Home Πολιτική Δραστηριότητα
Ομιλίες

Παρέμβαση στην 1η Πανελλήνια Συνδιάσκεψη Αιρετών Γυναικών Αυτοδιοίκησης με θέμα: Γυναίκες στην Αυτοδιοίκηση. Περισσότερες γυναίκες για καλύτερες πολιτικές.

E-mail Εκτύπωση PDF
Περισσότερες γυναίκες στην Τ.Α., για καλύτερες πολιτικές Πράγματι στη φράση αυτή συμπυκνώνεται η σημασία της συμμετοχής των γυναικών στις υποθέσεις της Τ.Α. Αποδεικνύεται, δηλαδή, ότι υπάρχει περιθώριο για καλύτερες και αποτελεσματικότερες πολιτικές και ότι η συμμετοχή και δραστηριοποίηση των γυναικών στους ΟΤΑ μπορεί να αποδώσει σημαντικούς καρπούς και να έχει ευεργετικά αποτελέσματα για όλη την κοινωνία. Η σύνδεση της ποιότητας των εφαρμοζόμενων πολιτικών με τη γυναικεία συμμετοχή είναι οργανικό μέρος της όλης φιλοσοφίας για την ισότιμη και ισόρροπη συμμετοχή των φύλων στα κέντρα των πολιτικών αποφάσεων. Θεωρείται, μάλιστα, ως στοιχείο αναγεννητικό του πολιτικού συστήματος και της πολιτικής λειτουργίας, στο βαθμό που το γυναικείο κοινωνικό φύλο είναι φορέας ιδιαίτερων θεωρήσεων, αναγκών και ιεραρχήσεων. Η μείξη, επομένως, των ευαισθησιών και προτεραιοτήτων των δύο φύλων μπορεί να προσδώσει στα προγραμματικά περιεχόμενα της πολιτικής περισσότερο ρεαλισμό και αποτελεσματικότητα. Σε μια εποχή, όπου η κυρίαρχη πολιτική απομακρύνεται όλο και περισσότερο και αποσπάται από τα καθημερινά προβλήματα των πολιτών –πολύ περισσότερο των γυναικών- η ανάγκη για σύνδεση της πολιτικής με τις ανάγκες και των δύο φύλων φαντάζει επιτακτική. Είναι η Τ.Α. πεδίο εφαρμογής πολιτικών, που συμβάλλουν στην αντιμετώπιση προβλημάτων και αναγκών των πολιτών; Ασφαλώς. Οι σύγχρονοι ΟΤΑ έχουν αρμοδιότητες που επηρεάζουν την ποιότητα ζωής των πολιτών. Που μπορεί να ανακουφίσουν τη σημερινή οικογένεια, να καλύψουν σημαντικές ανάγκες στον τομέα κοινωνικής προστασίας, που η κεντρική διοίκηση υποβαθμίζει, αν δεν απαξιώνει. Οι βρεφονηπιακοί και παιδικοί σταθμοί, τα ΚΑΠΗ , οι αθλητικές εγκαταστάσεις, τα κέντρα οικογενειακού προγραμματισμού, τα κέντρα οικογενειακής συμβουλευτικής, η βοήθεια στο σπίτι, τα καταφύγια για τις κακοποιημένες γυναίκες και τα αλλοδαπά θύματα εμπορίας, τα δημοτικά ιατρεία, είναι μερικές από τις πολιτικές, χωρίς τις οποίες η ζωή στη χώρα θα ήταν απείρως πιο φτωχή και γκρίζα. Αλλά δεν είναι μόνο ο τόσο απαραίτητος τομέας κοινωνικής πολιτικής. Είναι και η επίδραση των γυναικών στον καθορισμό των προτεραιοτήτων των προγραμμάτων του Δήμου ή και της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης. Η προτίμηση των γυναικών στις επενδύσεις στο ανθρώπινο κεφάλαιο δικαιώνεται σήμερα από τα πράγματα έναντι της πολιτικής του τσιμέντου. Αλλά και η ιδιαίτερη ματιά τους όσον αφορά την πολεοδομία, την ενίσχυση του πρασίνου αποδεικνύεται σήμερα πολύ χρήσιμη. Σε πολλές συζητήσεις που οργανώθηκαν τα τελευταία χρόνια, κυρίως με πρωτοβουλίες των φεμινιστικών οργανώσεων, φάνηκε ότι στη σημερινή λειτουργία της πόλης, στο δημόσιο χώρο, πρέπει να ενσωματωθούν οι ανάγκες και οι προτεραιότητες των γυναικών. Η αναγκαιότητα μιας πολυλειτουργικής πόλης άρχισε σιγά-σιγά να συνειδητοποιείται ευρύτερα και αυτό είναι θετικό. Μια νέα αντίληψη για τη σημασία και το ρόλο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης διαμορφώνεται πλέον και αυτό οφείλεται στην ενεργοποίηση του ενδιαφέροντος των γυναικών. Για να υποστηριχθεί αυτή η νέα οραματική αντίληψη χρειάζεται τους αναγκαίους συσχετισμούς. Χρειάζεται οι γυναίκες σε μεγαλύτερους αριθμούς να προσέλθουν στην Τοπική Αυτοδιοίκηση και να την υπηρετήσουν μέσα από τις αιρετές θέσεις. Πόσο εύκολο είναι αυτό αντικειμενικά και υποκειμενικά; Αποδείχθηκε, ότι δεν είναι αυτονόητη η μεγάλη συμμετοχή. Ο θεσμός εξακολουθεί να είναι ανδροκρατούμενος, η νοοτροπία, ότι η πολιτική είναι γένους ανδρικού εξακολουθεί να είναι παρούσα και η αυτοπεποίθηση των ίδιων των γυναικών και η ενδυνάμωσή τους απαιτεί τόνωση. Χρειάστηκε ο νόμος για το υποχρεωτικό κατώφλι του 1/3 της συμμετοχής γυναικών στους συνδυασμούς για να βελτιωθεί η συμμετοχή των αιρετών γυναικών, που όμως απέχει πολύ από την κρίσιμη μάζα. Και είναι καλό, ότι αυτό το συνέδριο γίνεται δύο χρόνια μετά τις εκλογές του 2002 και δύο χρόνια πριν τις επόμενες, διότι δίνει την ευκαιρία μιας πρώτης αποτίμησης της νέας κατάστασης, της κατά κάποιο τρόπο αξιολόγησης της θητείας πολλών γυναικών στα αιρετά αξιώματα και της εκτίμησης των ιδίων για τις δυνατότητες του θεσμού και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν. Διότι μία σημαντική πηγή εκτιμήσεων είναι οι μαρτυρίες και η εμπειρία των ίδιων των αιρετών γυναικών. Χωρίς τη δική τους ματιά θα ήταν λειψή η εκτίμηση της τωρινής κατάστασής τους στους ΟΤΑ και των προοπτικών, του τι πρέπει να γίνει. Σχετικά με το τελευταίο, το δέον γενέσθαι: Είναι φανερό, ότι στους καιρούς που έρχονται πρέπει να ενισχυθεί ακόμα πιο πολύ η αυτοτέλεια της Αυτοδιοίκησης έναντι της κεντρικής διοίκησης. Η οικονομική αυτοδυναμία είναι (αναγκαία και απαράβατη) προϋπόθεση sine qua non. Στην κατεύθυνση αυτή η ανακατανομή της φορολογικής εξουσίας προς όφελος της Αυτοδιοίκησης είναι επείγουσα ανάγκη. Δεν είναι δυνατόν να φθίνουν προγράμματα και πολιτικές ελλείψει πόρων. Και εδώ ο ρόλος των αιρετών γυναικών είναι σημαντικός. Πρέπει να εργαστούν, αναζητώντας συμμαχίες μέσα στην κοινωνία, για την αναβάθμιση του θεσμού στο πολιτικό σύστημα, για να στηρίξει με τη σειρά του αποτελεσματικά την ποιότητα ζωής των πολιτών, να συντηρήσει τον κοινωνικό ιστό, να ενεργοποιήσει τους/τις πολίτες, ώστε να νοιάζονται για τις υποθέσεις της πόλης και να συμμετέχουν στα κοινά. Η ίση συμμετοχή γυναικών στην Τ.Α. είναι στοίχημα που πρέπει να κερδηθεί!
