Home Πολιτική Δραστηριότητα
Ομιλίες

Εισήγηση στην Ημερίδα του Τμ. Γυναικών ΣΥΝ Θεσ/νίκης "Προβλήματα Απασχόλησης - Συνθήκες, Σχέσεις Εργασίας Των Γυναικών Στην Ελλάδα, Κατευθύνσεις Της Ε.Ε."

E-mail Εκτύπωση PDF
Παρόλο που η συμμετοχή της Ελλάδας στην Ε.Ε. και την Ο.Ν.Ε. ήταν πολιτικά αναγκαία, η συνολική οικονομική κατάσταση της χώρας χειροτερεύει αντί να βελτιώνεται . Η πρόσδεση της αδύνατης ελληνικής οικονομίας στο ισχυρό Ευρώ, με τον τρόπο που έγινε και λειτουργεί, κατέληξε σε μια διαρκή πηγή προβλημάτων για την οικονομία, πιέσεων στους μισθούς και την απασχόληση και κινδύνων περιθωριοποίησης στο πλαίσιο της Ευρωζώνης. Με τις συνθήκες αυτές η Ο.Ν.Ε. εξακολουθεί να αξιοποιείται ως μέσο πίεσης για την αναδιανομή του εθνικού εισοδήματος σε βάρος της εργασίας, ενώ η δημοσιονομική σταθεροποίηση στηρίχθηκε στη "δημιουργική λογιστική" και στη συγκάλυψη των πραγματικών κοινωνικών αναγκών. Η Κυβέρνηση επιμένει ότι οι ρυθμοί ανάπτυξης της τάξης του 4% συνιστούν ένδειξη οικονομικού δυναμισμού. Οι παράγοντες όμως που τον καθορίζουν είναι συγκυριακοί, όπως: μείωση των επιτοκίων, Κοινοτικά κονδύλια, έργα Ολυμπιακών αγώνων. Αλλά έστω και αυτή η συγκυρία δεν λειτουργεί ως μέσο ενδυνάμωσης της οικονομίας και της κοινωνικής συνοχής, αφού κατανέμει αυτή τη μεγέθυνση άνισα, συντηρώντας της ανισότητες μεταξύ κατανάλωσης και επενδύσεων, μεταξύ Περιφερειών και μεταξύ κοινωνικών τάξεων και κοινωνικών ομάδων, όπως οι νέοι και οι γυναίκες. Εκτός από τα παγιωμένα δομικά χαρακτηριστικά που διαμορφώνουν το στρεβλό μοντέλο ανάπτυξης, η ασκούμενη πολιτική με το πρόσχημα ενός ιδιότυπου πλέον "εκσυγχρονισμού" υιοθετεί νεοφιλελεύθερες πολιτικές όπως ιδιωτικοποιήσεις, ελαστικοποίηση των σχέσεων εργασίας, συμπίεση των μισθών, εκχωρήσεις δημόσιας γης, που προφανώς επιδεινώνουν την κατάσταση και μεγεθύνουν τις ανισότητες. Είναι έτσι χαρακτηριστικό ότι ο ΟΟΣΑ κατατάσσει τη χώρα μας μεταξύ των τριών μελών του με τις μεγαλύτερες ανισότητες. Η Ελλάδα εμφανίζει, με τα δεδομένα της Ευρώπης, τα μεγαλύτερα ποσοστά φτώχιας ενώ οι περισσότερες Ελληνικές Περιφέρειες καταλαμβάνουν την τελευταία θέση. Χαρακτηριστικό αυτής της "αδύναμης" οικονομίας είναι βέβαια η δομική ανεργία και η χρόνια υποαπασχόληση του ικανού για εργασία πληθυσμού. Η μεγέθυνση της οικονομίας όχι μόνο δεν έλυσε το πρόβλημα της ανεργίας, αλλά αντίθετα αποκάλυψε μια χρόνια κρίση της απασχόλησης. Έτσι, με τους επίσημους δείκτες: · Το 1990 το ποσοστό της ανεργίας ήταν το 7% του εργατικού δυναμικού της χώρας. · Το Νοέμβριο του 2001: σε επίπεδο χώρας ήταν 10,7% και στο Π.Σ. Θεσσαλονίκης 14,3%, όταν στο σύνολο της Ε.Ε. ήταν 7,4%. · Το Σεπτέμβριο του 2002: σε επίπεδο χώρας ήταν 9,90% και στο Π.Σ.Θ. 12,70%, όταν ποσοστό ανεργίας στο σύνολο της Ε.