώ από τους κοινοτικούς πόρους. Για να αποφευχθεί κάτι τέτοιο θα πρέπει η Ελλάδα: - Να απορροφήσει σε λιγότερο από τρία χρόνια ποσά υπερδιπλάσια από όσα κατάφερε να αξιοποιήσει την εξαετία 2000-2005. Για να συμβεί κάτι τέτοιο απαιτείται εθνική συμμετοχή 7 δις €. Το μεγάλο ερώτημα φυσικά είναι που θα βρει ο εθνικός προϋπολογισμός τόσα χρήματα, καθώς η κυβέρνηση στην προσπάθεια μείωσης του ελλείμματος έχει επιλέξει την εύκολη οδό της περικοπής του προγράμματος των δημοσίων επενδύσεων. - η συμβολαιοποίηση των έργων να προχωρήσει με ρυθμό υπερτριπλάσιο του μέχρι σήμερα μέσου ετήσιου όρου. Σε 10 μήνες δηλαδή να υπογραφούν νομικές δεσμεύσεις για 13,5 δις € που αντιστοιχούν στο 40% της συνολικής δημόσιας δαπάνης του ΚΠΣ. Δυστυχώς, η κατάσταση είναι κρίσιμη και στο μέτωπο της εφαρμογής του περίφημου κανόνα «ν+2». Το Υπουργείο Οικονομικών σε μια προσπάθεια να περιορίσει τις μεγάλες απώλειες υποβάλει μαζικές αιτήσεις εξαίρεσης για ποσά που προσεγγίζουν τα 450 εκατ. €.. Πιο συγκεκριμένα η οικονομική πρόοδος της πλειοψηφίας των τομεακών επιχειρησιακών προγραμμάτων είναι εξαιρετικά ανησυχητική, δεδομένου ότι η υλοποίηση των εν λόγω προγραμμάτων στόχευε στην επίτευξη στόχων αξόνων προτεραιότητας, όπως αυτοί που περιγράφονται στο Κοινοτικό Πλαίσιο και συγκεκριμένα στο σχέδιο περιφερειακής ανάπτυξης. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι στο επιχειρησιακό πρόγραμμα «Σιδηρόδρομοι» το ποσοστό απορρόφησης είναι μόνο 31,40%. Το γεγονός ότι στο επιχειρησιακό πρόγραμμα «Οδικοί ʼξονες-Λιμένες-Αστική Ανάπτυξη» βρίσκεται στην τρίτη θέση της κατάταξης της απορροφητικότητας και στο 41,4% είναι γνωστό σε όλους ότι αυτό οφείλεται στα έργα-γέφυρες του Β΄ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης και όχι σε προγραμματισμένα για το Γ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης. Αξίζει να σημειωθεί ότι το εν λόγω πρόγραμμα είχε ιδιωτική τότε συμμετοχή κατά το 1/3 του ύψους του. Παρά τα πέντε χρόνια που πέρασαν, δεν έχουν ξεκινήσει αυτά τα συγχρηματοδοτούμενα έργα. Εμείς είχαμε πει πολλά τότε γι αυτά τα έργα και ο ελληνικός λαός με τον α΄ ή β΄ τρόπο περιμένει να υλοποιηθούν. Δυστυχώς, όμως, τα πληρώνει με τραγικά δυστυχήματα κάθε φορά σε αυτούς τους άξονες. Παράλληλα, η έλλειψη πόρων, αλλά και δομών ικανής και αποκεντρωμένης λειτουργίας της διοίκησης στην περιφέρεια βρίσκει σήμερα το ποσοστό απορρόφησης των περιφερειακών επιχειρησιακών προγραμμάτων να είναι στα δέκα από τα δέκα τρία προγράμματα κάτω του μέσου όρου απορρόφησης του Γ΄ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης. Ας δούμε τώρα τα θέματα της τέταρτης προγραμματικής περιόδου. Στις Βρυξέλλες, το Δεκέμβριο, η Ελληνική Κυβέρνηση εξασφάλισε με βάση τις περιοριστικές προτάσεις της Βρετανικής Προεδρίας το ανώτατο προσδοκούμενο όριο για το Δ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης, τα 20,1 δισεκατομμύρια ευρώ. Σε απόλυτους αριθμούς αυτό είναι κατά 23% μικρότερο από το Γ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης, αν λάβουμε υπόψη τον πληθωρισμό. Με άλλα λόγια, δηλαδή, λίγο-πολύ πλησιάζει το ύψος των πόρων που προβλέπουμε και έχουμε μπροστά μας να απορροφήσουμε από το Γ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης. Διότι το μειωμένο ύψος του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού καθώς και αύξηση του ποσοστού της κοινοτικής συμμετοχής στο 85% έχει ως αποτέλεσμα τη σημαντική μείωση της συνολικής δημόσιας δαπάνης του Δ΄ ΚΠΣ. Πιο συγκεκριμένα, το επόμενο αναπτυξιακό «πακέτο» της χώρας θα ανέρχεται σε μόλις 23,7 δισ. € (σε τιμές 2004) αντί των 40,7 δισ. € της τρέχουσας περιόδου. Kαι αυτό όχι μόνο διότι θα μειωθεί η κοινοτική ενίσχυση κατά περίπου 7 δισεκατομμύρια € αλλά και η εθνική συμμετοχή κατά 10 δισ. € (από 13,8 δισ. € σε 3,6 δισ. €). Τα 20,1 δις € που θα λάβει η Ελλάδα αντιστοιχούν στο 1,8% του ΑΕΠ: Τι θα πρέπει να δει η Κυβέρνηση σε αυτήν τη νέα προγραμματική περίοδο; Η διόγκωση των ελλειμμάτων, ιδιαίτερα μετά την επιδείνωση της κατάστασης υλοποίησης των αναπτυξιακών έργων και δράσεων στην περιφέρεια σε ευαίσθητους φορείς μετά και την Ολυμπιάδα, καθιστούν αναγκαία τα εξής: - Ένα μεσοπρόθεσμο αναπτυξιακό σχέδιο, το οποίο θα προσδιορίζει τους άξονες και τις κατευθύνσεις της ανάπτυξης στους φορείς, στους παραγωγικούς και κοινωνικούς τόπους και τα μέσα της πολιτικής. - Μια πολιτική αύξησης των εσόδων με ταυτόχρονη άρση των ανισοτήτων και των αδικιών σε ό,τι αφορά την κατανομή των φορολογικών βαρών, την ανακατανομή των δαπανών και εφαρμογή συστημάτων αξιολόγησης και ελέγχου και κοινωνικής και οικονομικής αποτελεσματικότητας των εθνικών και κοινοτικών πόρων και ουσιαστική ενίσχυση των περιφερειακών και της αυτοδιοίκησης δομών και υπηρεσιών παραγωγής έργου. Μια τέτοια στρατηγική θα μπορούσε να υποστηριχθεί και μια επαναδιαπραγμάτευση και ανασχεδιασμός του Γ’ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης ώστε να στηριχθούν οι παραπάνω επιλογές και να τεθούν οι σωστές προγραμματικές βάσεις για το Δ’ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης. Η Κυβέρνηση όμως ακολουθεί μια αντίστροφή επιλογή που κρύβει σοβαρούς κινδύνους. Η επιλογή που προκρίθηκε είναι να επιδιώκει την δημοσιονομική ισορροπία σε ένα κατώτερο επίπεδο εσόδων και δαπανών ενώ προβάλλεται ως όραμα για την Ελλάδα του μέλλοντος και ως αναπτυξιακό πρότυπο ό,τι αποτελεί έκφραση της αυθόρμητης δράσης των επιδιώξεων του κεφαλαίου με αποτέλεσμα να διευρύνονται οι ανισότητες και να επιτείνεται ο ολιγαρχικός χαρακτήρας της ανάπτυξης. Εμείς επιμένουμε ότι για το Δ΄ ΚΠΣ, παρόλο που θα είναι σημαντικά μικρότερο από το τρίτο και θα υλοποιηθεί με νέες πιο αυστηρές διαδικασίες, θα πρέπει να είναι επιτέλους ισχυρός και καθοριστικός ο ρόλος των περιφερειών στην υλοποίησή του. Αυτό που πρέπει να γίνει λοιπόν και που θα δημιουργήσει τομή και μεγάλη διαρθρωτική αλλαγή στη πορεία της Περιφερειακής Ανάπτυξης της χώρας, θα είναι: Όταν το μεγαλύτερο μέρος των πόρων, που υπολείπονται από το Γ’ ΚΠΣ και που είναι το 60% αυτού δηλ. 15,5 δις. ευρώ, όπως και των πόρων από το Δ’ ΚΠΣ, που είναι 20,1 δις. ευρώ, μέσα από ένα Εθνικό, διορθωτικό για τις Περιφέρειες της χώρας και στρατηγικό σχέδιο Ανάπτυξης, να κατευθυνθεί στην Περιφέρεια μαζί και μια σειρά μέτρων και ρυθμίσεων, που θα ενισχύουν την προγραμματική διαδικασία και κυρίως της υλοποίησης και απορρόφησης των πόρων