 

Εισήγηση για το forum της ΤΕΔΚΝΑ με θέμα: Θέσεις που κατέχουν οι γυναίκες σε πολιτικούς οργανισμούς

E-mail Εκτύπωση PDF
Η ισότιμη και εναλλακτική συμμετοχή των γυναικών σε όλα τα κέντρα αποφάσεων, σε όλες τις διεργασίες του κοινωνικού και πολιτικού βίου, είναι από τις βασικότερες αρχές και προϋποθέσεις για μία δίκαιη και με ποιότητα δημοκρατίας κοινωνία. Η ισότητα των ευκαιριών και για τις γυναίκες είναι πολύτιμο συλλογικό αγαθό και αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα, συνυφασμένο πάντοτε με την εξέλιξη του πολιτισμού. Το γυναικείο κίνημα δεν διεκδικεί απλώς κατανόηση και ευαισθησία, επιζητεί να αλλάξει τις δομές και τις ποιότητες στο δημόσιο βίο. Ο αγώνας για: · ίση συμμετοχή των γυναικών στα κέντρα λήψης των αποφάσεων · ίσες ευκαιρίες στην απασχόληση, μόρφωση, ειδίκευση, επανειδίκευση · καταπολέμηση της ανεργίας και της περιθωριοποίησης των γυναικών · καταπολέμηση της βίας εις βάρος των γυναικών, που αποτελεί μηχανισμό κοινωνικού ελέγχου έχει μεγάλη πολιτική σημασία, αφού η ισότητα των φύλων: · διευρύνει τη δημοκρατία · εκπολιτίζει την πολιτική · απελευθερώνει τις δυνατότητες των γυναικών · αποτελεί προϋπόθεση της βιώσιμης ανάπτυξης. Ο 20ος αιώνας χαρακτηρίσθηκε ως ο αιώνας της ισότητας των φύλων. Ως γνωστόν οι γυναίκες απέκτησαν πολιτικά δικαιώματα, η ισότητα αναγνωρίσθηκε ως συνταγματική αρχή, ο ΟΗΕ και οι άλλοι διεθνείς οργανισμοί ασχολήθηκαν σοβαρά με την εφαρμογή της ισότητας στην πράξη. Οι Ελληνίδες απέκτησαν πολιτικά δικαιώματα ( δικαίωμα εκλέγειν και εκλέγεσθαι) το 1952. Η έλευση του νέου αιώνα και της νέας χιλιετίας συνοδεύτηκε από μεγάλες προσδοκίες. Χαιρετίστηκε ως η αρχή μιας νέας ιστορικής περιόδου βιώσιμης ανάπτυξης, δημοκρατίας και ισότητας. Η πραγματικότητα όμως δεν επιβεβαιώνει τις προσδοκίες. Έντονοι είναι οι προβληματισμοί για τις επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης στη γυναίκα , με πρώτο κύριο ερώτημα αν με τον τρόπο που προωθείται η παγκοσμιοποίηση, η ισότητα των φύλων προάγεται στην πράξη. Δυστυχώς, η παγκοσμιοποίηση του κεφαλαίου και του εμπορίου δεν συνοδεύεται από την παγκοσμιοποίηση των δικαιωμάτων. Όσο περισσότερο η οικονομία μιας χώρας συνδέεται με τη διεθνή αγορά, τόσο παρατηρείται μείωση των κρατικών οικονομικών παροχών και των δαπανών του κοινωνικού τομέα, που είναι άρρηκτα δεμένος με την ισότητα. Τα παραπάνω αποτελούν εκτίμηση του ΟΗΕ κατά τη διαδικασία του «Πεκίνο ’95», της αξιολόγησης δηλαδή της πορείας εφαρμογής των αποφάσεων της Τετάρτης Παγκόσμιας Διάσκεψης του ΟΗΕ για τις Γυναίκες στο Πεκίνο. Η ιδιωτικοποίηση που προωθείται άκριτα στους κρίσιμους για το φύλο τομείς υγείας, παιδείας και κοινωνικής ασφάλισης, θέτει εμπόδια στην ουσιαστική ισότητα. Η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων και της αγοράς εργασίας αναστατώνει τη ζωή των νοικοκυριών, εισάγει την ανασφάλεια στη ζωή των ζευγαριών. Οι κατακτήσεις και οι απολαβές των εργαζομένων στηρίζονταν στο μοντέλο της σταθερής, εξαρτημένης, αορίστου χρόνου εργασίας. Η εισαγωγή της μερικής απασχόλησης και άλλων ελαστικών μορφών, που τείνουν να γενικευθούν, υπονομεύει τη βάση στην οποία στηριζόταν όλο το πλέγμα των απολαβών των εργαζομένων. Γίνεται, λοιπόν, αισθητή μια τραγική αντίφαση: από τη μια γίνονται συνείδηση τα ανθρώπινα δικαιώματα των γυναικών, και αυτό είναι θετικό- αλλά από την άλλη επιδεινώνονται οι κοινωνικο-οικονομικοί όροι πραγματοποίησης της ισότητας και εφαρμογής των δικαιωμάτων των γυναικών. Η απελευθέρωση των αγορών παγκόσμια ανέδειξε την ιδεολογία της αγοράς, που γίνεται σήμερα συνώνυμη με τον άκρατο ανταγωνισμό και πολλές φορές με το «όποιος επιζήσει, επέζησε». Δε νομίζουμε πως αυτό το μοντέλο του οικονομισμού έχει σχέση με την ισότητα των φύλων. Το περιβάλλον που είναι φιλικό στην ισότητα έχει να κάνει με την κοινωνική αλληλεγγύη και με τον πολιτικό έλεγχο στο φαινόμενο του «φονταμενταλισμού των αγορών». Έχει να κάνει με την εμβάθυνση της δημοκρατίας, που εξακολουθεί να εμφανίζει έλλειμμα φύλου, δηλαδή υποαντιπροσώπευση των γυναικών στα κέντρα λήψης των αποφάσεων. Τα τελευταία χρόνια έχουμε μιλήσει αρκετά για την ανάγκη ίσης συμμετοχής γυναικών ανδρών στα κέντρα λήψεως αποφάσεων. Έχουμε χαρακτηρίσει την υποαντιπροσώπευση των γυναικών στους θεσμούς και στα όργανα της δημοκρατίας, ως ιδιόμορφο δημοκρατικό έλλειμμα , ως δυσμορφία της πολιτικής , της δημόσιας ζωής. Πενήντα χρόνια μετά την κατάκτηση του δικαιώματος του εκλέγειν, η κατοχύρωση στην πράξη του δικαιώματος του εκλέγεσθαι αποτελεί ακόμα στοίχημα για τις γυναίκες και πολιτική πρόκληση τεράστιας σημασίας. Η εκπροσώπηση των γυναικών στο Ελληνικό Κοινοβούλιο είναι ακόμη περιορισμένη . Ο ρόλος των γυναικών πολιτικών-μελών του Κοινοβουλίου και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του απασχολεί σοβαρά τους γυναικείους φορείς και τις γυναίκες. Πολλοί απαντούν ότι δεν έχει απονεμηθεί στις γυναίκες ιδιαίτερος ρόλος. Μια δεύτερη συχνή απάντηση είναι ότι έχουν ιδιαίτερο ρόλο οι γυναίκες στο βαθμό που θα πρέπει να λειτουργούν ως εκπρόσωποι του φύλου τους και να προωθούν τα ιδιαίτερα αιτήματα των γυναικών. Η δική μας απάντηση είναι ότι οι γυναίκες πολιτικοί αναπτύσσουν δραστηριότητα εφ΄όλης της πολιτικής ύλης, γιατί τα προβλήματα στον κόσμο είναι πολλά, χωρίς όμως να παραλείπουν να τη συνδέουν με τις ανάγκες και τις προτεραιότητες των γυναικών ως κοινωνικό φύλο. Είναι γεγονός, ότι προς τις γυναίκες πολιτικούς αναπτύσσονται προσδοκίες εκ μέρους της κοινωνίας των πολιτών και των ιδίως των γυναικών. Από την άλλη πλευρά, οι γυναίκες εξακολουθούν να είναι ελάχιστες στο χώρο της πολιτικής. Για να ανταποκριθούν στα σύνθετα αυτά καθήκοντά τους απαιτούνται ειδικά μέτρα και πολιτικές συνεργασίας. Είναι φανερό ότι η συμμετοχή των γυναικών στην πολιτική πρέπει να συνοδευτεί με στόχους και πολιτικές που έχουν ανάγκη σήμερα οι πολίτες. Έτσι θα δικαιωθεί, έτσι θα αποκτήσει δύναμη και κύρος. Χρειάζεται άλλη ηθική ποιότητα στην πολιτική και οι γυναίκες την έχουν και οφείλουν να την εκφράσουν υπηρετώντας έτσι το φύλο τους και την κοινωνία. Στο σημείο αυτό θα θέσω τον προβληματισμό, κατά πόσο η σχέση των γυναικών με την εξουσία παραμένει ένα ζήτημα ανοιχτό και εν πολλοίς αναπάντητο. Πολλές φορές έχουμε διερωτηθεί, πως μπορεί να διατηρούμε μία αντιεξουσιαστική λογική και ταυτόχρονα να επιδιώκουμε την κατάληψη της εξουσίας και μάλιστα με πρότυπα και δεδομένα αυταρχικής και ανισότιμης άσκησής της; Παλιότερες φεμινιστικές αντιλήψεις θα μας οδηγούσαν ευθέως στην καταγγελία και την απόρριψη, στην ισοπέδωση κάθε έννοιας ιεραρχίας. Σήμερα μέσα από μία πορεία θετικών αποτελεσμάτων, αλλά και αρνητικών εμπειριών για το γυναικείο κίνημα, ξέρουμε ότι η εξουσία δεν είναι κάτι ασυμβίβαστο προς τη γυναικεία διαφορετικότητα. Η συμμετοχή των γυναικών στους θεσμούς και στα νευραλγικά πόστα της κοινωνίας και της πολιτικής μπορεί να επηρεάσει από τα μέσα και να οδηγήσει στην αναγκαία μετάλλαξη της εξουσίας. Από την απόρριψη δηλαδή και καταγγελία να περάσουμε στην κανονική και εφικτή αμφισβήτηση. Και βέβαια στην αγωνιστική διεκδίκηση για μια δίκαιη, δημοκρατική τάξη στον κόσμο. Για περιορισμό της βίας και των ανισοτήτων. Δουλειά και αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης για όλους και για όλες! Αυτό το τελευταίο της δουλειάς, της απασχόλησης για όλες και όλους, είναι και το σημαντικότερο ζήτημα που απασχολεί το γυναικείο κίνημα, αλλά και την κοινωνία σήμερα. Γι αυτό ας δούμε σήμερα ποια είναι η πορεία των συζητήσεων και αποφάσεων για τα προβλήματα της απασχόλησης των γυναικών στην Ε.