Ε. το Νοέμβριο 2002 ήταν 7,7%. Είναι δηλαδή η Ελλάδα, η δεύτερη χώρα (μετά την Ισπανία) με το μεγαλύτερο ποσοστό ανεργίας. Τα ποσοστά της ανεργίας της Θεσσαλονίκης είναι πολύ μεγαλύτερα από τα Εθνικά, τα οποία ούτως ή άλλως είναι δυσμενή, παρά τη σχετικά μικρή μείωση που θεωρούμε ότι είναι συγκυριακή και ότι εντοπίζεται στο Λεκανοπέδιο Αττικής και δυστυχώς παρουσιάζουν και σημαντική αύξηση, παρά την παρατηρούμενη μείωση του εργατικού δυναμικού (-2,67% από 1998 έως 2002). Στις γυναίκες επίσης τα πράγματα είναι πολύ δυσμενέστερα: Για το σύνολο των γυναικών η ανεργία παραμένει στο 15,5% (στην Θεσ/νίκη 16,9%) - το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό μετά την Ισπανία, ενώ για τις νέες γυναίκες το ποσοστό ανέρχεται στο 33,7% (στη Θεσσαλονίκη 34,83%), δηλαδή μία στις τρεις γυναίκες είναι άνεργη. Επίσης σύμφωνα με τα στοιχεία του ΚΕΠΕΑ της ΓΣΕΕ το 66% των ανέργων που ζητούν εργασία είναι γυναίκες και το 34% άνδρες. Παράλληλα η πλήρης , σταθερή και αξιοπρεπής εργασία έχει τεθεί ουσιαστικά υπό διωγμό. Στη θέση της προωθούνται υποβαθμισμένες μορφές απασχόλησης ( συμβασιούχοι ορισμένου χρόνου , εποχιακοί, μερικά απασχολούμενοι, ωρομίσθιοι) Ενώ τα δικαιώματα περιορίζονται συνεχώς, φθάνοντας ακόμη και στην επίσημη υιοθέτηση του "ενοικιαζόμενου" εργαζόμενου. Έχουμε έτσι μια διαλυτική απορύθμιση των εργασιακών σχέσεων και την πλήρη υποβάθμιση της εργασίας. Το τελευταίο εξάμηνο μάλιστα (Οκτώβριος 2002- Μάρτιος 2003) σε επίπεδο χώρας διαπιστώνεται και πάλι ανησυχητική τάση συρρίκνωσης της απασχόλησης, που δεν αναμένεται να αναστραφεί σύντομα. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΑΕΔ που δημοσιεύονται στο τελευταίο Δελτίο της Τραπέζης της Ελλάδος, οι θέσεις εργασίας των μισθωτών στον ιδιωτικό τομέα μειώθηκαν κατά 59418. Όταν σύμφωνα με τα συγκριτικά στοιχεία του ΣΕΒ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής οι Βιομηχανικέ Επιχειρήσεις της Ελλάδας είχαν μεγαλύτερα κέρδη από τις επιχειρήσεις της Ευρωζώνης ( άρχισε το 1990 να αποτιμάται σε 0,6 έναντι 2,3 της ευρωζώνης, το 1999 έφθασε το 5% έναντι 3,6 στην ευρωζώνη και το 2000 σε 4,2%). Οι ελληνικές επιχειρήσεις είχαν τις χαμηλότερες φορολογικές επιβαρύνσεις μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ και τα ίδια κεφάλαια τους είναι υψηλότερα από αυτά των Ευρωπαίων. Ο ΣΕΒ όμως πρόσφατα κινδυνολογεί για περαιτέρω αύξηση της ανεργίας και η Κυβέρνηση προσπαθεί να ανακαλύψει κέντρα συνωμοσίας, αντί να εμβαθύνει στις πραγματικές αιτίες που επιδείνωσαν ακόμη περισσότερο την κατάσταση φθάνοντας στις μαζικές πτωχεύσεις, με αποτέλεσμα τις απολύσεις εργαζομένων ως μορφή χιονοστιβάδας. Η μείωση της απασχόλησης όπως καταγράφεται από τον ΟΑΕΔ συνδέεται με τα προβλήματα που παρουσιάζουν τα δίκτυα λιανικής, η μεταποίηση, ο παραδοσιακός κλάδος ιματισμού κ.