αυτών. Εμείς τονίζαμε πάντα ότι το στοίχημα και ο στόχος για το Γ’ ΚΠΣ ήταν οι Περιφέρειες της χώρας. ΠΑΣΟΚ και ΝΔ συμφώνησαν να διαθέσουν το Γ’ ΚΠΣ μαζί και με τους Εθνικούς πόρους για το στοίχημα των Ολυμπιακών αγώνων. Σήμερα δεν υπάρχει καμιά δικαιολογία, έστω και αργά (αφού πόροι υπάρχουν) να αναλάβουν τις ευθύνες τους για την Περιφέρεια και την ισόρροπη Ανάπτυξη, για την απασχόληση και την κοινωνική συνοχή! Ιδιαίτερο επίσης βάρος , όχι μόνο στα λόγια αλλά και στην πράξη, πρέπει να δοθεί στις «άυλες» επενδύσεις (έρευνα, επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό, καινοτομία κλπ). Ας μην ξεχνάμε ότι η Ελλάδα κατέχει μια από τις τελευταίες θέσεις στον τομέα της έρευνας και τεχνολογίας και ότι οι πόροι που κατευθύνονται σε νέες τεχνολογίες και καινοτομίες δεν εισφέρουν μόνον στην οικονομική μεγέθυνση, αλλά και στην πρόοδο του ανθρώπου, στην κοινωνική συνοχή και στην διατηρήσιμη βιώσιμη ανάπτυξη Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι υπάρχει και το ζήτημα της αξιολόγησης του παραχθέντος αποτελέσματος. Με άλλα λόγια ο προσδιορισμός και η βελτιστοποίηση της προστιθέμενης αξίας που δύναται να έχουν οι κοινοτικοί πόροι στην ελληνική οικονομία και κοινωνία. Δυστυχώς στην Ελλάδα πολλά έργα σχεδιάζονται και εκτελούνται με αποκλειστικό γνώμονα την απορρόφηση των πόρων και την εξυπηρέτηση μικροπολιτικών αιτημάτων. Υπάρχει ανάγκη να ξεφύγουμε από τον εύκολο κατακερματισμό των πόρων σε τομεακό-τοπικό επίπεδο και να κινηθούμε προς την κατεύθυνση της ολοκληρωμένης περιφερειακής ανάπτυξης. Η δημόσια διοίκηση χαρακτηρίζεται από συγκεντρωτισμό και αδυναμία μακρόπνοου περιφερειακού σχεδιασμού, από ανεπαρκή στελέχωση ανθρώπινου δυναμικού και έλλειψη κατάλληλων τεχνικών μέσων, ενώ το σύστημα παραγωγής των δημοσίων έργων παραμένει ακόμη προβληματικό, αδιαφανές και εκτεθειμένο στις πιέσεις των ολίγων μεγάλων κατασκευαστικών ομίλων και των Τραπεζών. Εν όψει της επόμενης προγραμματικής περιόδου επιτακτική είναι η ανάγκη για μια γενναία αναδιάρθρωση, αποκέντρωση και ενίσχυση της λειτουργίας του κρατικού μηχανισμού.. Επιτακτική επίσης είναι η ανάγκη «εκδημοκρατισμού» των διαδικασιών και η ενεργός συμμετοχή των περιφερειακών – τοπικών κοινωνιών τόσο στον εθνικό και περιφερειακό σχεδιασμό, όσο και στην υλοποίηση και διαχείριση των Επιχειρησιακών Προγραμμάτων. Θα μπορούν δηλαδή να λειτουργήσουν και ως ενδιάμεσοι φορείς διαχείρισης. Με αυτό τον τρόπο θα επιτευχθεί: -Ο στόχος της αναγνώρισης των διαφοροποιημένων τοπικών αναγκών και της αρμονικής τους ένταξης σε ένα ενιαίο εθνικό σχέδιο και η λήψη των κατάλληλων μέτρων για την αντιμετώπιση των ενδοπερειφερειακών ανισοτήτων. Ο «εκδημοκρατισμός» των διαδικασιών περνάει μέσα από την ουσιαστική αναβάθμιση του ρόλου της τοπικής αυτοδιοίκησης στον σχεδιασμό, την εφαρμογή και την διαχείριση των Αναπτυξιακών Προγραμμάτων . Η πρόθεση της κυβέρνησης για την δημιουργία νέων πέντε υπερ-περιφερειών με την παράλληλη κυριαρχία των κρατικών «Τελικών Δικαιούχων» θα αυξήσει την γραφειοκρατία, θα δημιουργήσει πρόσθετα προβλήματα εφαρμογής στα συγχρηματοδοτούμενα Επιχειρησιακά Προγράμματα και θα περιπλέξει περαιτέρω τις διαδικασίες. Οι ρυθμίσεις αυτών δεν κινούνται στην λογική της αποκέντρωσης και της απόδοσης στην αυτοδιοίκηση όλων των ευκαιριών που τους παρέχονται μέσω του Δ’ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης. Η δημιουργία πέντε ή και δεκατριών ανώνυμων κρατικών εταιρειών θα υποβαθμίσει τη συμμετοχή της τοπικής αυτοδιοίκησης και από την άλλη πλευρά θα δημιουργήσει πάλι ένα υπερσυγκεντρωτικό σχήμα που θα προσθέσει διάφορα διοικητικά επίπεδα: κράτος, υπερπεριφέρεια, περιφέρεια, νομαρχία, δήμος, κοινότητα. ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΕΣ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ( ΒΑΣΙΚΕΣ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΕΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ) ΚΑΙ ΠΟΡΕΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΣΤΗ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ. Η κύρια αναπτυξιακή επιλογή , το όραμα, για την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας , όπως διατυπώνεται σήμερα από τη νέα διακυβέρνηση και ειδικότερα από την Γεν. Γραμματεία Περιφέρειας Κεντρ. Μακεδονίας, ενόψει μάλιστα της Δ΄ προγραμματικής περιόδου 2007 – 2013, οριοθετείται ως εξής: «ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΤΗΣ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΣΟΡΡΟΠΗΣ, ΑΕΙΦΟΡΟΥ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ, ΜΕ ΚΟΜΒΙΚΟ ΡΟΛΟ ΣΤΗΝ ΝΑ ΕΥΡΩΠΗ» Μία ακόμη βαρύγδουπη διατύπωση «οράματος» για την Περιφέρεια Κ.Μ. , με επανάληψη για πολλοστή φορά του συγκριτικού της πλεονεκτήματος, ότι δηλαδή «η γεωγραφία της περιοχής διαμορφώνει ένα εξαιρετικά ευνοϊκό υπόβαθρο για την ανάπτυξη της Κεντρικής Μακεδονίας και της Θεσσαλονίκης και την διαμόρφωσή της σε μητροπολιτικό βαλκανικό Κέντρο, αλλά και πόλο διακρατικής συνεργασίας και ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης στην ευρύτερη περιοχή της Ν.Α. Ευρώπης», για να διερευνηθούν έτσι οι προοπτικές και δυνατότητες «προσαρμογής και αναδιάρθρωσης του παραγωγικού συστήματος της ΠΚΜ στο ανταγωνιστικό ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον » και να επαναδιατυπωθεί ότι « κύριο στοιχείο τόσο για την αντιμετώπιση των προκλήσεων όσο και για την εκμετάλλευση ευκαιριών στο πλαίσιο της οικονομίας της γνώσης, είναι η ανάπτυξη μιας περιφερειακής στρατηγικής για την καινοτομία και την ανταγωνιστικότητα. Με βάση αυτό το όραμα η Γεν. Γραμμ.Περιφέρειας ΚΜ θέτει ως αρχές σχεδιασμού στις οποίες θα βασισθεί ο περιφερειακός προγραμματισμός της νέας περιόδου : την Καινοτομία , την Ισόρροπη ανάπτυξη, την Αειφόρο Ανάπτυξη και τον Κομβικό της ρόλο στην ΝΑ, και ως βασικές προτεραιότητες ανάπτυξης της Περιφέρειας κατά φθίνουσα σειρά σημαντικότητας τις εξής: Ενίσχυση του αναπτυξιακού ρόλου και προοπτικών της Θεσσαλονίκης. Ανάπτυξη στρατηγικής για την Έρευνα και Τεχνολογική Ανάπτυξη με την δημιουργία Πόλου/Ζώνης Καινοτομίας, ολοκλήρωση των συγκοινωνιακών και μεταφορικών υποδομών, αντιμετώπιση του προβλήματος της μητροπολιτικής διοίκησης, η οργάνωση του τουρισμού πόλης, βελτίωση αστικής εικόνας και περιβαλλοντική μέριμνα. Ένταξη και αξιοποίηση της δυναμικής της ΠΚΜ στην ευρύτερη περιοχή της ΝΑ Ευρώπης. Ανάληψη πρωτοβουλιών και βελτίωση των διεθνών διασυνδέσεων με τη δημιουργία δικτύων και θεσμών συνεργασίας σε διασυνοριακή και διαπεριφερειακή βάση. Ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας του παραγωγικού ιστού της ΠΚΜ. Ανάπτυξη ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος μέσα από μια στρατηγική για την ΕΤΑ, καινοτομία, τον μετασχηματισμό της μεταποίησης σε ένταση γνώσης και κεφαλαίου, την ανάπτυξη καινοτομικών προϊόντων και υπηρεσιών και την προώθηση ποιοτικού και ανταγωνιστικού τουρισμού. Διασφάλιση της συνοχής στο εσωτερικό της Περιφέρειας. Στοχευμένες παρεμβάσεις για την τοπική ανάπτυξη, τη βελτίωση της προσπελασιμότητας και την ολοκληρωμένη ενίσχυση του αγροτικού χώρου. Προστασία του περιβάλλοντος με ενσωμάτωση της περιβαλλοντικής διάστασης στην αναπτυξιακή διαδικασία. Εναρμόνιση των αναπτυξιακών προτύπων της ΠΚΜ με τη συνετή διαχείριση των φυσικών και πολιτιστικών πόρων, αναβάθμιση του δομημένου και του φυσικού περιβάλλοντος και πρόληψη των φυσικών και τεχνολογικών κινδύνων. Αύξηση της απασχόλησης, αναβάθμιση των δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού, στήριξη των ειδικών ομάδων. (Βασικοί στόχοι εδώ είναι η βελτίωση του βαθμού αξιοποίησης και της ποιότητας (μορφωτικό επίπεδο) του ανθρωπίνου κεφαλαίου της ΠΚΜ και η παροχή ίσων ευκαιριών στη γνώση και την απασχόληση. ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΗ : Ο πόλος Θεσσαλονίκη και η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας , θεωρητικά πάντα, προηγούνται ως προτεραιότητες ανάπτυξης από τους στόχους της απασχόλησης, της διασφάλισης της συνοχής και της προστασίας του περιβάλλοντος. Τα καυτά προβλήματα της ποιότητας ζωής και της απασχόλησης στη Θεσσαλονίκη και πολύ περισσότερο στους Νομούς της Περιφέρειας διαρκώς οξύνονται και στις υποδομές: κυκλοφοριακό, σχολική στέγη, περιβάλλον, εθνικό και επαρχιακό δίκτυο , στα οικονομικά και στα κοινωνικά.: απασχόληση, αποβιομηχάνιση και υψηλή ανεργία, μαρασμός των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, στην οργάνωση των Υπηρεσιών. Το πρόγραμμα ανακούφισης για την περιοχή δεν μπορεί να είναι ούτε ευκαιριακό, ούτε θεωρητικό που να παραπέμπει σε ευχολόγια και μεγάλα οράματα . Ούτε βέβαια να μεταθέτει τις ευθύνες του κρατικού τομέα για βασικές υποδομές και κοινωνική σύγκλιση, στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Απαιτείται υλοποίηση ενός ολοκληρωμένου σχεδιασμού, μετά τον κοινωνικό διάλογο για τις προτεραιότητες των έργων υποδομής, που θα επιταχύνει την υλοποίησή τους και την επίλυση επιτακτικών προβλημάτων της ποιότητας ζωής. Θα προωθεί συστηματικά την παραγωγική ανασυγκρότηση της περιοχής με σύγχρονη βιομηχανική πολιτική, με σεβασμό στο περιβάλλον και ενίσχυση κλαδικών και περιφερειακής διάχυσης πολιτικών. Και το βασικότερο: με σημαντική ενίσχυση των πόρων και της απορρόφησης αυτών, από το ΠΔΕ και Γ’ ΚΠΣ, καθώς και σωστές προγραμματικές βάσεις για το Δ΄ΚΠΣ> Με τη νέα προγραμματική περίοδο και μετά τα συσσωρευμένα προβλήματα του παρελθόντος η Κυβέρνηση θα πρέπει να εγγυηθεί την υιοθέτηση ενός σχεδιασμού συμβατού με τις προοπτικές και τις ανάγκες της Περιφέρειας. Ενός παραγωγικού και κοινωνικού σχεδίου ανάπτυξης, που θα κατευθύνει την οικονομία σε νέες δυναμικές εξειδικεύσεις, με στόχο την πλήρη απασχόληση και την μείωση των κοινωνικών και περιφερειακών ανισοτήτων. Σε αυτή την κατεύθυνση πρέπει να γίνει ο σχεδιασμός και προγραμματισμός του Δ΄ ΚΠΣ, ενώ παράλληλα πρέπει να παραμένει ισχυρό και καθοριστικό το σύνολο του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ). Εκείνο όμως που θα δημιουργήσει τομή και μεγάλη διαρθρωτική αλλαγή στη πορεία της Περιφερειακής Ανάπτυξης της χώρας, θα είναι: Όταν το μεγαλύτερο μέρος των πόρων που υπολείπονται από το Γ’ ΚΠΣ και που είναι το 60% αυτού δηλ. 15,5 δις. ευρώ, όπως και των πόρων από το Δ’ ΚΠΣ, που είναι 20,1 δις. ευρώ, μέσα από ένα Εθνικό, διορθωτικό για τις Περιφέρειες της χώρας και στρατηγικό σχέδιο Ανάπτυξης να κατευθυνθεί στην Περιφέρεια, μαζί και μια σειρά μέτρων και ρυθμίσεων που θα ενισχύουν την προγραμματική διαδικασία και κυρίως της υλοποίησης και απορρόφησης των πόρων αυτών. Εμείς τονίζαμε πάντα ότι το στοίχημα και ο στόχος για το Γ’ ΚΠΣ ήταν οι Περιφέρειες της χώρας. ΠΑΣΟΚ και ΝΔ συμφώνησαν να διαθέσουν το Γ’ ΚΠΣ μαζί και με τους Εθνικούς πόρους για το στοίχημα των Ολυμπιακών αγώνων. Σήμερα δεν υπάρχει καμιά δικαιολογία, έστω και αργά (αφού πόροι υπάρχουν) να αναλάβουν τις ευθύνες τους για την Περιφέρεια και την ισόρροπη Ανάπτυξη, για την απασχόληση και την κοινωνική συνοχή! Το Περιφερειακό Επιχειρησιακό Πρόγραμμα (ΠΕΠ) Κεντρικής Μακεδονίας 2000-2006 (Γ΄ΚΠΣ), όπως παρουσιάζεται σήμερα, συνοπτικά από την Γεν Γραμμ. Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας «Το Περιφερειακό Επιχειρησιακό Πρόγραμμα (ΠΕΠ) Κεντρικής Μακεδονίας 2000-2006 εγκρίθηκε από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 22 Μαρτίου 2001 και είναι το μεγαλύτερο - μέχρι σήμερα - αναπτυξιακό πρόγραμμα που υλοποιείται στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας. Στο πλαίσιο του ΠΕΠ Κεντρικής Μακεδονίας προγραμματίζονται και χρηματοδοτούνται έργα και δράσεις που δημιουργούν υποδομές σε όλους τους βασικούς τομείς ανάπτυξης της περιφέρειας, ενισχύουν τα επενδυτικά σχέδια των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, παρέχουν ίσες ευκαιρίες για την ένταξη του ανθρώπινου δυναμικού στην αγορά εργασίας, παρέχουν υπηρεσίες κοινωνικής φροντίδας σε άτομα που χρειάζονται βοήθεια, στηρίζουν την ανάπτυξη της υπαίθρου, δημιουργούν προϋποθέσεις για την αξιοποίηση και την προστασία του περιβάλλοντος στην Κεντρική Μακεδονία. Το ΠΕΠ Κεντρικής Μακεδονίας είναι ένα από τα 13 Περιφερειακά Προγράμματα που υλοποιούνται σήμερα στην Ελλάδα, εντάσσεται στο Γ’ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης, έχει συνολικό προϋπολογισμό που ξεπερνά το 1,5 δισ. Ευρώ και χρηματοδοτείται στο μεγαλύτερο μέρος του από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Βασικός στόχος του ΠΕΠ Κεντρικής Μακεδονίας είναι η επίτευξη διαρκούς και ισόρροπης ανάπτυξης, η προώθηση της κοινωνικής και οικονομικής συνοχής με τις περιφέρειες των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η βελτίωση της ποιότητας ζωής και της καθημερινότητας των πολιτών. » Το Περιφερειακό Επιχειρησιακό Πρόγραμμα (ΠΕΠ) Κεντρικής Μακεδονίας 2000-2006 (Γ΄ΚΠΣ), όπως είχε παρουσιασθεί το 2001 στην 1η Επιτροπή Παρακολούθησης της Γεν Γραμμ. Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας Η αναπτυξιακή στρατηγική για την περίοδο 2000-2006, έχοντας συνκτιμήσει τα ισχυρά συγκριτικά πλεονεκτήματα καθώς και τις αδυναμίες και τα προβλήματα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας επιδιώκει την επίτευξη των παρακάτω στόχων : - Την αξιοποίηση της σημαντικής θέσης της Θεσσαλονίκης – στη βαλκανική , την ΕΕ, την παραευξείνια ζώνη και τον θαλάσσιο ορίζοντα – και τις συγκυρίες που διαμορφώνουν οι νέες τεχνολογικές , πολιτικές , οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στη περιοχή. - Την ενίσχυση των υφιστάμενων υποδομών και την δημιουργία εκείνων των κοινωνικών υποδομών που πο υπόσχονται ισόρροπη ανάπτυξη κ.λπ…. - Την εφαρμογή διορθωτικών κινήσεων για το Περιβάλλον Έτσι οι τρεις στρατηγικοί στόχοι του ΠΕΠ αναλύονται στους έξη πιο κάτω άξονες προτεραιότητας με πρώτο την ανάδειξη της Θεσσαλονίκης σε κέντρο προώθησης καινοτομίας και επιχειρηματικότητας.: 1. Ανάδειξη Μητροπολιτικού ρόλου Θεσσαλονίκης , ύψους 136,7 δις 2. Προστασία ανάδειξης του Περιβάλλοντος, ύψους 43,6 δις. Σε αυτό περιλαμβάνεται και η προστασία του Αγίου Όρους 3. Μείωση ενδοπεριφερειακών Ανισοτήτων, ύψους 177,6 δις 4. Αγροτική Ανάπτυξη, ύψους 81,8 δις 5. Μείωση ανεργίας και παροχή ίσων ευκαιριών, ύψους 24,4 δις 6. Ανάπτυξη ορεινού όγκου, ύψους 28,0 δις. Στα κείμενα παρουσίασης του ΠΕΠ γίνεται αόριστα αναφορά για « τις θετικές δράσεις του Β΄ Κ.Π.Σ. »…. Ενώ καταγράφεται σαφώς ότι: Οι ενδοπεριφερειακές ανισότητες όχι μόνο παραμένουν αλλά αυξήθηκαν ελαφρώς, άρα χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής (οικονομικοί πόροι των νομών, υποδομές). Η ανεργία αυξήθηκε κυρίως σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες και επιβάλλει την επιλογή δράσεων για νέες θέσεις απασχόλησης. Παρόλα αυτά και εδώ κυρίαρχος στόχος παραμένει : «Πώς θα διαμορφωθεί η Περ. Κ.Μ. σε μια οικονομική κοινωνική δομή, ανταγωνιστική! Α. Επίπεδο Υπηρεσιών. Πρέπει να ομολογήσουμε ότι η εμπειρία και η οργάνωση του στελεχικού δυναμικού των Περιφερειακών και Τοπικών Υπηρεσιών, που τροφοδότησαν και την Γεν. Γραμματεία Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας , όπως και των φορέων και λοιπών κοινωνικών εταίρων της περιοχής, είναι ικανοποιητική και θα μπορούσε κατά τον καλύτερο τρόπο ν’ αντεπεξέλθει στα μεγέθη και τις πρόσθετες απαιτήσεις του Γ΄ Κ.Π.Σ. Εν τούτοις εμφανίζει σήμερα αδυναμίες και ελλείψεις κύρια λόγω της μη συμπληρωματικής τους στελέχωσης και εξειδίκευσης, λόγω της ελλιπούς οργάνωσης με την αποδυνάμωση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης. Παράλληλα η συνολική πορεία του Γ΄ Κ.Π.Σ. και ο συγκεντρωτικός τρόπος διαχείρισης θα επηρεάζουν συνεχώς την αποτελεσματικότητα και απόδοση του δυναμικού αυτού, και εντέλει θα επηρεάσουν αρνητικά το ΠΕΠ Κεντρικής Μακεδονίας. Β. Όργανα λήψης αποφάσεων. Περιφερειακό Συμβούλιο. Ο ρόλος του και η φάση στην οποία παρεμβαίνει δεν έχει αποσαφηνισθεί ακόμη. Δεν γίνεται καμία αναφορά ούτε στον πρόσφατο νόμο για τα όργανα διαχείρισης ούτε στο διάγραμμα ροής ενεργειών. Επιτροπή Παρακολούθησης του ΠΕΠ. -Πολυπληθής εκπροσώπηση (με θετικά και αρνητικά) -Ανά εξάμηνο Συνεδρίαση και έκτακτη με πλειοψηφία των μελών και αν ο Πρόεδρός της συμφωνήσει. -Ασάφεια ως προς τις αποφασιστικές αρμοδιότητες. -Επικύρωση των κατά πλειοψηφία αποφάσεών της μόνο αν αυτές είναι σύμφωνες με την γνώμη του Γενικού Γραμματέα. Διαχειριστική Αρχή του ΠΕΠ. Έχει τη συνολική ευθύνη του προγραμματισμού και της εφαρμογής του Γ΄ ΚΠΣ. Διαχειρίζεται το ολοκληρωμένο Πληροφοριακό σύστημα (ΟΠΣ) επεξεργάζεται και προτείνει αλλαγές του ΠΕΠ στην Επιτροπή Παρακολούθησης και ύστερα από έγκριση υποβάλλει τις εκθέσεις στη Διαχειριστική Αρχή του Κ.Π.Σ. Σε όλα τα όργανα Πρόεδρος ο Γενικός Γραμματέας Περιφέρειας διορισμένος από την Κυβέρνηση. Γ. Πόροι Εμφανίστηκαν αυξημένοι σε σχέση με το Β΄ ΚΠΣ . Στην πραγματικότητα όμως οι πόροι αυτοί δεν είναι αυξημένοι διότι: Το πρόγραμμα έχει μεγαλύτερη χρονική διάρκεια και κατά ένα ποσοστό 20 – 25% είναι δεσμευμένοι για έργα εθνικού χαρακτήρα (Εγνατία Οδός – ΟΣΕ). Δεν αμφισβητήσαμε ποτέ την αναγκαιότητα ολοκλήρωσης αυτών των έργων, αλλά όπως γνωρίζουμε όλοι για τα έργα αυτά μας διαβεβαίωναν ότι είχαν δεσμευτεί επαρκείς πόροι από το Β΄ ΚΠΣ. Και τώρα στο τέλος της Γ΄ προγραμματικής περιόδου Δ. Επιγραμματικά για την κατάσταση στην Περιφέρεια Βασικές Υποδομές: (α) Διευρωπαϊκά δίκτυα: Εγνατία – Οδός η καθυστέρησή της, εντείνει το πρόβλημα σύνδεσης της Θεσσαλονίκης με Τουρκία και με Ηγουμενίτσα. ΠΑΘΕ: Η καθυστέρηση στην ολοκλήρωσή του εντείνει το πρόβλημα της σύνδεσης με Αθήνα και κάνει επιτακτική την ανάγκη ολοκλήρωσης του Σιδηροδρομικού δικτύου. (β) Λιμάνι: Σημαντική αδυναμία η σύνδεσή του με ΟΣΕ και με τα δίκτυα των χερσαίων μεταφορών. Τα αντίστοιχα έργα ή καρκινοβατούν ή εγκαταλείφθηκαν. (γ) Αεροδρόμιο. Υστερεί σημαντικά σε χώρους στάθμευσης αεροπλάνων, αίθουσες επιβατών, τεχνολογικό εξοπλισμό κλπ. (δ) Σιδηροδρομικός σταθμός και δίκτυο. Καθυστερεί ανεπίτρεπτα η σύγχρονη διπλή σιδηροδρομική γραμμή Αθήνας – Θεσσαλονίκης. (ε) Ενδοπεριφερειακό οδικό δίκτυο: Ανεπαρκές (στ) Θεσσαλονίκη. Σοβαρότατο κυκλοφορικό πρόβλημα. Υγεία – Πρόνοια Χαμηλό επίπεδο δεικτών με εξαίρεση τη Θεσσαλονίκη, όπου όμως είναι μη ικανοποιητική η ποιότητα παροχής υπηρεσιών, μεγάλη η έλλειψη νοσηλευτικού προσωπικού κλπ. Εκπαίδευση Μεγάλη υστέρηση στα ποσοστά των σχολείων (Δημοτικά, Λύκεια, Γυμνάσια) που λειτουργούν μόνο πρωί. Απαράδεκτη η κατάσταση στη Θεσσαλονίκη. Ήδη το 65% του Νομαρχιακού προγράμματος θα διατεθεί για τη Σχολική Στέγη, σε βάρος του Αναπτυξιακού μέρους του Προγράμματος του Νομού και ιδιαίτερα αυτού της υπαίθρου. Φυσικό και Ανθρωπογενές Περιβάλλον -Σοβαρή υποβάθμιση των οικοσυστημάτων (λίμνη Κορώνιας, Δέλτα Αξιού κλπ) -Επιβάρυνση των επιφανειακών και υπόγειων νερών. -Αδυναμία ελέγχου χωροθέτησης εγκαταστάσεων και δραστηριοτήτων ελέγχου περιβαλλοντικών επιπτώσεων α) Π.Σ.