Ε. Το μεγάλο αίτημα των πολιτών της Ενωμένης Ευρώπης, που παραμένει ακόμη στοίχημα των χωρών της , είναι το κοινωνικό κράτος, το κράτος της απασχόλησης, της ισότητας και της κοινωνικής συνοχής. Επιμένουν οι ηγέτες της ότι τα θέματα της απασχόλησης και της κοινωνικής πολιτικής είναι κορυφαία σε κάθε συζήτηση και γι αυτό τα Ευρωπαϊκά Συμβούλια του ʼμστερνταμ, της Λισσαβόνας και της Νίκαιας ήταν σταθμοί στην ιστορία αυτή. Στα πλαίσια αυτά, στη Λισσαβόνα τέθηκε ο στόχος της αύξησης της συμμετοχής των γυναικών από 53% στο 60% μέχρι το 2010 και δόθηκε η εντολή να διερευνηθούν οι λόγοι για τις διαφορές στην αγορά εργασίας. Καταγράφεται έτσι ότι οι άνδρες αμείβονται τουλάχιστον 14% περισσότερο από τις γυναίκες, η εκπροσώπηση των γυναικών είναι σημαντικά μικρότερη στις επιχειρήσεις, καθώς και σε κάθε πολιτικό και θεσμικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ βασικά δικαιώματα στο χώρο εργασίας δε γίνονται πάντα σεβαστά. Παρά το γεγονός ότι οι διαφορές των δυο φύλων αμβλύνθηκαν σε όλες τις χώρες, στο θέμα της απασχόλησης παραμένουν σημαντικές, με εντονότερες αυτές στα νότια κράτη-μέλη της Ε.Ε., Ισπανία, Ελλάδα και Ιταλία. Δυσμενής είναι επίσης σε όλες τις χώρες η θέση των γυναικών στην αγορά εργασίας, αφού εργάζονται σε χαμηλόβαθμες θέσεις, με μερική απασχόληση κυρίως στον κλάδο των υπηρεσιών και το δημόσιο τομέα, ενώ η μεγαλύτερη επαγγελματική ομάδα μεταξύ των γυναικών είναι οι πωλήτριες, οι οικιακοί και προσωπικοί βοηθοί κα. Μεταξύ των στόχων της Ε.Ε. είναι η προώθηση του mainstreaming, δηλαδή της ενσωμάτωσης και της διάχυσης της διάστασης του φύλου σε όλες τις πολιτικές και δράσεις. Στηρίζεται στη λογική, «ολοκληρωμένα σχέδια ισότητας», ότι οι σχετικές δράσεις είναι ζήτημα «κοινωνικής εταιρικής ευθύνης». Δηλαδή, οι επιχειρήσεις και οι κοινωνικοί εταίροι θα αναλάβουν την ευθύνη για να ενσωματώσουν τους κοινωνικούς προβληματισμούς στην επιχειρηματική τους δραστηριότητα και να εφαρμόσουν έτσι μεταξύ άλλων και θετικές δράσεις υπέρ των γυναικών με τη λήψη μέτρων για την ενίσχυση και βελτίωση της θέσης τους, και μάλιστα αυτό τονίζεται συνεχώς, «σε συνθήκες ανταγωνισμού». Οι επιχειρήσεις και οι κοινωνικοί εταίροι καλούνται να διαχειριστούν την κοινωνική αλλαγή, δηλαδή να προωθήσουν την κοινωνική, βιώσιμη ανάπτυξη, την ισότητα και κατ’ επέκταση την κοινωνική αλληλεγγύη σε συνθήκες ανταγωνισμού, πολλές φορές αθέμιτου, άκρατου ή και κατευθυνόμενου από τα ισχυρά οικονομικά συμφέροντα και τα κέντρα εξουσίας (διαπλοκή). Πως είναι όμως δυνατό να περιμένει κανείς να λύσει το πρόβλημα μόνο μέσω της θέσπισης κινήτρων προς τις επιχειρήσεις για να προωθήσουν την άρση των διακρίσεων ανδρών και γυναικών ή μέσω των μεγαλόπνοων σχεδίων για την ένταξη της διάστασης του φύλου στην κοινωνία της γνώσης και της πληροφορίας», όταν γνωρίζει πολύ καλά ότι για την πρώτη περίπτωση, στις επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα, παρ’ όλες τις επιχορηγήσεις και κίνητρα, η πλειοψηφία των απολυόμενων είναι γυναίκες και μάλιστα μέσης ηλικίας, χωρίς προοπτικές επανένταξης στην εργασία. Ή για τη δεύτερη περίπτωση, ότι στις γυναίκες δεν λείπει η σύγχρονή γνώση και κατάρτιση, τουλάχιστον στις νέες γυναίκες που τα ποσοστά πτυχιούχων είναι υψηλότερα των ανδρών, ενώ σ’ αυτές τις νέες γυναίκες ή ανεργία φθάνει το 34%, το μεγαλύτερο στην Ευρώπη; Για την καταπολέμηση της ανεργίας των γυναικών, εκτός από τη θεσμική θωράκιση της ισότητας, που και στη χώρα μας έγινε σε ικανοποιητικό βαθμό και συμπληρώθηκε με την τελευταία αναθεώρηση του Συντάγματος (αρ.16, παρ.2), απαιτούνται -πέρα από τις γενικότερες αναφορές- κατ’ αρχήν κοινωνικές υποδομές που θα στηρίξουν την οικογένεια (για να μην αποτελεί εμπόδιο στην ένταξη ή επανένταξη των γυναικών στην εργασία), αλλά και επιμέρους βραχυπρόθεσμα και μακροχρόνια μέτρα για την πρόσβαση στην εργασία, την επαγγελματική προώθηση και κατάρτιση, τον έλεγχο των συνθηκών εργασίας, την προστασία και ασφάλεια της εργαζόμενης και τις αποδοχές της, γιατί εκτός από τα υψηλά ποσοστά ανεργίας έχουμε και χαμηλές αμοιβές και παραβίαση της εργατικής νομοθεσίας. Πέραν αυτών όμως, η δική μας βασική αρχή είναι ότι την κοινωνική ενσωμάτωση των γυναικών με το πιο σημαντικό μέσο την εργασία, είναι ευθύνη του κράτους να τη προωθήσει. Οι κοινωνικοί εταίροι και οι επιχειρήσεις θα έρθουν μετά, για τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας και τον καθορισμό των αποδοχών και βέβαια με την εποπτεία και το κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο του κράτους.
 

Oμιλία της Ασημίνας Ξηροτύρη - Αικατερινάρη, στο Φεστιβάλ Νεολαίας Θεσσαλονίκης του ΣΥΝ

E-mail Εκτύπωση PDF
Αγαπητές φίλες και φίλοι Συντρόφισσες και σύντροφοι Να συγχαρούμε για ακόμη μία φορά την θαυμάσια και αγωνιστική νεολαία του ΣΥΝ, που μεταξύ των τόσων άλλων σημαντικών και ριζοσπαστικών παρεμβάσεων της στη κοινωνία και τα πολιτικά δρώμενα, διοργανώνει κάθε χρόνο με επιτυχία το Φεστιβάλ στη Θεσσαλονίκη, όπως και στις άλλες πόλεις. Η συμμετοχή σας, φίλες και φίλοι, στο Φεστιβάλ της Νεολαίας του ΣΥΝ αποτελεί για μας μια μεγάλη στήριξη στους αγώνες που δίνουμε. Για να αλλάξουμε τους συσχετισμούς, που γίνανε κατεστημένο, για να αλλάξουμε τις πολιτικές που κυριαρχούν και κατακερματίζουν την κοινωνία, για να ασκήσουμε με διαφορετικό τρόπο, με διαφορετική ηθική κι ευθύνη την πολιτική, έξω από τις πρακτικές του δικομματισμού και τις νεοφιλελεύθερες επιλογές του. Αυτός ο πολιτικός και ιδεολογικός χώρος των Φεστιβάλ που διοργανώνει η νεολαία του ΣΥΝ είναι το δημιούργημα των πιο ωραίων παραδόσεων και των καλύτερων στιγμών της ελληνικής Αριστεράς. Είναι το ετήσιο ραντεβού των νέων με τους παλιότερους, που διαρκώς αγρυπνούν πνευματικά, πολιτικά και αγωνιστικά για να γυρίσει ο ήλιος, για ένα άλλο κόσμο που είναι εφικτός. Είναι η συνάντηση επιβεβαίωσης για την ανυποχώρητη προσήλωση στη δημοκρατία, στα κοινωνικά δικαιώματα, στις ελευθερίες, στην αυτονομία του πολιτικού στοχασμού και της αγωνιστικής δράσης, στο όραμα του σοσιαλισμού με δημοκρατία. Όλοι εμείς είμαστε εδώ για να προσφέρουμε δυνάμεις, αναζητήσεις και προσπάθειες για την Αριστερά, για τον ΣΥΝ, ώστε να δυναμώνει κάθε μέρα και να παίζει ολοένα και πιο διακριτό και δημιουργικό ρόλο, σε μία περίοδο που οι κατεστημένες δυνάμεις οδηγούν την κοινωνία και την πολιτική σε γενική καθίζηση. Είμαστε εδώ γιατί θέλουμε να δημιουργήσουμε και να συγκρουστούμε μ' ότι βλέπουμε γύρω μας να απαξιώνει το πολιτικό σύστημα, να αποξενώνει την κοινωνία, να απονευρώνει τους πολίτες και να αποδυναμώνει τον πολιτισμό. Εμείς, από θέσεις σύγχρονης ριζοσπαστικής και οικολογικής Αριστεράς, αγωνιζόμαστε για μια Ελλάδα διαφορετική, χωρίς τις σημερινές εκρηκτικές ανισότητες κι αδικίες, χωρίς τις σημερινές κραυγαλέες εκπτώσεις και προκλητικές διακρίσεις, με αλληλεγγύη κι ανθρωπιά, με δημοκρατικές εγγυήσεις, προκοπής για όλους, με κοινωνική δικαιοσύνη με περιβαλλοντική συνείδηση και προστασία. Εναντιωνόμαστε στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, που μετατρέπει την ανθρωπότητα σε ζούγκλα ανταγωνισμών και εκμετάλλευσης, αμφισβητούμε το νέο δογματισμό της νεοφιλελεύθερης "ενιαίας σκέψης" και διεκδικούμε τον δικαιότερο, οικολογικά βιώσιμο και ειρηνικό κόσμο, χωρίς αυταρχισμούς, καταστροφές και βαρβαρότητες, με δημοκρατία, ελευθερία και σοσιαλισμό. Η κατάσταση στη χώρα μας σήμερα Η επικράτηση της Ν.