α., οδηγώντας πολλές από αυτές σε περιορισμό των δραστηριοτήτων τους και μείωση του προσωπικού και τώρα τελευταία στις πτωχεύσεις. Στους τομείς αυτούς εργασίας απασχολείται κυρίως το γυναικείο εργατικό δυναμικό, γι’ αυτό και παρατηρείται επιδείνωση της κατάστασης και διαρκώς αυξανόμενη υψηλή ανεργία στις γυναίκες. Ας δούμε όμως ποια είναι η πορεία των συζητήσεων και αποφάσεων για τα προβλήματα την απασχόλησης και ιδιαίτερα των γυναικών στην Ε.Ε.: Μεταξύ των άλλων, το μεγάλο αίτημα των πολιτών της Ενωμένης Ευρώπης, που παραμένει ακόμη στοίχημα των χωρών της , είναι το κοινωνικό κράτος, το κράτος της απασχόλησης, της ισότητας και της κοινωνικής συνοχής. Επιμένουν οι ηγέτες της ότι τα θέματα της απασχόλησης και της κοινωνικής πολιτικής είναι κορυφαία σε κάθε συζήτηση και γι’ αυτό τα Ευρωπαϊκά Συμβούλια του ʼμστερνταμ, της Λισσαβόνας και της Νίκαιας ήταν σταθμοί στην ιστορία αυτή. Στα πλαίσια αυτά, στη Λισσαβόνα τέθηκε ο στόχος της αύξησης της συμμετοχής των γυναικών από 53% στο 60% μέχρι το 2010 και δόθηκε η εντολή να διερευνηθούν οι λόγοι για τις διαφορές στην αγορά εργασίας. Καταγράφεται έτσι ότι οι άνδρες αμείβονται τουλάχιστον 14% περισσότερο από τις γυναίκες, η εκπροσώπηση των γυναικών είναι σημαντικά μικρότερη στις επιχειρήσεις, καθώς και σε κάθε πολιτικό και θεσμικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ βασικά δικαιώματα στο χώρο εργασίας δε γίνονται πάντα σεβαστά. Παρά το γεγονός ότι οι διαφορές των δυο φύλων αμβλύνθηκαν σε όλες τις χώρες, στο θέμα της απασχόλησης παραμένουν σημαντικές, με εντονότερες αυτές στα νότια κράτη-μέλη της Ε.Ε., Ισπανία, Ελλάδα και Ιταλία. Δυσμενής είναι επίσης σε όλες τις χώρες η θέση των γυναικών στην αγορά εργασίας, αφού εργάζονται σε χαμηλόβαθμες θέσεις, με μερική απασχόληση κυρίως στον κλάδο των υπηρεσιών και το δημόσιο τομέα, ενώ η μεγαλύτερη επαγγελματική ομάδα μεταξύ των γυναικών είναι οι πωλήτριες, οι οικιακοί και προσωπικοί βοηθοί κα. Μεταξύ των στόχων της Ε.Ε. και της Ελληνικής προεδρίας είναι η προώθηση του mainstreaming, δηλαδή της ενσωμάτωσης και της διάχυσης της διάστασης του φύλου σε όλες τις πολιτικές και δράσεις. Στηρίζεται στη λογική, που βιάστηκε να ενσωματώσει η Ελληνική κυβέρνηση, για τα «ολοκληρωμένα σχέδια ισότητας», ότι οι σχετικές δράσεις είναι ζήτημα «κοινωνικής εταιρικής ευθύνης». Δηλαδή, οι επιχειρήσεις και οι κοινωνικοί εταίροι θα αναλάβουν την ευθύνη για να ενσωματώσουν τους κοινωνικούς προβληματισμούς στην επιχειρηματική τους δραστηριότητα και να εφαρμόσουν έτσι μεταξύ άλλων και θετικές δράσεις υπέρ των γυναικών με τη λήψη μέτρων για την ενίσχυση και βελτίωση της θέσης τους, και μάλιστα αυτό τονίζεται συνεχώς, «σε συνθήκες ανταγωνισμού». Οι επιχειρήσεις και οι κοινωνικοί εταίροι καλούνται να διαχειριστούν την κοινωνική αλλαγή, δηλαδή να προωθήσουν την κοινωνική, βιώσιμη ανάπτυξη, την ισότητα και κατ’ επέκταση την κοινωνική αλληλεγγύη σε συνθήκες ανταγωνισμού, πολλές φορές αθέμιτου, άκρατου ή και κατευθυνόμενου