Θ. β) Χαλκιδική – Πιερία. -Υπέρμετρη εκμετάλλευση των παράκτιων τουριστικών πόρων. Ενδοπεριφερεικές ανισότητες. Είναι έντονες και επιπλέον παρατηρείται μια περαιτέρω μικρή αύξηση αυτών. Εκπέμπεται SOS, για την αποδυνάμωση των Τοπικών Φορέων στο σχεδιασμό και την υλοποίηση και ιδιαίτερα της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης και για το μικρό ποσοστό των πόρων σε αυτήν. Ορεινός Όγκος. Καταλαμβάνει σε έκταση το 22% της Περιφέρειας ενώ ο πληθυσμός είναι μόλις το 4,6% αυτής. Αγροτικός Τομέας. Μεγάλη εξάρτηση από έντονα επιδοτούμενες καλλιέργειες, έλλειψη αγροτικής πολιτικής και καθοδήγησης των αγροτών. Εγγειοδιαρθρωτικό πρόβλημα, μη ορθολογική διαχείριση των υδάτινων πόρων. Ενδοπεριφερειακή ανισότητα και ύπαρξη ορεινών και μειονοτικών περιοχών με αναπτυξιακή καθυστέρηση. Οι ενδοπεριφερειακές ανισότητες όχι μόνο παραμένουν αλλά αυξήθηκαν , άρα χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής (οικονομικοί πόροι των νομών, υποδομές). Απασχόληση Η ανεργία αυξήθηκε κυρίως σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες και επιβάλλει την επιλογή δράσεων για νέες θέσεις απασχόλησης. Ραγδαία αποβιομηχάνιση, από οριστικό κλείσιμο επιχειρήσεων ή μεταφοράς τους στις γειτονικές χώρες Η ανεργία απασχολεί το 80% περίπου των κατοίκων της Βόρειας Ελλάδας, αποτελεί των μόνιμο εφιάλτη τους
 

Ομιλία στην εκδήλωση για την ημέρα της γυναίκας της Νομαρχίας Στυλίδας με θέμα :Η Συμμετοχή των γυναικών στην πολιτική διευρύνει τη Δημοκρατία και ενισχύει τον κοινωνικό έλεγχο

E-mail Εκτύπωση PDF
Τα τελευταία χρόνια έχουμε μιλήσει αρκετά για την ανάγκη ίσης συμμετοχής γυναικών ανδρών στα κέντρα λήψεως αποφάσεων. Η ισότιμη και εναλλακτική συμμετοχή των γυναικών σε όλα τα κέντρα αποφάσεων, σε όλες τις διεργασίες του κοινωνικού και πολιτικού βίου, είναι από τις βασικότερες αρχές και προϋποθέσεις για μία δίκαιη και με ποιότητα δημοκρατίας κοινωνία. Η ισότητα των ευκαιριών και για τις γυναίκες είναι πολύτιμο συλλογικό αγαθό και αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα, συνυφασμένο πάντοτε με την εξέλιξη του πολιτισμού. Το γυναικείο κίνημα δεν διεκδικεί απλώς κατανόηση και ευαισθησία, επιζητεί να αλλάξει τις δομές και τις ποιότητες στο δημόσιο βίο. Ο αγώνας για: ίση συμμετοχή των γυναικών στα κέντρα λήψης των αποφάσεων ίσες ευκαιρίες στην απασχόληση, μόρφωση, ειδίκευση, επανειδίκευση καταπολέμηση της ανεργίας και της περιθωριοποίησης των γυναικών καταπολέμηση της βίας εις βάρος των γυναικών, που αποτελεί μηχανισμό κοινωνικού ελέγχου έχει μεγάλη πολιτική σημασία, αφού η ισότητα των φύλων: διευρύνει τη δημοκρατία εκπολιτίζει την πολιτική απελευθερώνει τις δυνατότητες των γυναικών αποτελεί προϋπόθεση της βιώσιμης ανάπτυξης. Ο 20ος αιώνας χαρακτηρίσθηκε ως ο αιώνας της ισότητας των φύλων. Ως γνωστόν οι γυναίκες απέκτησαν πολιτικά δικαιώματα, η ισότητα αναγνωρίσθηκε ως συνταγματική αρχή, ο ΟΗΕ και οι άλλοι διεθνείς οργανισμοί ασχολήθηκαν σοβαρά με την εφαρμογή της ισότητας στην πράξη. Οι Ελληνίδες απέκτησαν πολιτικά δικαιώματα ( δικαίωμα εκλέγειν και εκλέγεσθαι) το 1952. Πενήντα τρία χρόνια λοιπόν και οι Ελληνίδες αγωνίζονται ακόμη για το δικαίωμα στη συμμετοχή τους σε όλους τους τομείς και τις βαθμίδες της δημόσιας ζωής. Η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει την μικρότερη συμμετοχή γυναικών στη Βουλή, μεταξύ των κρατών-μελών της Ε.Ε. Έχουμε χαρακτηρίσει την υποαντιπροσώπευση των γυναικών στους θεσμούς και στα όργανα της δημοκρατίας, ως ιδιόμορφο δημοκρατικό έλλειμμα , ως δυσμορφία της πολιτικής , της δημόσιας ζωής. Στο αίτημα της συμμετοχής των γυναικών στα κέντρα λήψης των αποφάσεων, στην Αυτοδιοίκηση και βέβαια στο Κοινοβούλιο, συμπυκνώνεται το σύνολο των ιστορικών ανισοτήτων που υπάρχουν ακόμη. Γιαυτό και σήμερα στην αρχή του 21ου η συμμετοχή των γυναικών στα κέντρα των αποφάσεων θεωρείται βασικός δείκτης για τη θέση των γυναικών στην κοινωνία. Δυστυχώς, τα ΜΜΕ δεν διαχέουν στην κοινωνία τα σύγχρονα μηνύματα της ισότητας των φύλων, Οι δραστηριότητες του φεμινιστικού κινήματος απουσιάζουν. Οι πρωτοβουλίες του επίσης. Τα αληθινά προβλήματα των γυναικών έχουν αποσιωπηθεί.. Ο ρόλος των γυναικών πολιτικών-μελών του Κοινοβουλίου και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του απασχολεί σοβαρά τους γυναικείους φορείς και τις γυναίκες. Πολλοί απαντούν ότι δεν έχει απονεμηθεί στις γυναίκες ιδιαίτερος ρόλος. Μια δεύτερη συχνή απάντηση είναι ότι έχουν ιδιαίτερο ρόλο οι γυναίκες στο βαθμό που θα πρέπει να λειτουργούν ως εκπρόσωποι του φύλου τους και να προωθούν τα ιδιαίτερα αιτήματα των γυναικών. Η δική μας απάντηση είναι ότι οι γυναίκες πολιτικοί αναπτύσσουν δραστηριότητα εφ΄όλης της πολιτικής ύλης, γιατί τα προβλήματα στον κόσμο είναι πολλά, χωρίς όμως να παραλείπουν να τη συνδέουν με τις ανάγκες και τις προτεραιότητες των γυναικών ως κοινωνικό φύλο. Είναι φανερό ότι η συμμετοχή των γυναικών στην πολιτική πρέπει να συνοδευτεί με στόχους και πολιτικές που έχουν ανάγκη σήμερα οι πολίτες. Έτσι θα δικαιωθεί, έτσι θα αποκτήσει δύναμη και κύρος. Χρειάζεται άλλη ηθική ποιότητα στην πολιτική και οι γυναίκες την έχουν και οφείλουν να την εκφράσουν υπηρετώντας έτσι το φύλο τους και την κοινωνία. Το αίτημα επομένως για ισόρροπη συμμετοχή των φύλων-στα κέντρα λήψης των πολιτικών αποφάσεων συνδέεται με την ανανέωση της πολιτικής. Ανανέωση που νοείται όχι μόνο ως διεύρυνση της αντιπροσωπευτικότητας, αλλά και ως εμπλουτισμός του περιεχομένου της πολιτικής, που πρέπει να έρθει κοντά στις καθημερινές ανάγκες των πολιτών, που δυστυχώς οι ανάγκες αυτές γίνονται όλο και πιο πολλές , όλο και πιο σύνθετες. Όπως ξέρετε, το κόμμα μας έχει μια ιστορία πάνω στα θέματα της παρέμβασης στα γυναικεία ζητήματα, και αυτά που απορρέουν από τις ταξικές και κοινωνικοοικονομικές ανισότητες και αυτά που απορρέουν από τη σχέση ανάμεσα στα δύο φύλα. Θεωρούσαμε και θεωρούμε τον αγώνα για την κοινωνική απελευθέρωση των γυναικών αναπόσπαστο τμήμα των δημοκρατικών αγώνων για την κοινωνική αλλαγή, για έναν άλλο κόσμο που πιστεύουμε ότι είναι εφικτός. Αγωνιζόμαστε για την αυτοοργάνωση των γυναικών και τις συλλογικότητές τους. Στηριζόμαστε στις σοβαρές φεμινιστικές επεξεργασίες που έχουν γίνει για τα θέματα της ισότητας, τα θέματα της συμμετοχής των γυναικών στους θεσμούς, για τα κοινωνικά δικαιώματα, για την εξάλειψη της φτώχειας, την εξάλειψη της κοινωνικής περιθωριοποίησης. Το καταστάλαγμα είναι ότι καμία κοινωνική ομάδα δεν μπορεί να απελευθερωθεί και να διεκδικήσει τα δίκαια αιτήματά της αν η ίδια δεν αυτοοργανωθεί. Κι’ αυτό πρέπει να είναι ένα από τα ζητήματα που θα να μας προβληματίσουν. Με τους αγώνες τους, οι γυναίκες επέβαλαν, σε άλλες χώρες περισσότερο, σε άλλες χώρες λιγότερο, το