Δ. στις εκλογές της 7ης Μαρτίου άνοιξε μια νέα πολιτική περίοδο μετά από δύο δεκαετίες, σχεδόν αδιάλειπτης διακυβέρνησης της χώρας από το ΠΑΣΟΚ. Τα πρώτα δείγματα γραφής στην κυβερνητική πολιτική της Ν.Δ. διαψεύδουν εντελώς τις όποιες αυταπάτες είχε καλλιεργήσει σε στρώματα της ελληνικής κοινωνίας για διαφορετικές επιλογές. Η Ν.Δ. στους πρώτους μήνες στην κυβέρνηση, παρά την προσπάθειά της να εμφανίσει χαμηλούς τόνους και «αυτοσυγκράτηση» στη διαχείριση της εξουσίας, επιχειρεί να διαμορφώσει το δικό της κομματικό κράτος, συνεχίζει ευθέως τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές του ΠΑΣΟΚ, ενώ άθιχτες παραμένουν όλες οι βασικές δομές της διαπλοκής, των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων και της «τηλεοπτικής δημοκρατίας». Αυτών των διαπλεκόμενων συμφερόντων που το τελευταίο καιρό προσπαθούν με κάθε μέσο να εδραιώσουν την κυριαρχία τους στους μηχανισμούς της νέας Κυβέρνησης και να καταδείξουν ότι μόνο αυτοί αποφασίζουν και εν τέλει κυβερνούν. Η οικονομική πολιτική που εξήγγειλε ο Κ. Καραμανλής από τη Θεσσαλονίκη έκανε ακόμα πιο σαφή την πορεία που θα ακολουθήσει η ΝΔ. Το ιδεολόγημα της «ήπιας προσαρμογής» είναι το πρόσχημα για επιλογές οι οποίες ενισχύουν ακόμα περισσότερο τις θέσεις και τα κέρδη των μεγάλων επιχειρήσεων, παρατείνουν τη μονομερή λιτότητα για τον κόσμο της μισθωτής εργασίας, διευρύνουν τις κοινωνικές ανισότητες, κλιμακώνουν τις ιδιωτικοποιήσεις, ενδυναμώνουν το ρόλο των ανεξέλεγκτων αγορών και παραπέμπουν στο μέλλον τις όποιες προεκλογικές δεσμεύσεις της ΝΔ σε όφελος των ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων. Όλοι σήμερα στην Ελλάδα του 2004, και αυτοί που κυβερνούσαν χτες και αυτοί που κυβερνούν σήμερα, παραδέχονται ότι δεν υπάρχει δίκαιη διανομή του παραγόμενου εθνικού προϊόντος. Ότι υπάρχει φορολογική, εισοδηματική, κοινωνική και περιφερειακή ανισότητα. Στο ερώτημα γιατί, η απάντηση είναι μια και την ξέρει κάθε πολίτης. Αιτία είναι οι πολιτικές που εφαρμόζονται. Δεν υπάρχουν μεταφυσικές αιτίες. Αν δεν αλλάξουν οι πολιτικές, θα διαιωνίζονται τα προβλήματα και θα μετακυλίονται από τετραετία σε τετραετία τα αδιέξοδα. Οι αντιπαραθέσεις Νέας Δημοκρατίας και ΠΑΣΟΚ, Κυβέρνησης και Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, δυστυχώς δεν είναι μόνο κωμικές και υποκριτικές , αλλά για τα τελευταία γεγονότα γίνονται τραγικές, αφού εμπλέκονται στην αδηφάγο επικοινωνιακή πολιτική που επιβάλλει το τηλεοπτικό κατεστημένο. Με όλα αυτά υποτιμούν τη νοημοσύνη του ελληνικού λαού και τελικά και τους ίδιους. Και αυτοί που κυβερνούν σήμερα και αυτοί που κυβερνούσαν χτες, παραδέχονται ότι η Ελλάδα, μετά από 3 Κοινοτικά πλαίσια Στήριξης, αθροιστικά 100 τρισεκατομμύρια δραχμές, μετά από 15 χρόνια προσαρμογής, σκληρής δημοσιονομικής διαχείρισης, μονομερούς λιτότητας και μεγάλων θυσιών του ελληνικού λαού, η χώρα δεν έχει εξασφαλίσει το βασικότερο και το αυτονόητο. Να μπει σε τροχιά αυτοτροφοδοτούμενης ανάπτυξης. Ο Πρωθυπουργός, δήλωσε στη ΔΕΘ, ότι τώρα είναι η ώρα της περιφέρειας και ότι η Κυβέρνηση εφαρμόζει όπως είπε- εθνική στρατηγική για την περιφέρεια και ανάπτυξη. Υπάρχει εθνική στρατηγική για την περιφερειακή ανάπτυξη; Και εάν ναι, ποια είναι αυτή; Πώς εφαρμόζεται και που υλοποιείται; Δυστυχώς τα όσα είπε , μόνο απογοήτευση μπορούν να προκαλέσουν. Διότι όχι μόνο καμιά στρατηγική για την περιφερειακή ανάπτυξη δεν αναπτύχθηκε, αλλά ούτε τα κρίσιμα ερωτήματα που αφορούν στην χάραξη μιας τέτοιας στρατηγικής δεν τέθηκαν και φυσικά δεν απαντήθηκαν. Πού οφείλεται στ’ αλήθεια το μπλοκάρισμα της ανάπτυξης σε πολλές περιφέρειες και τελικά η καθυστέρησή της; Πώς θα απελευθερωθεί το αναπτυξιακό δυναμικό και πώς θα αξιοποιηθούν οι οικονομικές, πολιτισμικές και οικολογικές ιδιαιτερότητες της κάθε περιφέρειας; Πώς θα μπορέσει η κάθε περιφέρεια να αξιοποιήσει το ανθρώπινο δυναμικό που διαθέτει, τόσο από ποσοτική, όσο και από ποιοτική παραγωγική άποψη; Ποιος ο ρόλος των τοπικών κοινωνιών και των αντιπροσωπευτικών φορέων στη διαμόρφωση και την υλοποίηση της περιφερειακής στρατηγικής στην κάθε περιφέρεια; Κατά την Κυβέρνηση, εάν γίνουν κάποια έργα στην περιφέρεια, αυτό θα λύσει το πρόβλημα. Όμως απ’ την περιφέρεια βεβαίως λείπουν και τα έργα, αλλά λείπουν και οι υποδομές, λείπουν και οι πόροι. Κυρίως όμως λείπουν θεσμοί που θα μεταφέρουν γνώση και πληροφόρηση, όχι μόνο από ιδιωτικά δίκτυα, αλλά μέσα από συλλογικούς φορείς και διαδικασίες. Λείπουν θεσμοί που θα επιτρέπουν τη συμμετοχή των πολιτών και των φορέων τους στη χάραξη και την υλοποίηση της στρατηγικής για την περιοχή τους. Ακριβώς γι’ αυτό κεντρική θέση δική μας ήταν και είναι, πως για να υπάρξει περιφερειακή πολιτική, για να μπορέσει η περιφέρεια να απελευθερώσει και να αξιοποιήσει το δυναμικό της, πρέπει να υπάρξουν αντιπροσωπευτικοί θεσμοί προγραμματισμού και ελέγχου, δυνατότητες και πλαίσια συλλογικής δράσης. Δηλαδή τελικά μορφές διακυβέρνησης σε επίπεδο περιφέρειας, περιφερειακή αποκέντρωση με Αυτοδιοίκηση που ακόμα εκκρεμεί. Η Κυβέρνηση, και η αξιωματική αντιπολίτευση, ανακαλύπτουν σήμερα τη σοβαρότητα του δημοσιονομικού προβλήματος και τη διόγκωση των προβλημάτων και ανισοτήτων στη Περιφέρεια, δηλαδή <μετά τους Ολυμπιακούς αγώνες>. Έτσι οι λύσεις αντιμετώπισης εξαντλούνται σε γενικές προθέσεις και υποσχέσεις για ήπια δημοσιονομική προσαρμογή και δεν απαντούν ποιες διαρθρωτικές αλλαγές και προγράμματα, θα προωθήσουν την κοινωνική σύγκλιση, τη τόνωση της απασχόλησης και τη περιφερειακή ανάπτυξη. Η συσσώρευση και η πολυπλοκότητα των προβλημάτων σήμερα στη Περιφέρεια, δεν αντιμετωπίζεται μόνο με γενικόλογες τοποθετήσεις και υποσχέσεις . Δεν μπορεί η ελληνική περιφέρεια, που πλήρωσε ήδη το μεγαλύτερο κόστος με τη καθολική απώλεια έργων και των ωφελειών τελικά από το Γ΄ΚΠΣ, λόγω της εξάντλησης των χρηματοδοτήσεων στα έργα στο <Ολυμπιακό> πλέον Λεκανοπέδιο Αττικής, να καλείται <έτσι χωρίς πρόγραμμα> να στηρίξει τελικά τις προσδοκίες της στο Δ΄ ΚΠΣ. Αποκρύπτεται και σήμερα από ΝΔ και ΠΑΣΟΚ ότι το τελικό κόστος της Ολυμπιάδας ξεπέρασε τα 10δις ευρώ, καθώς και πώς θα πληρωθεί. Το μόνο συγκεκριμένο στοιχείο που έδωσε ο Πρωθυπουργός στη ΔΕΘ είναι ότι η κάθε ελληνική οικογένεια χρωστά 50.000 ευρώ. Επίκεινται έτσι νέοι δανεισμοί και σκληρότερα μέτρα για τους κοινωνικά ασθενέστερους, όπως και η πλήρης εκχώρηση στους ιδιώτες μέσω της Ολυμπιακά Ακίνητα και της ΕΤΑ, ΑΕ, της μεταολυμπιακής χρήσης των ακριβοπληρωμένων Ολυμπιακών εγκαταστάσεων. Πανάκεια και πάλι οι αποκρατικοποιήσεις. Ποιες όμως; η θρυλική πώληση της Ολυμπιακής ή η εισαγωγή του Ταχ. Ταμιευτηρίου στο ΧΑΑ; ή ξανά λιμάνια, οδικοί άξονες και δημόσια ακίνητα ; Μια τέτοια πολιτική δεν μπορεί να εξασφαλίσει τη διαφάνεια στη διαχείριση του δημόσιου χρήματος, ούτε να έχει καλύτερες προοπτικές για τη κοινωνική και περιφερειακή σύγκλιση. Ο κ. Πρωθυπουργός εξακολουθεί να αναφέρεται γενικόλογα στη διαπλοκή, τη διάχυτη διαφθορά, την αδιαφάνεια, τη σπατάλη. Τα φαινόμενα όμως