από τα ισχυρά οικονομικά συμφέροντα και τα κέντρα εξουσίας (διαπλοκή). Πως είναι δυνατό η ελληνική κυβέρνηση να περιμένει να λύσει το πρόβλημα μόνο μέσω της θέσπισης κινήτρων προς τις επιχειρήσεις για να προωθήσουν την άρση των διακρίσεων ανδρών και γυναικών ή μέσω των μεγαλόπνοων σχεδίων για την ένταξη της διάστασης του φύλου στην κοινωνία της γνώσης και της πληροφορίας», όταν γνωρίζει πολύ καλά ότι για την πρώτη περίπτωση, στις επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα, παρ’ όλες τις επιχορηγήσεις και κίνητρα, η πλειοψηφία των απολυόμενων είναι γυναίκες και μάλιστα μέσης ηλικίας, χωρίς προοπτικές επανένταξης στην εργασία. Ή για τη δεύτερη περίπτωση, ότι στις γυναίκες δεν λείπει η σύγχρονή γνώση και κατάρτιση, τουλάχιστον στις νέες γυναίκες που τα ποσοστά πτυχιούχων είναι υψηλότερα των ανδρών, ενώ σ’ αυτές τις νέες γυναίκες ή ανεργία φθάνει το 34%, το μεγαλύτερο στην Ευρώπη; Για την καταπολέμηση της ανεργίας των γυναικών, εκτός από τη θεσμική θωράκιση της ισότητας, που και στη χώρα μας έγινε σε ικανοποιητικό βαθμό και συμπληρώθηκε με την τελευταία αναθεώρηση του Συντάγματος (αρ.16, παρ.2), απαιτούνται -πέρα από τις γενικότερες αναφορές- κατ’ αρχήν κοινωνικές υποδομές που θα στηρίξουν την οικογένεια (για να μην αποτελεί εμπόδιο στην ένταξη ή επανένταξη των γυναικών στην εργασία), αλλά και επιμέρους βραχυπρόθεσμα και μακροχρόνια μέτρα για την πρόσβαση στην εργασία, την επαγγελματική προώθηση και κατάρτιση, τον έλεγχο των συνθηκών εργασίας, την προστασία και ασφάλεια της εργαζόμενης και τις αποδοχές της, γιατί εκτός από τα υψηλά ποσοστά ανεργίας έχουμε και χαμηλές αμοιβές και παραβίαση της εργατικής νομοθεσίας. Και βέβαια είναι αναγκαία η συστηματική καταγραφή της κατάστασης της ανεργίας των γυναικών, με έμφαση στην ανεργία μακράς διαρκείας. Πέραν αυτών όμως, η δική μας βασική αρχή είναι ότι την κοινωνική ενσωμάτωση των γυναικών με το πιο σημαντικό μέσο την εργασία, είναι ευθύνη του κράτους να τη προωθήσει. Οι κοινωνικοί εταίροι και οι επιχειρήσεις θα έρθουν μετά, για τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας και τον καθορισμό των αποδοχών και βέβαια με την εποπτεία και το κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο του κράτους. Τι γίνεται με τους Κοινοτικούς πόρους: Ένα μέρος των σημαντικών πόρων του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου, μέσω ενός ολοκληρωμένου σχεδιασμού δράσεων και υποστηρικτικών υπηρεσιών, πρέπει να κατευθυνθεί στις γυναίκες που απειλούνται από την ανεργία λόγω διαρθρωτικών αλλαγών ή λόγω ελλιπούς κατάρτισης. Μέσω αυτών των πόρων του Γ/ ΚΠΣ έχουν σχεδιασθεί και μια σειρά άλλων προγραμμάτων, παρ’ όλα αυτά πρόσφατα σε Ερώτησή μου στη Βουλή, επεσήμανα ότι και ο Πρόεδρος του ΟΑΕΔ, εξέφρασε φόβους ότι μόνο το 50% των στόχων για τη δημιουργία νέων επιδοτούμενων θέσεων εργασίας θα