σύστημα των ποσοστώσεων προκειμένου να διορθωθεί γρήγορα μια τεράστια ανισορροπία στην αντιπροσώπευση των φύλων στα κέντρα αποφάσεων. Ο ΣΥΝ από την ίδρυσή του έσπευσε να υιοθετήσει αυτό το μέτρο. Είναι ένα πολύ σημαντικό βήμα, κανείς δεν πρέπει να το υποτιμήσει, το να αντιπροσωπεύονται δηλαδή οι γυναίκες στη Βουλή, στα Υπουργεία, στη διοίκηση των συνδικάτων. Αλλά αυτό δεν είναι αρκετό. Το ζήτημα δεν είναι να υπάρχουν «χαλίφισες» στη θέση του «χαλίφη», οι οποίες θα λειτουργούν με τα ίδια στερεότυπα και με τις ίδιες αντιλήψεις ενός προτύπου το οποίο έχει διαμορφωθεί μέσα από μια ανδροκρατική κοινωνία, το οποίο βλέπει, ειδικά σήμερα, στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού και της παγκοσμιοποίησης, την παρουσία στην κοινωνία, σαν μια παλαίστρα, όπου ανταγωνίζονται μέχρι τελικής πτώσης οι διάφορες πλευρές, οι διάφορες αντιμαχόμενες δυνάμεις. Η ανάδειξη στα κέντρα αποφάσεων είναι σημαντικό βήμα, αλλά το δεύτερο βήμα θα πρέπει να είναι οι γυναίκες εκεί να λειτουργούν ως «Αντιγόνες» και όχι ως «Κραίοντες». Να αναδεικνύουν αυτό το πρότυπο, το γυναικείο, της αλληλεγγύης, της τροφού, της προστασίας, της συλλογικότητας, σε αντίθεση με αυτό το πρότυπο το οποίο βλέπουμε να κυριαρχεί στις σημερινές συνθήκες, το πρότυπο της μοναχικότητας, του ατομισμού, του ανταγωνισμού, της εξόντωσης του άλλου. Γιατί μπορεί η έλευση του νέου αιώνα και της νέας χιλιετίας να συνοδεύτηκε από μεγάλες προσδοκίες και να χαιρετίστηκε ως η αρχή μιας νέας ιστορικής περιόδου βιώσιμης ανάπτυξης, δημοκρατίας και ισότητας. Η πραγματικότητα όμως δεν επιβεβαιώνει τις προσδοκίες. Έντονοι είναι οι προβληματισμοί για τις επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης στη γυναίκα , με πρώτο κύριο ερώτημα αν με τον τρόπο που προωθείται η παγκοσμιοποίηση, η ισότητα των φύλων προάγεται στην πράξη. Ο τρόπος όμως που προωθείται σήμερα η «παγκοσμιοποίηση», η απελευθέρωση των αγορών, η τάση για άρση κάθε καθεστώτος προστασίας, ο σκληρός και ανελέητος ανταγωνισμός, η επικράτηση της ιδεολογίας της αγοράς επάνω στην κοινωνία και τους θεσμούς πολιτικής ρύθμισης, καθιστά τον αγώνα των γυναικών για την ισότιμη και ουσιαστική συμμετοχή τους στην πολιτική και στα κέντρα λήψης των αποφάσεων, εξίσου δύσκολο με αυτόν για την θεσμική κατοχύρωση της ισότητας . Δυστυχώς, η παγκοσμιοποίηση του κεφαλαίου και του εμπορίου δεν συνοδεύεται από την παγκοσμιοποίηση των δικαιωμάτων. Όσο περισσότερο η οικονομία μιας χώρας συνδέεται με τη διεθνή αγορά, τόσο παρατηρείται μείωση των κρατικών οικονομικών παροχών και των δαπανών του κοινωνικού τομέα, που είναι άρρηκτα δεμένος με την ισότητα. Τα παραπάνω αποτελούν εκτίμηση του ΟΗΕ κατά τη διαδικασία του «Πεκίνο ’95», της αξιολόγησης δηλαδή της πορείας εφαρμογής των αποφάσεων της Τετάρτης Παγκόσμιας Διάσκεψης του ΟΗΕ για τις Γυναίκες στο Πεκίνο. Η ιδιωτικοποίηση που προωθείται άκριτα στους κρίσιμους για το φύλο τομείς υγείας, παιδείας και κοινωνικής ασφάλισης, θέτει εμπόδια στην ουσιαστική ισότητα. Η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων και της αγοράς εργασίας αναστατώνει τη ζωή των νοικοκυριών, εισάγει την ανασφάλεια στη ζωή των ζευγαριών. Πολύ περισσότερο όταν στη χώρα μας ο εργασιακός χώρος για το γυναικείο πληθυσμό γίνεται όλο και πιο δυσπρόσιτος, πιο στενός και ο κοινωνικός πιο δυσμενής σε σχέση με τους πολλούς και αντιφατικούς της ρόλους της γυναίκας , εργαζόμενη μέχρι και 12 ώρες την ημέρα, μητέρα και σύζυγος 24 ώρες, πολλές και δύσκολες εργασίες για τις οποίες δεν πληρώνεται. Όταν με θλίψη και αγανάκτηση διαπιστώνουμε λοιπόν ότι η ανεργία χτυπά τους νέους και τις γυναίκες περισσότερο από κάθε άλλη κοινωνική ομάδα στη χώρα μας, και μάλιστα χωρίς την ελάχιστη ουσιαστική στήριξη από την πολιτεία. Η Ελληνίδα σήμερα πέραν της ανισότιμης αντιμετώπισή της από την πολιτεία πλήττεται και από την ψήφιση αντεργατικών νόμων, που : Πλήττουν το σταθερό ημερήσιο χρόνο εργασίας, εφαρμόζουν και επεκτείνουν το μοντέλο της μερικής απασχόλησης, αυξάνουν το όριο της συνταξιοδότησης και μειώνουν την ασφαλιστική εισφορά των εργοδοτών. Αυτή τη στιγμή, σε παγκόσμιο, ευρωπαϊκό, αλλά και σε εθνικό επίπεδο, γίνεται μια αντεπανάσταση απέναντι στα δικαιώματα των γυναικών, στα ήδη κεκτημένα γυναικεία δικαιώματα. Υπάρχει η επίθεση η οποία γίνεται στην εργατική οικογένεια, το βάρος της οποίας πέφτει πρώτα και κύρια στις γυναίκες. Έχουμε απελευθέρωση του ωραρίου των καταστημάτων, έχουμε απελευθέρωση των υπερωριών και των ωρών υπερεργασίας, όταν έχουμε το διευθυντικό δικαίωμα, με το οποίο μπορεί το οποιοδήποτε διευθυντικό στέλεχος ή εργοδότης να καθορίζει το πότε, ποιες μέρες, ποιους μήνες, πόσες ώρες θα δουλέψει η γυναίκα, αλλά και ο άντρας, μέσα στο εργοστάσιο και πότε θα είναι στο σπίτι. Ουσιαστικά, έχουμε μια υπονόμευση της εργατικής οικογένειας, για την επιβίωση της οποίας και σε ό,τι αφορά τα παιδιά, σε μεγάλο βαθμό, η ευθύνη ανήκει στη γυναίκα, η οποία δεν μπορεί να ανταποκριθεί, μαζί με το σύζυγο, βέβαια, στα δικαιώματά της. Σε αυτήν την επίθεση πρέπει να αντισταθούμε. Σε αυτό το περιβάλλον ο αγώνας και η δράση της γυναίκας πολιτικού και ιδιαίτερα όταν προέρχεται από το χώρο της Αριστεράς, γίνεται ακόμη πιο δύσκολος , είναι όμως όσο ποτέ απαραίτητος και αποτελεί στοίχημα ζωής . ΣΤΥΛΙΔΑ , 8 ΜΑΡΤΗ 2006 ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΑΣ. ΞΗΡΟΤΥΡΗ- ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΑΡΗ ΓΙΑ ΤΟ Trafficking=Εμπορία προσώπων για σεξουαλικη εκμετάλλευση Τι κρύβεται πίσω από τον όρο trafficking ; Κρύβονται ιστορίες βασανιστηρίων, εξαθλίωσης, ταπείνωσης χιλιάδων γυναικών Τον Δεκέμβριο του 2000, στο Πρωτόκολλο των Ηνωμένων Εθνών Ενάντια στην παράνομη Διακίνηση Ανθρώπων-ιδιαίτερα Γυναικών και Παιδιών, υιοθετήθηκε ο πιο κάτω ορισμός ο οποίος συμπλήρωσε τη Σύμβαση του ΟΗΕ Ενάντια στο Διεθνές Οργανωμένο Εγκλημα. Ετσι, λοιπόν,το Trafficking είναι: Η Παράνομη διακίνηση γυναικών και παιδιών, στρατολόγηση, μεταφορά, μετακίνηση, παραλαβή ή αποστολή με χρήση απειλής , βίας ή άλλες μορφές εξαναγκασμού, απαγωγής, εξαπάτησης, κατάχρησης εξουσίας της ευάλωτης θέσης ατόμων και ή λήψη χρημάτων από τα διακινούμενα πρόσωπα, με σκοπό την σεξουαλική εκμετάλλευση ή την εκπόρνευση τους, καθώς επίσης για δουλεία ή παρεμφερείς πρακτικές ή για αφαίρεση οργάνων. Στις προτεραιότητες του διεθνούς φεμινιστικού κινήματος η εμπορία γυναικών είναι πλέον μεταξύ των προτεραιοτήτων πάλης. Ο ΟΗΕ και άλλες διεθνείς οργανώσεις χαρακτηρίζουν το φαινόμενο ως εστία του καλά οργανωμένου εγκλήματος. Η εγκληματική αυτή δραστηριότητα υπήρχε πάντα. Τώρα όμως, στις συνθήκες της παγκοσμιοποιημένης αγοράς και της αγοραίας εμπορευματοποίησης των πάντων, προσέλαβε μαζικές διαστάσεις. Τέσσερα εκατομμύρια περίπου γυναίκες -σύμφωνα με τα στοιχεία του OHE- αλλά και παιδιά είναι τα θύματα εμπορίας κάθε χρόνο. Η πορνεία, ο σεξουαλικός τουρισμός, η παιδική πορνογραφία έχουν φθάσει σε εξαιρετικά ανησυχητικά επίπεδα στην Ευρώπη και σε όλο σχεδόν τον πλανήτη. Κάπως λιγότερο στην χώρα μας, σύμφωνα με μελέτη του Ιδρύματος Scelles. Σύμφωνα με τον ΟΗΕ, ο τζίρος σε παγκόσμιο επίπεδο από την εμπορία γυναικών ανέρχεται σε 7.