αυτά αποτελούν δομές εξουσίας και διαρθρωτικές πληγές και δενεν αντιμετωπίζονται με ευχολόγια. Απαιτούνται τολμηρές και ριζικές τομές στη διαχείριση του δημόσιου χρήματος. Γιατί η ΝΔ δεν είπε τίποτε για τους ειδικούς λογαριασμούς, που ο Συνασπισμός ανέδειξε ως βασική πατέντα της νοσηρής δημοσιονομικής διαχείρισης και του κυβερνητικού κομματισμού; Για τη νοσηρή πραγματικότητα των διπλών βιβλίων, των πλαστών προϋπολογισμών. Γιατί η Κυβέρνηση αρνήθηκε την πρόταση του Συνασπισμού για Διακομματική Επιτροπή, ώστε η απογραφή να μην γίνει με αδιαφάνεια και να μην εμφανίζεται με διαφορετικές χρήσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση και διαφορετικές στο εσωτερικό της χώρας; Ο Συνασπισμός έχει καταθέσει στην Βουλή συγκεκριμένες προτάσεις. Να αλλάξει ριζικά αυτή η κατάσταση. Αναδεικνύεται έτσι και πάλι το μεγάλο πολιτικό πρόβλημα, από το πώς κατανέμεται το δημόσιο χρήμα, που πάει και πως γίνεται η διαχείρισή του; Για τι δεν επισπεύδει τη συζήτηση της πρότασης νόμου, που καταθέσαμε για το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα και γιατί δεν ανοίγει τα χαρτιά της ; Εμείς απ’ την πλευρά του Συνασπισμού έχουμε υποστηρίξει ότι επιβάλλεται ριζική αναδιανομή εισοδημάτων με ελάχιστη σύνταξη στα 20 ημερομίσθια του ανειδίκευτου εργάτη, με επίδομα ανεργίας το 80% του μισθού του ανειδίκευτου εργάτη, με νομοθετική ρύθμιση όπως προανέφερα του κατώτερου εγγυημένου εισοδήματος, με αντιμετώπιση της ακρίβειας και προστασία των εισοδημάτων των εργαζομένων απ’ την αισχροκέρδεια, με κοινωνική στήριξη της μητρότητας, των πολυτέκνων και των μονογονεϊκών οικογενειών. Υποστηρίζουμε ότι επιβάλλεται πολιτική για την πλήρη απασχόληση και την αντιμετώπιση της ανεργίας. Πλήρη απασχόληση για όλους. Γιατί η Κυβέρνηση δεν λέει τίποτε για το 35ωρο; Γιατί δεν τακτοποιούνται οι συμβασιούχοι χωρίς διακρίσεις κατά την ευρωπαϊκή οδηγία; Γιατί δεν μιλάει η κυβέρνηση για ζητήματα διεύρυνσης της κοινωνικής προστασίας; Έχουμε επίσης υποστηρίξει ότι επιβάλλεται δραστικός περιορισμός των μορφών της ελαστικής απασχόλησης, δημόσια κοινωνική ασφάλιση με τριμερή χρηματοδότηση και συμμετοχή του κράτους κατά τα 3/9, δημοκρατική φορολογική μεταρρύθμιση, με κατώτερο αφορολόγητο τα 13.000 € και την τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας. Και επίσης αναβάθμιση του δημοσίου συστήματος υγείας. Όσον αφορά τις εξαγγελίες για τη Θεσσαλονίκη και την ευρύτερη περιοχή, η νέα Κυβέρνηση γνωρίζει πολύ καλά ότι μετά από μακρά περίοδο τριών Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης, βιώνει την εγκατάλειψη, με τη συνεχιζόμενη άνοδο της ανεργίας, την επιδείνωση του περιβάλλοντος και του αγροτικού ορεινού τμήματος του νομού, την πρωτιά στο κλείσιμο των επιχειρήσεων και των ακατάλληλων σχολείων, τα μεγάλα έργα να καρκινοβατούν ή να ακυρώνονται. Η σταδιακή κατάρρευση της παραδοσιακής βιομηχανικής παραγωγής και η έλλειψη επενδυτικής δραστηριότητας έχουν οδηγήσει σε μαρασμό την οικονομική ανάπτυξη της περιοχής και σε βαθιά κρίση το παραγωγικό μοντέλο ανάπτυξής της. Τον τελευταίο μήνα κατατέρευσαν πλήρως οι ανεπαρκέστατες υποδομές και τα ιδιωτικοποιημένα συστήματα διαχείρισης των πολυτιμότερων κοινωνικών αγαθών , του νερού, της αντιπλημμυρικής και περιβαλλοντικής προστασίας. Το ενδιαφέρον μέχρι σήμερα των Κυβερνήσεων για τη περιοχή άρχιζε και τελείωνε με τη περίοδο της Έκθεσης. Και παρόλο που οι φορείς της περιοχής μέσα από μια ξεχωριστή διαδικασία διαλόγου και σύγκλισης, εδώ και τριάντα χρόνια είχαν καθορίσει τις προτεραιότητες για τις απαιτούμενες υποδομές και τις βασικές κατευθύνσεις για την ανάπτυξη της περιοχής και οι Κυβερνήσεις ΝΔ και ΠΑΣΟΚ υιοθέτησαν αυτόν τον σχεδιασμό, ελάχιστο τμήμα του υλοποίησαν. Αποτέλεσμα να συσσωρεύονται οι νέες ανάγκες με τις παλιές, να δημιουργείται σύγχυση για τις προτεραιότητες, τροχοπέδη στις νέες δυνατότητες ανάπτυξης , προβλήματα στην ποιότητα ζωής, την απασχόληση, την αναποτελεσματικότητα στο διοικητικό μηχανισμό. Έχουν άραγε σημασία χρονοδιαγράμματα μεγάλων έργων που έθεσε ο Πρωθυπουργός, τα οποία πάνω από μία εικοσαετία αποτέλεσαν πεδίο πόλωσης και αποπροσανατολισμού από τα πραγματικά και συσσωρευμένα προβλήματα; Ή για μία ακόμη φορά η ανακάλυψη οραμάτων, όπως "Θεσσαλονίκη Μητρόπολη των Βαλκανίων", αντί της συγκρότησης ενός συμβατού με τη πραγματικότητα στρατηγικού σχεδίου ανάπτυξης και της ενίσχυσης των περιφερειακών και τοπικών φορέων και υπηρεσιών για να το υλοποιήσουν; Αυτός ο ολοκληρωμένος και συμβατός με τη δύσκολη πραγματικότητα σχεδιασμός για τη Θεσσαλονίκη, αλλά και την ελληνική Περιφέρεια , και η ανάγκη της αναβάθμισης του ρόλου των τοπικών κοινωνιών με την ενίσχυση της συμμετοχής των φορέων, των εργαζομένων, των πολιτών στη διαμόρφωσή και την υλοποίησή του, δεν ήταν και ούτε θα είναι ποτέ στις εξαγγελίες του δικομματισμού. Φίλες και φίλοι Συντρόφισσες και σύντροφοι - Στη διεθνή σκηνή η ηγεμονία της μονομερούς στρατηγικής των ΗΠΑ, το δόγμα περί προληπτικής καταστολής ανοίγει και διευρύνει το φαύλο κύκλο της βίας, των πολέμων και της τρομοκρατίας. Ο κόσμος γίνεται άγριος κι ο νέος αιώνας επίφοβος. -Στο κοινωνικό και οικονομικό πεδίο, που διαμορφώνουν η παγκόσμια αγορά και οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές, οι ανοιχτές κοινωνίες των δικαιωμάτων, της απασχόλησης, της κοινωνικής ευθύνης κι αλληλεγγύης, της δικαιοσύνης και της αξιοπρεπούς διαβίωσης όλων, χάνουν ουσιώδη χαρακτηριστικά τους. Δεν δρούν εθνικές πολιτικές εγγύησης ενός ελαχίστου εισοδήματος και κοινωνικής ένταξης, ενίσχυσης της απασχόλησης κι αντιμετώπισης της ανεργίας, ώστε να αντιμετωπιστούν οι ανισότητες, οι αδικίες, οι διακρίσεις, οι αποκλεισμοί, η κερδοσκοπία και οι τυχοδιωκτισμοί Στο εσωτερικό της χώρας ζούμε σ΄ αυτή τη ζοφερή κατάσταση που μόλις πριν προσπάθησα να περιγράψω. Οι κυβερνήσεις αλλάζουν, οι τετραετίες περνάνε, οι προϋπολογισμοί ο ένας μετά τον άλλον διαψεύδονται, οι εργασιακές, εισοδηματικές, φορολογικές, περιφερειακές και κοινωνικές ανισότητες παραμένουν, αλλά το πολιτικό μας σύστημα παραμένει στον δικό του κόσμο κι εξαντλείται σ΄ ένα δικομματικό άθλημα: τη μάχη των ποσοστών, την εικονική πραγματικότητα των συνθημάτων και την διαχείριση των εντυπώσεων. Δεν κυριαρχεί η πολιτική ουσία αλλά η επικοινωνιακή σκηνοθεσία. (ΣΥΝΕΔΡΙΟ) Μέσα σ΄αυτές τις συνθήκες το κόμμα μας ο ΣΥΝ πορεύεται προς το 4ο Τακτικό Συνέδριο. Συνέδριο δύσκολο, σε περίοδο κρίσιμη, με πολλά προβλήματα, πολλές δικές μας αδυναμίες αλλά και πολλές καινούργιες προκλήσεις. Χρειάζεται να πάμε όλοι μαζί, να κοιταχθούμε στα μάτια και να μιλήσουμε ανοιχτά, για τα προβλήματα της Αριστεράς , για τα μεγάλα προβλήματα της κοινωνίας και γιατις προκλήσεις των καιρών. Το συνέδριό μας πρέπει να αποτελέσει ένα σημαντικό σταθμό στην πορεία του κόμματος. Ένα πολιτικό γεγονός που δεν θα αφορά μονάχα εμάς αλλά το σύνολο της πολιτικής ζωής. Είμαστε ένα κόμμα πολυτασικό και είναι φυσικό το συνέδριό μας να επηρεάζεται από αυτό τον χαρακτήρα μας. Θα είναι ζωντανή η διαδικασία. Και θα πρέπει όλα τα μέλη και τα στελέχη του Συνασπισμού, να επιδείξουν τη μεγαλύτερη δυνατή υπευθυνότητα, διορατικότητα και αποφασιστικότητα. Η δεκατριάχρονη πορεία του ΣΥΝ από την ίδρυση του μέχρι σήμερα και η συνεχής παρουσία και παρέμβαση του ακόμα και στα τρία χρόνια χωρίς κοινοβουλευτική