επιτευχθεί και ότι κατά το ΚΕΠΕΑ, μόλις το 6% των επιχειρήσεων δείχνουν ενδιαφέρον για την πρόσληψη ανέργων γυναικών μέσω των προγραμμάτων. Έχουμε επίσης επισημάνει πολλές φορές ότι οι ειδικότεροι αλλά εξίσου σημαντικοί παράγοντες που συντελούν στην επιδείνωση -αντί ανάκαμψη- της κατάστασης, παρ’ όλο που βρισκόμαστε στα μέσα του Γ’ ΚΠΣ, είναι η ανυπαρξία βιομηχανικής πολιτικής, ιδιαίτερα στην Περιφέρεια, στους κρίσιμους κλάδους της ένδυσης, η συρρίκνωση των Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων, τα προβλήματα που βιώνουν οι μικροί (μεταξύ των οποίων πολλές είναι γυναίκες) και οι νέοι αγρότες με αποτέλεσμα να εγκαταλείπουν την ύπαιθρο και να προστίθενται στους ανέργους των κέντρων, και βέβαια ο ημιτελής, αναποτελεσματικός σχεδιασμός των δράσεων για την απασχόληση από το Α’, Β’ και Γ’ ΚΠΣ και η κακοδιαχείρησή τους. Μετά από είκοσι χρόνια ροής Κοινοτικών πόρων, παρά τα υψηλά συνολικά κέρδη των επιχειρήσεων και τις χαμηλές αμοιβές των μισθωτών σε σχέση με τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο, η Ελληνική οικονομία και κοινωνία, αφού σπατάλησε προκλητικά χρόνο, χρήματα και ευκαιρίες, κινδυνεύει να χάσει οριστικά το τρένο της πραγματικής σύγκλισης και της κοινωνικής συνοχής. Η χώρα μας παραμένει τελευταία μέσα στους «15» σε βιοτικό επίπεδο, πρώτη στο έλλειμμα του ισοζυγίου πληρωμών και δεύτερη στην ανεργία της μεγάλης ανισότητας (γυναίκες, νέοι, περιφέρειες) και τον πληθωρισμό. Πέρα όμως από τα δομικά χαρακτηριστικά ενός στρεβλού μοντέλου ανάπτυξης, η περαιτέρω όξυνση των προβλημάτων οφείλεται στην δεξιόστροφη νεοφιλελεύθερης έμπνευσης οικονομική πολιτική την οποία έχει υιοθετήσει πλέον το κυβερνών κόμμα, που αντί για ένα αναγκαίο παραγωγικό και διοικητικό εκσυγχρονισμό της χώρας σε προοδευτική κατεύθυνση, δηλαδή με τα εργαλεία κοινωνικής και περιφερειακής σύγκλισης και ενός Δημοκρατικού Προγραμματισμού (αποτελεσματικού) για τη βιώσιμη ανάπτυξη του τόπου, επιδιώκεται να φορτωθούν τα πάντα στην συμπίεση των μισθών, στην ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων και δικαιωμάτων. Το πρόβλημα είναι ότι η χώρα μας υιοθέτησε βίαια και ανάλγητα της συνταγές της νεοφιλελεύθερης πολιτικής και βρέθηκε στο περιβάλλον της «ανταγωνιστικής παγκοσμιοποίησης» όπου η οικονομία και η ανάπτυξη των χωρών αφήνονται στην κυριαρχία των αγορών και η κοινωνία μας, οι εργαζόμενοι -και πολύ περισσότερο οι ευπαθείς ομάδες πληθυσμού- είναι έκθετοι στον ανταγωνισμό. Δυστυχώς η παγκοσμιοποίηση του κεφαλαίου και του εμπορίου δεν συνοδεύεται από την παγκοσμιοποίηση των δικαιωμάτων. Όσο περισσότερο η οικονομία της χώρας συνδέεται με τη διεθνή αγορά, τόσο παρατηρείται μείωση των κρατικών οικονομικών παροχών του κοινωνικού τομέα, που είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την προστασία της εργασίας και την ισότητα. Οι κατακτήσεις των