τρισεκατομμύρια δολλάρια ετησίως. Στην Ελλάδα, σύμφωνα- με τις έρευνες του Γρ. Λάζου-τα κέρδη που απέφεραν τα «κορίτσια» του trafficking σε κάποιους εμπόρους είναι 920-940 εκατομμύρια ευρω ετησίως.(2001-2002) Ο δε επίσημος αριθμός αυτών των γυναικών είναι 17.000. Αυτές αγοράζονται και πωλούνται και ξαναπωλούνται μέχρις ότου καταντήσουν ανθρώπινα ράκη και ύστερα πετιούνται.. Σήμερα, εκτιμάται ότι ο αριθμός των γυναικών που εκπορνεύεται αναγκαστικά, είναι στις 6.000 (πως μειώθηκε είναι απορίας άξιο). Ο αριθμός αυτός δεν είναι ένα στατιστικό νούμερο, αλλά είναι ένα εμπόρευμα που συνεχώς ανανεώνεται με «νέο εμπόρευμα».. Οι γυναίκες που διακινούνται ως εμπόρευμα για σεξουαλική εκμετάλλευση, δεν έχουν νομική υπόσταση και οδηγούνται μέσα από απειλές και πολύμορφη βία σε καθεστώς άκρας εξάρτησης από τους εμπόρους-εκμεταλλευτές τους. Στερούνται κάθε στοιχειώδους ανθρώπινου δικαιώματος. Αποτελεί, μία από τις ειδεχθέστερες μορφές βίας και ανθρώπινης δουλείας. Ποιες οι βασικές αιτίες αυτής της σύγχρονης μορφής δουλεία; Οι αιτίες σύμφωνα με όλες τις εκτιμήσεις είναι η φτώχεια, η ανεργία και παλιότερα η άγνοια στις χώρες προέλευσης, έχουν κυρίαρχο μερίδιο στους παράγοντες του φαινομένου. Επίσης η οικονομική κρίση, οι αποτυχημένες οικονομικές αλλαγές στην αγορά εργασίας-οι ιδιωτικοποιήσεις και η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, η διαφθορά, σπρώχνουν εκατομμύρια γυναίκες στο κοινωνικό περιθώριο και στην απόγνωση. Επίσης με την συνεχή κίνηση του κεφαλαίου μεταξύ των χωρών και το ελεύθερο εμπόριο, τα νομικά εμπόδια διαβρώνονται, η πορνεία γίνεται νόμιμη. Ολο και περισσότερο προωθείται η ιδεολογία της «ελεύθερης επιλογής» της πορνείας και η αντίληψη, ότι η πορνεία είναι εργασία (sex-workers). «Για παράδειγμα, από τις 9 Ιουνίου-9 Ιουλίου 2006, 12 γερμανικές πόλεις πρόκειται να υποδεχθούν το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου. Αναμένονται περί τα 36 εκατομμύρια θεατές-στην πλειοψηφία τους άνδρες και υπολογίζεται στις 40.000 ο αριθμός εισαγομένων στη Γερμανία γυναικών από την κεντρική και ανατολική Ευρώπη για την «σεξουαλική εξυπηρέτησή τους». Η Γερμανία νομιμοποίησε τη σωματεμπορία και τη βιομηχανία του σεξ το 2002. Όμως, «το σώμα αξία δεν είναι εμπόρευμα για πούλημα». Γνωρίζουμε, ότι αυτή η δραστηριότητα, της βιομηχανίας του σεξ αποφέρει τρομακτικά κέρδη και δεν είναι καθόλου εύκολο να περιοριστεί. Όταν, μάλιστα, διαπλέκεται με άλλες χρυσοφόρες δραστηριότητες, όπως το εμπόριο ναρκωτικών και όπλων. Οι συνθήκες διαβίωσης των γυναικών-θυμάτων αγγίζει τα όρια της πλήρους εξαθλίωσης. Χάνουν την αίσθηση του χώρου και του χρόνου. Δεν γνωρίζουν που βρίσκονται και ποια μέρα είναι. Η βία που ασκείται σε αυτές, είναι βιασμοί, ξυλοδαρμοί, απομόνωση, βασανιστήρια κ.α. οδήγησαν μερικές από αυτές μέχρι την αυτοκτονία. Η εποχή της απόλυτης βαρβαρότητας μετριάστηκε. Οι προαγωγοί βρήκαν πιο σύγχρονες τεχνικές, τις ψυχολογικές για να κρατάνε τα θύματά τους σκλαβωμένα. Τους λένε πως θα σκοτώσουν τα παιδιά ή μέλη από τις οικογένειές τους ή τις ίδιες. Αυτές τις νέες τεχνικές πολλές ΜΚΟ και κρατικοί φορείς τις αποκαλούν ειρωνικά “happy trafficking”. (Λάζος 2006). Από όλα αυτά προκύπτει, ότι όλες οι πράξεις που σχετίζονται με την εμπορία προσώπων για σεξουαλική εκμετάλλευση, αποτελούν κατάφωρη παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων και εγκλήματα κατά της προσωπικής ελευθερίας. Επίσης , βαριές σωματικές βλάβες των γυναικών αυτών, που είναι συνέπεια των βάρβαρων και απάνθρωπων συνθηκών της καταναγκαστικής εκπόρνευσης τους, συνιστούν παραβίαση των αναπαραγωγικών δικαιωμάτων τους. Δικαιώματα που έχουν κατοχυρωθεί από διεθνείς συμβάσεις, τις οποίες έχει υπογράψει και η Ελλάδα. Τι γίνεται με το νομοθετικό πλαίσιο Η αντιμετώπιση της βιομηχανίας του σεξ έχει απασχολήσει κατά καιρούς την Επιτροπή Δικαιωμάτων των Γυναικών στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Συμμετέχουν ευρωβουλευτές, εμπειρογνώμονες και εκπρόσωποι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Όμως η αντιμετώπιση του θέματος από τα κράτη-μέλη δεν είναι η δέουσα, όπως θα περίμενε κάποιος .Για παράδειγμα στην Ολλανδία το 5% των εσόδων του κράτους προέρχεται από την πορνογραφικη βιομηχανία Παρατηρούμε λοιπόν ότι δεν υπάρχει κοινή ευρωπαίκή πολιτική για την αντιμετώπιση του φαινομένου σε όλο του το εύρος. Μπορεί σε εθνικό επίπεδο να έχουμε τον νόμο 3064/2002, αλλά αντιμετωπίζει το φαινόμενο της διεθνούς σωματεμπορίας όχι ως παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά ως έγκλημα παράνομης διακίνησης πληθυσμών και χρησιμοποιεί κατασταλτικά αντί για προστατευτικά μέτρα υπέρ των θυμάτων. Οφείλουμε να πούμε ότι: · Η έλλειψη ουσιαστικής μεταναστευτικής πολιτικής στην χώρα μας, αποτελεί πρόσφορο έδαφος για την διακίνηση, εκμετάλλευση των γυναικών θυμάτων της διεθνικής σωματεμπορίας. · Δεν διαθέτουμε πόρους για υποδομές και περίθαλψη των θυμάτων αλλά ούτε και πολιτική βούληση για σοβαρή ενασχόληση με αυτό το τεράστιο κοινωνικό πρόβλημα. · Ο ισχύον νόμος δεν εφαρμόζεται, ως όφειλε να εφαρμοστεί και γι αυτό δεν βλέπουμε καταδίκες των εμπόρων διακινητών · Πρέπει να ασκηθεί οργανωμένη πίεση, για την κατάργηση της πορνογραφίας και ιδιαίτερα της παιδικής · Να υιοθετηθούν νομικά εργαλεία, ώστε οι έμποροι των σεξουαλικών ταξιδιών να τιμωρούνται και στον τόπο όπου το έγκλημα γίνεται, όσο και στον τόπο διαμονής του · Σοβαρά σχεδιασμένη μεταναστευτική πολιτική και ελεύθερη μετακίνηση των μεταναστριών/ων ως πολίτες στις χώρες της ΕΕ · Συνεργασία σε όλα τα επίπεδα μεταξύ των χωρών προέλευσης, τράνζιτ και προορισμού.