εκπροσώπηση στην κοινωνική και πολιτική ζωή της χώρας και της Ευρώπης δημιούργησαν μια κοινή εμπειρία και κουλτούρα. Παρά τη διαφορετική ιδεολογική και πολιτική προέλευση ομάδων και προσώπων, διαμορφώθηκαν συνθήκες σύγκλισης των απόψεων , πράγμα που διευκόλυνε και η νομιμοποίηση των τάσεων, και γιαυτό πιστεύω και πρέπει να είμαστε σε θέση στο 4ο συνέδριο μας ν΄ αναζητήσουμε και να διευρύνουμε τους τρόπους δημοκρατικής λειτουργίας που θα διασφαλίζουν τη διαφορετικότητα και ταυτόχρονα τη συναίνεση και κοινή δράση. Έχω την άποψη, όπως και στην επιτροπή θέσεων που συμμετέχω εξέθεσα , ότι η βασική προϋπόθεση για να προχωρήσουμε στην ουσιαστική και αποτελεσματική συζήτηση στο Συνέδριο είναι η διαμόρφωση μιας κατά το δυνατόν, ενιαίας πρότασης της Επιτροπής Θέσεων πάνω στην οποία θα γίνουν οι αναγκαίες προσθήκες και βελτιώσεις από το σύνολο του κόμματος και πέραν αυτού. Υπάρχουν οι προϋποθέσεις να αναδειχθεί στο συνέδριο αυτή η εναία πρόταση, μαζί με την ανάδειξη μιας ισχυρής ριζοσπαστικής αριστερής και οικολογικής ταυτότητας του ΣΥΝ , θεσπίζοντας ταυτόχρονα, όποιες καταστατικές αλλαγές κριθούν αναγκαίες σ΄ αυτή την κατεύθυνση, δηλαδή για : Την αναζωογόνηση της ιδεολογικοπολιτικής δημοκρατικής συμμετοχικής λειτουργίας του κόμματος σε όλα τα επίπεδα και πρώτα απ΄ όλα τη λειτουργία των οργανώσεών του. Χρειάζεται να εγκαταλειφθεί στην πράξη μια διαδεδομένη αντίληψη ότι το κόμμα είναι ένα άθροισμα κεντρικών στελεχών και να περάσουμε σε μια νέα φάση όπου κόμμα είναι πρώτα απ΄ όλα τα μέλη και οι οργανώσεις του. Την συμμετοχή των οργανώσεων και των μελών του κόμματος και της νεολαίας του σε όλες τις σημαντικές αποφάσεις, πριν τις οποίες πρέπει να γίνεται συζήτηση σε όλο το κόμμα και συχνή προσφυγή για τη λήψη τους, είτε σε ευρύτερα κομματικά σώματα ή σε ψηφοφορίες όλων των μελών. Όλες οι αποφάσεις της Κεντρικής Πολιτικής Επιτροπής πρέπει να συζητούνται και να επικυρώνονται από τις οργανώσεις. Σε δύο βασικούς παράγοντες, που διαμορφώνουν το υπάρχον προβληματικό σκηνικό σε όλα τα επίπεδα της κομματικής οργάνωσης, πρέπει να στρέψουμε την προσοχή. Ο πρώτος παραπέμπει στη φυσιογνωμία και ταυτότητα του κόμματος, στο γεγονός δηλαδή ότι εξακολουθούμε να συναντούμε σημαντικές δυσκολίες στην εμφάνιση μιας σαφούς και δομημένης ταυτότητας, ενός συνολικά διακριτού στίγματος σε σχέση μάλιστα με τους άμεσα ανταγωνιστικούς χώρους που εκπροσωπούν το ΠΑΣΟΚ και το ΚΚΕ. Το στοιχείο αυτό επιτείνεται από την ισχυρή επιρροή που ασκεί υπέρ των δύο ανταγωνιστικών χώρων η ιστορικότητα των ρευμάτων τους, καθώς και από τους αλλεπάλληλους τραυματισμούς της δημόσιας εικόνας του ΣΥΝ, που έδωσαν την αίσθηση πολιτικού χώρου μη αξιόπιστου, προσωρινού και διαθέσιμου. Το 4ο Συνέδριο αξιοποιώντας τη σημερινή ωριμότητα των μελών οφείλει να απαντήσει στο θέμα αυτό, έτσι ώστε να μην μιλούμε πια για απουσία σαφούς πολιτικού προσανατολισμού. Ο δεύτερος παράγοντας, που σε μεγάλο βαθμό συνδέεται με τον πρώτο, αφορά στην ίδια τη σχέση που έχει οικοδομήσει το κόμμα με τα μέλη του, στη διαμόρφωση δηλ. κόμματος δύο ταχυτήτων . Ενός κέντρου λήψης όλων σχεδόν των σημαντικών αποφάσεων, που προσωποποιείται, κυρίως, στην Π.Γ. και εν συνεχεία στην ΚΠΕ και του υπόλοιπου κομματικού σώματος, κυρίως των Π. Κ . και των μελών, που ενημερώνονται κατά κανόνα εκ των υστέρων για ειλημμένες αποφάσεις και μάλιστα όχι πάντα επαρκώς και σε χρόνο κοντά στην απόφαση. Τα κόμμα δεν λειτουργεί για το κόμμα ή για να διευθετεί εσωτερικές ισορροπίες και προβλήματα. Το κόμμα υπάρχει για την κοινωνία, ως εργαλείο για την αλλαγή της, την ανάδειξη των κοινωνικών προβλημάτων, την κοινωνική παρέμβαση, την επεξεργασία εναλλακτικών λύσεων, τη συμμετοχή των στελεχών και μελών του στις κοινωνικές διεργασίες και τους αγώνες. Συντρόφισσες και σύντροφοι Στη θέση του δημοκρατικού οράματος για την Ελλάδα και την Ευρώπη, μιας ριζοσπαστικής αριστεράς των κοινωνικών κινημάτων και της οικολογίας, να μη βάλουμε τα λίγα που μας χωρίζουν, αλλά τα πολλά που μας ενώνουν.
 

Ομιλία της Ασημίνας Ξηροτύρη, βουλευτή του Συνασπισμού Ριζοσπαστικής Αριστεράς κατά τη συνέντευξη τύπου του ΣΥΝ με θέμα: Το Ενεργειακό

E-mail Εκτύπωση PDF
Η ιδιαιτερότητα του ελληνικού διασυνδεδεμένου συστήματος παραγωγής και μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, δηλαδή σύστημα απομονωμένο, μη συνδεδεμένο με το ευρωπαϊκό δίκτυο μεταφοράς, με ασήμαντες διασυνδέσεις ακόμα και με τις γειτονικές χώρες, με προβλήματα ανισοκατανομής μεταξύ της παραγωγής και της κατανάλωσης, άρα και μειωμένης ευστάθειας, επιβάλλει τη λειτουργία σε θεσμική βάση προγραμμάτων μακροχρόνιου ενεργειακού προγραμματισμού και την ύπαρξη καθ’ όλη την περίοδο που απαιτεί η πορεία απελευθέρωσης της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας ενός αξιόπιστου φορέα ως εγγυητή της επάρκειας και της ικανοποιητικής εφεδρείας, που δεν μπορεί να είναι άλλος από τη ΔΕΗ. Ο ν.2773/1999 για την απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας και την εναρμόνιση με την Οδηγία ΕΕ 96/92, παρά τις αντιρρήσεις που είχαμε εκφράσεις ως ΣΥΝ επί της ουσίας και του τρόπου που μεθοδεύτηκε η απελευθέρωση, τέθηκε σε εφαρμογή το Φεβρουάριο του 2001 και μέχρι που τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τον 3175/08/2003, ούτε ανταγωνισμός στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας δημιουργήθηκε, αφού οι ιδιώτες δεν προχώρησαν σε επενδύσεις που απαιτούν μακροπρόθεσμες αποσβέσεις, ούτε ο μακροχρόνιος ενεργειακός προγραμματισμός που έθετε βασική υποχρέωση προωθήθηκε. Ενώ η ΔΕΗ στο νέο περιοριστικό γιαυτή περιβάλλον άλλαξε στόχους. Με την εισαγωγή της στο Χρηματιστήριο έχει προ πενταετίας σταματήσει να προγραμματίζει νέες μονάδες και το κύριο μέλημά της είναι η αύξηση της μετοχής της. Ο ΣΥΝ είχε προτείνει ένα ριζικά διαφορετικό πλαίσιο εναρμόνισης της χώρας στις επιλογές της Κοινοτικής Οδηγίας, που στηριζόταν στην αξιοποίηση της ΔΕΗ, και όχι το σταδιακό αποκλεισμό της, όπως και στην ομαλότερη προσαρμογή της ενεργειακής υποδομής στις απαιτήσεις της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς. Ενώ με έμφαση τονίζαμε πάντα την έλλειψη του προγραμματισμού και τη καθυστέρηση αξιοποίησης και προώθησης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, που θα μπορούσαν να καλύψουν ένα όχι αμελητέο καθαρό ποσό στην αύξηση της ζήτησης της ηλεκτροενέργειας. Έτσι είμαστε σήμερα σε συνθήκες ανεπάρκειας στη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας, αβεβαιότητας και ανασφάλειας στη λειτουργία, στην ευστάθεια και στην αξιοπιστία του εθνικού διασυνδεδεμένου συστήματος παραγωγής μεταφοράς και διανομής και με παντελή έλλειψη πολιτικής εξοικονόμησης ενέργειας. Σήμερα στην Ελλάδα δεν επενδύει κανείς, ούτε η ΔΕΗ, ούτε οι ιδιώτες παραγωγοί-φαντάσματα κάτοχοι αδειών 3,000 ΜW. Σποραδικές μόνο επενδύσεις πραγματοποιούνται στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Κι εδώ όμως, ενώ υπάρχουν σημαντικά κίνητρα και επιδοτήσεις γραφειοκρατικοί φραγμοί παρακωλύουν την διαδικασία έγκρισης των επενδύσεων αυτών. Το σημερινό σύστημα δεν διαθέτει λειτουργική εφεδρεία, σύμφωνα με τη διεθνή εμπειρία (15-20% της εγκατεστημένης ισχύος) και είναι έρμαιο των καιρικών φαινομένων, των ελλείψεων και των αδυναμιών του, έτοιμο να υποκύψει σε μεγάλες διακοπές με το πρώτο τυχαίο ή έκτακτο συμβάν. Σ’ αυτό το σύνθετο και δύσκολο περιβάλλον κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση πρώην και νυν συναγωνίζονται στις επιπόλαιες ρυθμίσεις για την πλήρη απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, επικαλούμενοι τις οδηγίες της Ε.