εργαζομένων στηρίζονται στο μοντέλο της σταθερής, εξαρτημένης, αορίστου χρόνου εργασίας. Η αναδυόμενη ιδεολογία της αγοράς, γίνεται σήμερα συνώνυμη με τον άκρατο ανταγωνισμό και το περιβάλλον που δημιουργεί είναι εχθρικό με την ισότητα, την κοινωνική αλληλεγγύη και εν τέλει με τον πολιτικό έλεγχο στο φαινόμενο των αγορών και την προάσπιση της Δημοκρατίας. Στο ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟ εκτός από τις καθημερινές παρεμβάσεις μας στη Βουλή, για τα θέματα της απασχόλησης, της ισότητας και των κοινωνικών παροχών και της συνεχούς παρουσίας μας στο συνδικαλιστικό κίνημα, στα σωματεία των εργαζομένων και στους χώρους δουλειάς, έχουμε καταθέσει μια σειρά προτάσεων νόμου, που θέτουν σε μια διαφορετική κοινωνική, προοδευτική βάση την επίλυση των προβλημάτων της ανεργίας και των ανισοτήτων στους εργαζόμενους και κυρίως στις ευπαθείς ομάδες πληθυσμού, με βασικότερες τις προτάσεις Νόμου · Για την προώθηση της ισότητας των φύλων ( Νοέμβριος 1999) · Για την καθιέρωση 35ωρης εβδομαδιαίας εργασίας ( Ιούλιος 2000) · Για την προστασία των ηλικιωμένων, των ανέργων μακράς διάρκειας, για την επιμήκυνση της επιδότησης της ανεργίας και της εξασφάλισης ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης όλων των ανέργων (Ιούλιος 2000) Ιδιαίτερα όμως ήταν παραγωγικό το προγραμματικό μας Συνέδριο, τα κείμενα του οποίου, οι προβληματισμοί και οι τοποθετήσεις των Συνέδρων αφιερώνουν το μεγαλύτερο μέρος τους για στην σύνθεση και τεκμηρίωση μιας ολοκληρωμένης πρότασης «της Αριστεράς της εποχής μας», που θέλει να εκφράσει ο ΣΥΝ, για τα κρίσιμα θέματα της απασχόλησης, της ασφάλειας και προστασίας των εργαζομένων και παράλληλα της ανάπτυξης της χώρας μας με όρους κοινωνικής σύγκλισης, περιβαλλοντικής προστασίας και της ανάδειξης ενός πολιτικού ριζοσπαστικού λόγου για την επίλυση των προβλημάτων και όχι με τη διαχειριστική λογική που επιβάλλει ο ανταγωνισμός των αγορών και τα διαπλεκόμενα κέντρα εξουσίας και συμφερόντων που δημιουργούν.
 

Τοποθέτηση στη Διημερίδα της Γ. Γραμματείας Ισότητας και Απόδημου Ελληνισμού με θέμα: "Η Ελληνίδα της Διασποράς"

E-mail Εκτύπωση PDF
Κύριε Υφυπουργέ, Κύριε Γ. Γραμματέα Ισότητας & Απόδημου Ελληνισμού, Κύριοι συνάδελφοι, Εκ μέρους του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ, και ιδιαίτερα του τμήματος γυναικών αυτού, χαιρετίζω από την καρδιά μου αυτήν την εκδήλωση και εύχομαι κάθε επιτυχία στις εργασίες του διήμερου για «την Ελληνίδα της Διασποράς». Την ελληνίδα αυτής της δεύτερης μεγάλης Ελλάδας, που αγωνίζεται και πολύ συχνά διαπρέπει και διακρίνεται σε συνθήκες ιδιαίτερες και δύσκολες. Αυτός ο οικουμενικός ελληνισμός των εκατομμυρίων ελλήνων, σε περισσότερες από 140 χώρες του κόσμου, που είναι δημιούργημα ιστορικών και κοινωνικών διεργασιών, προσδίδει στη χώρα μας μια δυναμική διεθνή διάσταση και της προσφέρει τη