 

Χαιρετισμός στην Ημερίδα του ΓΕΩΤΕΕ με θέμα: «Νέα ΚΑΠ: Επιτώσεις - Προοπτικές»

E-mail Εκτύπωση PDF
Φίλες και Φίλοι Ευχαριστώ για την ευκαιρία που μου δίνετε να είμαι μαζί σας και να πιστοποιήσουμε το κοινό μας ενδιαφέρον για το παρόν αλλά και το μέλλον της ελληνικής γεωργίας. Ο αγροτικός τομέας βρίσκεται εδώ και πολλά χρόνια σε αδιέξοδο. Κύρια χαρακτηριστικά το χαμηλό γεωργικό εισόδημα (το 50% του μέσου κοινοτικού) και οι πολλαπλές δυσκολίες προσαρμογής του. Συνέπεια αυτού η σταδιακή εγκατάλειψη της γεωργικής παραγωγής. Υποστηρίζουμε ότι δεν είναι δικαιολογημένη και αναπόφευκτη αυτή η εξέλιξη. Χρειάζεται να παρέμβουμε για να αποτρέψουμε τη βίαιη μείωση του ενεργού αγροτικού πληθυσμού, την ερήμωση της υπαίθρου, την ανισόρροπη ανάπτυξη υπέρ των μεγάλων αστικών κέντρων, την περιβαλλοντική υποβάθμιση, την καταδίκη των φτωχών περιοχών (ορεινών και προβληματικών) της χώρας. Το ερώτημα λοιπόν που προκύπτει είναι αν και κατά πόσο έχουμε διαμορφώσει μια εθνική αγροτική πολιτική, ώστε η ελληνική γεωργία να γίνει βιώσιμη και να έχει μέλλον. Αυτή την τελευταία ανάγκη έρχεται δυστυχώς να θέσει σε δοκιμασία η νέα ΚΑΠ, η οποία εφαρμόζεται ήδη και ειδικά η πλευρά της αποσύνδεσης της παραγωγής από την ενίσχυση. Είναι βέβαιο ότι η νέα αυτή πολιτική θα επιφέρει ριζικές αλλαγές στον αγροτικό τομέα. Η πληθώρα μικρών και μεσαίων αγροτικών εκμεταλλεύσεων δεν θα μπορέσει να αντέξει την πίεση του ανταγωνισμού της αγοράς και των μεγάλων συμφερόντων. Ο συνολικός όγκος της παραγωγής των αγροτικών προϊόντων και ο αριθμός των ελλήνων αγροτών θα μειωθούν σημαντικά. Η νέα ΚΑΠ δυστυχώς τίθεται σε εφαρμογή σε μια περίοδο που και το συνεταιριστικό και συνδικαλιστικό αγροτικό κίνημα βρίσκεται σε κρίση. Οι αγροτικοί συνεταιρισμοί είναι υπερχρεωμένοι, το συνεταιριστικό κίνημα έχει οδηγηθεί σε εκφυλισμό. Ένα σωστό συνεταιριστικό και συνδικαλιστικό κίνημα είναι η μόνη λύση για να μπορεί να προστατευθεί αποτελεσματικά ο μικρός και ο μεσαίος αγρότης. Είναι όμως βέβαιο ότι η Ελλάδα, όπως και άλλες χώρες δεν είναι σε θέση ν’ ανατρέψουν τις αποφάσεις. Το ζητούμενο είναι ν’ αποτιμήσουμε ψύχραιμα τις επιπτώσεις για τη χώρα και να πάψουμε να θεωρούμε συμφέρον της χώρας την εισροή πόρων ανεξάρτητα από την αξιοποίησή τους. Πιστεύουμε ότι προσφέρονται δυνατότητες και μέσα από τη νέα ΚΑΠ για αγροτική ανάπτυξη, εκσυγχρονισμό των υποδομών, δημιουργία θέσεων απασχόλησης, βελτίωση της παραγωγής, καλύτερα προϊόντα, υπό έναν επί πλέον όρο. Θα συγκροτηθεί ένα σχέδιο εθνικής αγροτικής πολιτικής, η εφαρμογή του οποίου θα βασιστεί πρώτα και κύρια στην ανασυγκρότηση και λειτουργία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και στην ουσιαστική συμβολή των γεωτεχνικών επιστημόνων. Από το θεσμικό του ρόλο το Γεωτεχνικό Επιμελητήριο ως Συμβούλου της Πολιτείας, έχει κάνει ουσιαστικές προτάσεις και παρεμβάσεις τα τελευταία χρόνια. Ρυθμίσεις για το κτηματολόγιο, ρυθμίσεις για τα δάση, ρυθμίσεις για τη διαχείριση των υδάτινων πόρων. Διαπιστώνεται όμως ότι είναι ανάγκη όλοι μας και εσείς ως ειδικοί, να εμβαθύνουμε ακόμη περισσότερο, για μια φιλοαγροτική πολιτική με κατεύθυνση την ανασυγκρότηση όλων των μηχανισμών της αγροτικής πολιτικής και ιδιαίτερα του δημόσιου τομέα. Ένα δημόσιο τομέα, ο οποίος παρουσιάζει στοιχεία αποδιοργάνωσης, ορισμένοι μάλιστα οργανισμοί πλήρους διάλυσης. Με καθολικό αίτημα της εποχής για ποιοτικά και υγιεινά προϊόντα, απαλλαγμένα από επικίνδυνες ασθένειες, από γενετικά τροποποιημένες ουσίες ο ρόλος των γεωτεχνικών αναδεικνύεται καθοριστικός. Ιδιαίτερα στη διατροφική αλυσίδα, στην παραγωγή και τον έλεγχο των προϊόντων αυτών. Εμείς από την πλευρά του Συνασπισμού Ριζοσπαστικής Αριστεράς, μαζί με τους αγρότες διεκδικούμε μια άλλη γεωργία που είναι εφικτή. Μια γεωργία που θα εξασφαλίζει ικανοποιητικό εισόδημα στους αγρότες, σε μια ύπαιθρο με βελτιωμένες συνθήκες διαβίωσης (κοινωνικά, πολιτιστικά, περιβαλλοντικά), με περιφερειακή ανάπτυξη, με αγροτικά προϊόντα καλύτερης ποιότητας, με αυξημένες βιολογική γεωργία και κτηνοτροφία.
 

Χαιρετισμός στην εκδήλωση της Ένωσης δημοσιογράφων – συγγραφέων τουρισμού Ελλάδος

E-mail Εκτύπωση PDF
Αγαπητοί φίλοι, Ευχαριστώ θερμά για την πρόσκληση. Εθιμοτυπική μεν η κοπή πίττας της Ένωσής σας, σίγουρα όμως αποτελεί μια καλή ευκαιρία για συνάντηση και ανταλλαγή απόψεων πάνω στο πάντα επίκαιρο και με ιδιαίτερα προβλήματα τομέα της τουριστικής ανάπτυξης της χώρας μας. Είναι βέβαιο ότι και εσάς, όπως και εμένα ως βουλευτού που ασχολείται ανελλειπώς με τον τουρισμό, μέσα και έξω από τη βουλή, μας ενδιαφέρουν, αφενός οι δυνατότητες της Ελλάδας να βελτιώσει ακόμη περισσότερο τη θέση της στον κατάλογο των τουριστικά επίλεκτων χωρών, αφετέρου όμως μας ενδιαφέρουν και οι ασκούμενες τα τελευταία χρόνια πολιτικές με τις συνέπειες που αυτές έχουν ιδιαίτερα για την ποιότητα του προσφερόμενου τουριστικού προϊόντος της χώρας. Έχουμε δώσει και δίνουμε μάχες για μια τουριστική ανάπτυξη που θα συμβάλει ουσιαστικά στην οικονομία της Ελλάδας και παράλληλα θα σέβεται το περιβάλλον και θα αναδεικνύει τον ανθρώπινο παράγοντα. Με τη βεβαιότητα ότι έχουμε κοινούς στόχους θέλω να σας εκφράσω τη λύπη μου που δεν μπορώ να είμαι μαζί σας, λόγω κοινοβουλευτικών υποχρεώσεων, και ευελπιστώ σε μία μελλοντική συνεργασία μας. Εύχομαι καλή χρονιά και μια θετική εξέλιξη στον ελληνικό τουρισμό.
 
Περισσότερα Άρθρα...


Σελίδα 12 από 24