Ε. χωρίς να προσμετρούν τις ως άνω ιδιαιτερότητες της χώρας στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, χωρίς να παραδειγματίζονται από τα ατυχή συμβάντα μεγάλων χωρών (Καλιφόρνια, Καναδάς, Ιταλία, Ελβετία) ή τα συνετά βήματα αυτών, όπως η Γαλλία και οι ορθοί χειρισμοί αυτής με τον εθνικό της φορέα την EDF. Το μόνο που πέτυχαν ήταν η αποδιοργάνωση του συστήματος και κυρίως της ΔΕΗ, η πολυδιάσπαση και ο πολυκεντρισμό σε τομείς κρίσιμων αρμοδιοτήτων. Το Υπουργείο Ανάπτυξης, η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας, ο αυτονομημένος από τη ΔΕΗ Διαχειριστής Συστήματος και η μετοχοποιημένη ΔΕΗ αποτελούν τις τέσσερις κορυφές του στρεβλού και αναποτελεσματικού θεσμικού πλαισίου που εμφανίζει στείρους ανταγωνισμούς γύρω από τη διαχείριση της ενεργειακής εξουσίας, επικοινωνιακού χαρακτήρα τακτικές σε βάρος της κοινωνίας των πολιτών, αδιαφανείς σκοπιμότητες εξυπηρέτησης πολύμορφων συμφερόντων. Σήμερα η ετήσια αιχμή του φορτίου τους θερινούς μήνες ταυτίζεται στην ουσία με την εγκαταστημένη ισχύ του και η λειτουργική εφεδρεία σχεδόν μηδενίζεται, ενώ η διαφορά της μηνιαίας αιχμής ζήτησης και της διαθέσιμης ισχύος, χρόνο με το χρόνο μειώνεται επικίνδυνα. Η τυχόν εξασφάλιση εφεδρείας από εισαγόμενες πηγές δεν μπορούν να συμβάλλουν ουσιαστικά στην διασφάλιση της αξιοπιστίας του συστήματος. Το Νότιο Τμήμα (Αττική –Πελοπόννησος) παρουσιάζει, κατά τους θερινούς μήνες, οριακές καταστάσεις ευστάθειας, λόγω ελλείμματος της εγκατεστημένης ισχύος, που δεν μπορεί να καλυφθούν με την υπάρχουσα εφεδρεία του στο Βόριο τμήμα. Επομένως οι πιθανότητες διακοπών του συστήματος μέχρι το 2006, υπό έκτακτες συνθήκες(καύσωνας, βλάβες, άλλες έκτακτες καταστάσεις), μπαίνουν στην ημερήσια διάταξη κατά τους θερινούς μήνες (Ιούλιο Αύγουστο). Είναι ουτοπία η άποψη ότι η υπάρχουσα ισχνή εφεδρεία του συστήματος αποτελεί ασφαλή εγγύηση αξιοπιστίας και επάρκειάς του. Το σημερινό σύστημα δεν διαθέτει λειτουργική εφεδρεία, σύμφωνα με τη διεθνή εμπειρία (15-20% της εγκατεστημένης ισχύος) και είναι έρμαιο των καιρικών φαινομένων, των ελλείψεων και των αδυναμιών του, έτοιμο να υποκύψει σε μεγάλες διακοπές με το πρώτο τυχαίο ή έκτακτο συμβάν. Για όλους αυτούς τους λόγους, εκτός από τις συνεχείς ερωτήσεις μας, τον Ιανουάριο του 2003 καταθέσαμε και σχετική Επερώτηση , ενώ σαφείς και τεκμηριωμένες ήταν οι προτάσεις μας κατά τη συζήτηση των σχετικών Νόμων. Και τελικά έχοντας σοβαρές και βάσιμες ανησυχίες για την κατάσταση στους μήνες αιχμής Ιούλιο και Αύγουστο 2004 κατάθεσα επίκαιρη ερώτηση με θέμα την επάρκεια ηλεκτρικής ισχύος και την αξιοπιστία του Εθνικού συστήματος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργεις στην περίοδο αιχμής . Το κείμενο της επίκαιρης ερώτησης έχει ως εξής: «Σύμφωνα με τις μελέτες της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας και με βάση τον ετήσιο ρυθμό αύξησης της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας, η αιχμή του φορτίου προβλέπεται να ανέλθει τον Ιούλιο στα επίπεδα των 10000 MW. Ο Υφυπουργός Ανάπτυξης διαβεβαίωσε πρόσφατα τη Βουλή ότι έχει διασφαλιστεί στη χώρα μας πλήρης επάρκεια ισχύος και τροφοδοσίας για την περίοδο Ιουλίου – Αυγούστου. Δήλωσε ότι η διαθέσιμη ισχύς στο Εθνικό Διασυνδεδεμένο Σύστημα είναι 10700 MW και ότι φέτος θα έχουμε 150 MW από τη Θίσβη και 1000 MW από εισαγόμενη ενέργεια. Η διεθνώς παραδεκτή λειτουργική εφεδρεία για ένα εθνικό σύστημα παραγωγής και μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας από τυχόν βλάβες στην παραγωγή ή τη μεταφορά επιβάλλουν ως εφεδρεία του συστήματος τουλάχιστον 15-20% της εγκαταστημένης ισχύος του. Ως γνωστόν το δικό μας εθνικό σύστημα από κατασκευής παρουσιάζει συνθήκες αστάθειας (μεγάλη παραγωγή στο βορρά και μεγάλη κατανάλωση στο νότο) και μετά από την απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας έλλειμμα στην παραγωγή από τη συνεχιζόμενη επενδυτική άπνοια των ιδιωτών παραγωγών. Η εγκατεστημένη και όχι η διαθέσιμη ισχύς του συστήματος είναι με βάση τα επίσημα στοιχεία της ΔΕΗ 10685 MW. Τέλος, οι εισαγωγές που έχουν συμβολαιοποιηθεί από βορρά και νότο δεν διασφαλίζουν εκ των προτέρων κάλυψη αιχμών της εσωτερικής ζήτησης ισχύος. Επειδή με βάση τα παραπάνω δεν εξασφαλίζονται για την περίοδο Ιουλίου – Αυγούστου συνθήκες άνετης λειτουργικής εφεδρείας του Συστήματος και επειδή σε περίπτωση τυχαίων καιρικών φαινομένων και βλαβών μπορεί να προκληθούν φαινόμενα διαπίδυσης αιφνίδιες διακοπές Ερωτάται ο κύριος Υπουργός: 1. Τι πρόσθετα μέτρα προτίθεται να πάρει, προκειμένου η χώρα να διασφαλίσει επάρκεια λειτουργικής εφεδρείας ηλεκτρικής ισχύος, ώστε να αποφευχθούν διακοπές πριν και κατά την τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων; 2. Έχει εκπονηθεί σχέδιο εκτάκτου ανάγκης στην περίπτωση τυχαίων καιρικών φαινομένων ή βλαβών από καύσωνα, σε φαινόμενα διαπίδυσης στους μονωτήρες των γραμμών μεταφοράς από αυξημένη υγρασία ή αιφνίδιες διακοπές λειτουργίας;» Η απάντηση από τον Υφ. κ. Σαλαγκούδη ήταν ότι τα πάντα έχουν ρυθμιστεί και κανένας κίνδυνος ή λόγος ανησυχίας συντρέχει για τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο. Δεν συμμερίστηκα την αισιοδοξία και τον εφησυχασμό του και δυστυχώς για όλους μας δικαιώθηκα. Αφού για μια ακόμα φορά η μισή ελληνική επικράτεια βυθίστηκε στο σκοτάδι. Ένας μίνι καύσωνας από μόνος του επέτυχε να απορυθμίσει το Εθνικό Σύστημα Ενέργειας και να βυθίσει την μισή χώρα στο σκοτάδι. Αν θέλουμε να δούμε το συμβάν στις πραγματικές του διαστάσεις και να απαντήσουμε στο ερώτημα γιατί μια αύξηση της θερμοκρασίας σε επίπεδα συνήθη για τα ελληνικά δεδομένα το μήνα Ιούλιο βύθισε τη χώρα στο χάρος. Η εξήγηση είναι απλή. Στο σταθμό παραγωγής του Λαυρίου μια μονάδα παραγωγής 300MW, ήταν εκτός λειτουργίας για λόγους συντήρησης. Οι επικεφαλείς του ΔΕΣΜΗΕ (Διαχειριστής Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας), προσπάθησαν να καλύψουν την αιφνίδια αύξηση της ζήτησης, που εμφανίστηκε πριν από την προγραμματισμένη ώρα, με την ένταξη στο σύστημα της πετρελαϊκής μονάδας του Λαυρίου που ήταν εκτός λειτουργίας για συντήρηση. Για όσο χρόνο οι αρμόδιοι της ΔΕΗ του Λαυρίου προσπαθούσαν να επαναλειτουργήσουν την μονάδα, άπαντες οι αρμόδιοι παρακολουθούσαν την μείωση της υψηλής τάσης (150 ΚV) του Συστήματος Μεταφοράς, να κατρακυλάει από τα 150 στα 130 KV για λόγους αύξησης του φορτίου από το μίνι καύσωνα, και ουδείς ανέλαβε την επιβεβλημένη για την περίπτωση ευθύνη, να προβεί στους απαραίτητους χειρισμούς, για πρόσκαιρες και μικρής διάρκειας διακοπές ηλεκτρικής ενέργειας από ορισμένες περιοχές, ώστε να συγκρατηθεί η υψηλή τάση του συστήματος σε αποδεκτό επίπεδο 140-145 KV, και να αποτραπεί το Black out . Ταυτόχρονα η ΔΕΗ πάσχιζε να θέσει σε επαναλειτουργία την μονάδα του Λαυρίου η οποία όμως δεν μπόρεσε να παραμείνει εντός λειτουργίας. Την στιγμή εκείνη λόγω αυξημένης αστάθειας της τάσης του συστήματος προκλήθηκε το Black out. Από τα παραπ’ανω προκύπτει ότι χωρίς προγραμματισμό και συντονισμό αντέδρασαν