δυνατότητα της δημιουργικής παρουσίας ανά την υφήλιο. Οι έλληνες της διασποράς κατόρθωσαν, όχι μόνο να επιβιώσουν, αλλά και να αναπτύξουν δραστηριότητες και πρωτοβουλίες με στόχο τη διατήρηση της συνείδησης και της ιστορικής και πολιτιστικής μας κληρονομιάς, στα πλαίσια του πολυπολιτισμικού μοντέλου που κυριαρχεί διεθνώς. Στον αγώνα αυτόν κυρίαρχη και ισχυρή ήταν η παρουσία και η συμβολή της ελληνίδας της διασποράς. Ο ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ έχει από την αρχή υποστηρίξει το θεσμό του Συμβουλίου Απόδημου Ελληνισμού, και θεωρεί θετική εξέλιξη τις ξεχωριστές θεματικές συνεδρίες, όπως αυτές που γίνονται από το δίκτυο των Απόδημων Ελληνίδων, διότι εξυπηρετούν την πραγματική ανάγκη για επικοινωνία, ανταλλαγή απόψεων και ιδεών, και βέβαια σύσφιξη των σχέσεων. (Επίσης οι οργανωτικές υπεύθυνες για τις γυναίκες στις περιφέρειες είναι θετικό βήμα). Οφείλουμε όμως να παρατηρήσουμε, ότι από το 1995, που έγινε η πρώτη συνάντηση στη Θεσσαλονίκη των ελληνίδων της διασποράς, έγιναν αρκετά, όμως η αναμενόμενη δυναμική δεν αποκτήθηκε. Πρέπει οι δίαυλοι της επικοινωνίας και συνεργασίας να διευρυνθούν. Η συνεργασία ανάμεσα στα τμήματα του απανταχού ελληνισμού να συστηματοποιηθεί. Ήδη, η μόνιμη επιτροπή ισότητας και ανθρώπινων δικαιωμάτων του ελληνικού κοινοβουλίου, που άρχισε τη λειτουργία της πρόσφατα, θα μπορεί να βοηθήσει σημαντικά στο σχεδιασμό κοινοβουλευτικών επαφών με κοινοβούλια χωρών στα οποία μετέχουν ελληνίδες στην καταγωγή, θα συγκεντρώσει πληροφορίες και ύλη, προκειμένου η εθνική αντιπροσωπεία να έχει καλύτερη γνώση των ζητημάτων που απασχολούν τις απόδημες. Ας δούμε όμως. Υπάρχουν άραγε ειδικά ζητήματα που αφορούν τις απόδημες; Δεν είναι τα προβλήματα ίδια για άνδρες και γυναίκες; Γνωρίζουμε όλοι και όλες σ΄ αυτήν την αίθουσα, ότι καμία κοινωνία στον κόσμο δε μεταχειρίζεται το ίδιο τα δύο φύλλα. Αυτή ήταν η μελαγχολική διαπίστωση της IV Διάσκεψης του ΟΗΕ για τις γυναίκες στο Πεκίνο το 1995. Το κοινωνικά κατασκευασμένο γυναικείο φύλο είναι φορέας και παράγοντας διακρίσεων και ανισοτήτων. Και αυτό, ενώ η πρόσφατη αποκωδικοποίηση του ανθρώπινου γονιδιώματος έδειξε ότι δεν υπάρχει καμία διαφορά στο ανθρώπινο DNA μεταξύ ανδρών και γυναικών. Δυστυχώς όμως, στην κοινωνία δεν είναι αυταπόδεικτη αλήθεια η ίση πρόσβαση των γυναικών στην υγεία, παιδεία, εργασία, η ίση συμμετοχή τους στην πολιτική. Και εάν τα παραπάνω ισχύουν για τα μέλη της ίδιας κοινωνίας, φαντασθείτε πόσο αυξάνονται οι δυσκολίες για τις γυναίκες που πηγαίνουν να εγκατασταθούν και να εργασθούν σε άλλη χώρα. Σήμερα εμείς έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης, καθώς η χώρα μας φιλοξενεί μεγάλο μεταναστευτικό πληθυσμό. Οι μετανάστριες και πρόσφυγες είναι το πιο ευάλωτο τμήμα, του έτσι κι αλλιώς ευάλωτου κοινωνικού τμήματος των μεταναστών και προσφύγων, για τους οποίους εμείς ζητούμε την ένταξη στον οικονομικό και κοινωνικό ιστό της χώρας. Και το ζητούμε και από λόγους αρχών και για το γεγονός, ότι μια άλλη Ελλάδα είναι εκτός των συνόρων, και αναμένουμε τα μέλη της να ζουν και να αναπτύσσονται σε φιλικό κοινωνικό περιβάλλον. Η ελληνική Προεδρία κατά τη Σύνοδο Κορυφής της Ε.