κυβέρνηση, ΔΕΣΜΗΕ και ΔΕΗ λίγο πριν και μετά το πρόσφατο μπλακάουτ. Η ηγεσία του Υπουργείου Ανάπτυξης κατηγόρησε ως κύριο υπεύθυνο τη διοίκηση του Διαχειριστή του Εθνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΔΕΣΜΗΕ), ενώ παράλληλα άφηνε αιχμές και στη ΔΕΗ. Υποστήριξαν ότι η αιχμή έφθασε στα 9.300 MW και ότι η εφεδρεία των 800MW που υπήρχε δεν ζητήθηκε από κανένα για να χρησιμοποιηθεί και ν’ αποφευχθεί το μπλακάουτ. Κυβέρνηση και ΠΑΣΟΚ μιλούν για εφεδρεία π[ου δεν ζητήθηκε κατηγορώντας τον ΔΕΣΜΗΕ και συγχρόνως αντιφάσκουν αφού κατηγορούν πάλι τον ΔΕΣΜΗΕ γιατί δεν προχώρησε σε διακοπές ρεύματος επί μέρους περιοχών και επαναπαύθηκε στην ισχύ που θα έδινε το Λαύριο. Όλα λοιπόν στην απελευθερωμένη αγορά Ηλεκτρικής Ενέργειας στην Ελλάδα στηρίζονται στις προγραμματισμένες περικοπές σε περίοδο αιχμής; Την κύρια όμως ευθύνη έχει η κυβέρνηση η οποία παρά την έγκαιρη προειδοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ, επιχείρησε να διασκεδάσει τα πράγματα με τις διακηρύξεις της για υπέρ επάρκεια του συστήματος, τις οποίες δυστυχώς συνεχίζει και σήμερα παρά το φιάσκο του Black out. Προτάσεις Α. Ηλεκτρενεργειακή Πολιτική - Θεσμικά μέτρα Ριζική επανεξέταση της ενεργειακής πολιτικής που ασκείται σήμερα στη χώρα, κυρίως στο θεσμικό πεδίο της απελευθέρωσης της ηλεκτρικής ενέργειας 1.Ανάληψη πρωτοβουλιών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, από τα κράτη μέλη της Ε.Ε , το Ευρωκοινοβούλιο, τα κόμματα προκειμένου να επανεξεταστούν ριζικά οι βασικές κατευθύνσεις οι στόχοι και οι κοινοί κανόνες μετά από την αρνητική εμπειρία που έχει αποκτηθεί σε παγκόσμιο και ευρωπαϊκό επίπεδο από τους νεοφιλελεύθερους πειραματισμούς στον ευαίσθητο τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, ώστε να εξασφαλίζεται η επάρκεια ενέργειας, η ασφαλής λειτουργία των ηλεκτρικών συστημάτων και η διατήρηση των τιμών σε κοινωνικά αποδεκτά επίπεδα. Για την αντιμετώπιση άμεσα της επικίνδυνης κατάστασης που έχει δημιουργηθεί στο Ελληνικό Σύστημα προτείνονται: 1. Να εφαρμοστεί επιτέλους ο μακροχρόνιος ενεργειακός σχεδιασμός που αποτελεί τη δικλείδα ασφάλειας του ενεργειακού εφοδιασμού και της ισόρροπης ανάπτυξης της ηλεκτρενεργειακής παραγωγής. 2. Να διατηρηθεί ο δημόσιος έλεγχος και η ενιαία καθετοποιημένη λειτουργία της ΔΕΗ, ως βασικού εγγυητή της ασφαλούς λειτουργίας του ηλεκτρικού συστήματος, ώστε να εξασφαλίζεται ο συντονισμός και η αποδοτική λειτουργία του συστήματος 3.Να επανεξεταστεί η επαναφορά του ΔΕΣΜΗΕ στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων της ΔΕΗ και να υπάρξει ένας ενιαίος διαχειριστής δικτύων μεταφοράς και διανομής, εντός ΔΕΗ, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 και 15 της κοινοτικής οδηγίας 2003/54/ΕΚ. Με αυτό τον τρόπο θα εξομαλυνθούν οι ασυμβατότητες, η ασυνεννοησία και η αναποτελεσματικότητα των πολλαπλών κέντρων διαχείρισης και εποπτείας του συστήματος που όχι μόνο δεν επικοινωνούν αλλά ανταγωνίζονται μεταξύ τους κάτω από αδιαφανείς και απροσδιόριστες σκοπιμότητες με αποτέλεσμα να αποδυναμώνεται η αξιοπιστία του Εθνικού Διασυνδεδεμένου Συστήματος Παραγωγής, Μεταφοράς και Διανομής. Όπως η Γαλλία έλυσε το πρόβλημα του Διαχειριστή του δικτύου μεταφοράς , του ΔΕΣΜΗΕ, με το να τον διατηρήσει μέσα στο όλο σύστημα της δημ.οσιας επιχείρησης EDF. 4. Να αρθούν όλες οι επενδυτικές απαγορεύσεις σε βάρος της ΔΕΗ που εισήγαγε ο νόμος 3175/2003, ώστε να μπορεί η ΔΕΗ να συμμετέχει με ίσους όρους, στις αδειοδοτήσεις και στους διαγωνισμούς που θα προκηρυχθούν άμεσα και στο μέλλον. Με αυτό τον τρόπο θα διασφαλιστεί η επενδυτική συνέχεια και δεν θα οδηγηθούμε σε νέες άγωνες διαδικασίες. Η ΡΑΕ στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της να περιορίσει την εγκατάσταση νέων μονάδων είτε από αδειοδότηση είτε από διαγωνισμό μόνο στο Νότιο σύστημα μέχρις ότου διασφαλιστεί η ευστάθεια του συστήματος, εφαρμόζοντας τις διατάξεις του άρθρου 24 της οδηγίας 2003/54/ΕΚ. Β. Ηλεκτρενεργειακή Πολιτική - Τεχνικά μέτρα 1.ʼμεση ολοκλήρωση των προγραμματισμένων κέντρων διανομής στο λεκανοπέδιο της Αττικής, προκείμενου να αποφευχθούν πρόσθετες επιβαρύνσεις στα δίκτυα μέσης και χαμηλής τάσης κατά την κρίσιμη περίοδο 2004-2005. 2.Συνολική επανεξέταση του έργου «Κέντρο Υπερυψηλής Τάσης Αργυρούπολης» (ΚΥΤ Αργυρούπολης) που μπορεί να εκσυγχρονιστεί και να ενισχυθεί με τη χρήση νέων τεχνολογιών (αζώτου υπό πίεση) που θα περιορίσουν την έκτασή του, θα αναβαθμίσουν τη τάση του και θα προστατεύσουν αποτελεσματικά το περιβάλλον. 3.ʼμεσα μέτρα συντήρησης και βελτίωσης των δικτύων μεταφοράς καθώς και ενίσχυση της εγκατεστημένης ισχύος των κέντρων υπερυψηλής τάσης του λεκανοπεδίου Αττικής (Κουμουνδούρου, Αχαρνών, Αγ. Στεφάνου, Αργυρούπολης). Γ. Φυσικό Αέριο 1.ʼρση της ανισόρροπης διείσδυσης του φυσικού αερίου όπου η κατανάλωση περιορίζεται κυρίως στον τομέα της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και δεν διοχετεύθηκε στον τομέα της βιομηχανικής και οικιστικής κατανάλωσης με τη μορφή της άμεσης καύσης. Η χρήση του φυσικού αερίου ως καυσίμου στο βιομηχανικό τριτογενή και οικιστικό τομέα παρουσιάζει πολλαπλασιαστικά οφέλη: χαμηλό κόστος χρήσης, μείωση εκπομπών CO2 και σημαντική βελτίωση του ενεργειακού συστήματος καθώς η άμεση καύση του διπλασιάζει το συντελεστή απόδοσης του καυσίμου. Πρέπει να αποτελεί μακροχρόνιο στόχο η αξιοποίηση του φυσικού αερίου για την υποκατάσταση της ηλεκτρικής ενέργειας. Πρέπει να υπάρξουν κίνητρα και επιδοτήσεις για τη μετατροπή των εγκαταστάσεων και την αγορά συσκευών του φυσικού αερίου καθώς και επανεξέταση των τιμολογίων της χρήσης Φ.Α. Γ. Ενέργεια και Περιβάλλον 1.Προγράμματα ενημέρωσης για εξοικονόμηση ενέργειας με τον περιορισμό της σπατάλης κατά τη χρήση των συσκευών ηλεκτρικής κατανάλωσης που θα συνοδεύονται από μηχανισμούς ελέγχου της υλοποίησης τους (Κλιματιστικά Θερμοσίφωνες Φωτισμός κ.λ.π). Καθώς και συγκεκριμένα, άμεσα μέτρα εξοικονόμησης ενέργειας για την περίοδο διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων με σχετική επικοινωνιακή παρέμβαση. 2.ʼμεση επέκταση και ενίσχυση των ηλεκτρικών δικτύων μεταφοράς καθώς και άρση των γραφειοκρατικών φραγμών, προκειμένου να επιταχυνθούν οι επενδύσεις για την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Ενίσχυση της επενδυτικής κατεύθυνσης προς τις ανανεώσιμες μικρές και διάσπαρτες μονάδες με πρόσθετα μέτρα στήριξης. 3.ʼμεση έναρξη εφαρμογής της ισχύουσας νομοθεσίας και των κανονισμών που αφορούν στην ενεργειακή συμπεριφορά των κτιρίων και κατοικιών καθώς και στη βελτίωση των χαρακτηριστικών των οικιακών ηλεκτρικών συσκευών. 4.Αυστηρή εφαρμογή της οδηγίας 2001/80/ΕΚ στις μεγάλες εγκαταστάσεις καύσης, στους λέβητες θέρμανσης των κτιρίων και στις μονάδες ηλεκτροπαραγωγής 5.Ανάπτυξη ειδικότερα των αιολικών πάρκων στο Νότιο πεδίο και στα νησιά που προσφέρονται για την αξιοποίηση της αιολικής ενέργειας. Ενίσχυση των υφισταμένων δικτύων για την ταχύρυθμη προώθηση των αιολικών πάρκων. 6.Αντικατάσταση των ηλεκτροστατικών φίλτρων παλαιάς τεχνολογίας με νέα που επιτυγχάνουν απόλυτη κατακράτηση ρύπων και σωματιδίων σε όλες τις λιγνιτικές μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. 7.Συγκεκριμένα μέτρα εφαρμογής του πρωτοκόλλου του Κυότο με τη μορφή νομικής δέσμευσης.
 
Περισσότερα Άρθρα...


Σελίδα 15 από 24