Ε. έχει να αντιμετωπίσει, μεταξύ των άλλων πολύ σημαντικών θεμάτων, και τα θέματα της μεταναστευτικής πολιτική της Ε.Ε. Πολλές ελληνίδες διαπρέπουν στις χώρες-δεύτερες πατρίδες. Και όταν αυτό το ακούμε, καταλαβαίνουμε το μόχθο, αλλά και το ταλέντο που κρύβεται πίσω από κάθε τέτοια ανάδειξη στον επιστημονικό, κοινωνικό, επιχειρηματικό και πολιτικό τομέα. Αισθανόμαστε λοιπόν υπερήφανοι, που ελληνίδες διαπρέπουν ανά τον κόσμο, υπερπηδώντας πλείστα εμπόδια, μαζί και αυτά των ανισοτήτων λόγω φύλου. Οι δυνάμεις αυτές του ελληνισμού είναι πολύτιμες και τα περιθώρια αξιοποίησής τους πρέπει να ερευνηθούν από τους ελλαδικούς φορείς, κρατικούς, αυτοδιοικητικούς, μη κυβερνητικούς. Να αξιοποιηθούν προς όφελος της συνεννόησης και της διεθνούς συνεργασίας, της ειρήνης και του πολιτισμού. Ιδιαίτερα η Ελλάδα, όπως και η κάθε χώρα, αν επιθυμεί να εργαστεί για την εξάλειψη των ανισοτήτων λόγω φύλου στον κόσμο, πρέπει να κάνει πρώτα το καθήκον της απέναντι στις γυναίκες-πολίτες της. Οι κυβερνητικές πολιτικές πρέπει να στοχεύουν σταθερά στην προώθηση της ισότητας στην πράξη. Θέλουμε μια Ελλάδα δημοκρατική, ανεκτική στη διαφορά, ανοιχτή στους ορίζοντες, όχι όμως χωρίς πηδάλιο και πυξίδα. Θέλουμε μια Ελλάδα των ίσων ευκαιριών, αφού τα ίσα δικαιώματα θα γίνονται σεβαστά για όλους τους πολίτες. Μια Ελλάδα, που στην παγκοσμιοποίηση του εμπορίου και του κεφαλαίου θα προβάλλει την παγκοσμιοποίηση των δικαιωμάτων και της ισότητας.
 

Ομιλία στην Ημερίδα των Σωματείων Εργαζομένων Ομίλου ΕΛΠΕ με θέμα "ΕΛΠΕ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ"

E-mail Εκτύπωση PDF
Αγαπητοί φίλες και φίλοι, Καταρχήν να σας ευχαριστήσω για την πρόσκληση στη σημερινή ημερίδα σας, όπου μάλιστα οι εισηγήσεις ήταν ιδιαίτερα αναλυτικές ως προς την λειτουργία και την πορεία της επιχείρησης, αλλά και αποκαλυπτικές, ως προς τα πολιτικά αίτια της ιδιωτικοποίησης της επιχείρησης και των επιχειρήσεων του Δημόσιου Τομέα γενικότερα. Στα ΕΛΠΕ επαναλαμβάνεται με πιο έντονο τρόπο και κορυφαίας σημασίας επιπτώσεις το πολυπαιγμένο και κακόγουστο έργο των ιδιωτικοποιήσεων στη χώρα μας. Μέσα από μια μεθοδευμένη επί χρόνια απαξίωση των ΔΕΚΟ στη συνείδηση του ελληνικού λαού, στον οποίο έντεχνα καλλιεργήθηκε η εικόνα ότι όλες οι ΔΕΚΟ είναι ελλειμματικές, ότι αποτελούν βάρος για την κοινωνία, ότι είναι πηγή των προβλημάτων της, ότι οι μόνοι ωφελημένοι από την ύπαρξή τους είναι οι εργαζόμενοι σ΄ αυτές, και αφού με ευθύνη των κυβερνήσεων και των διαχειριστών των ΔΕΚΟ φθάσαμε και στην οικονομική απαξίωσή τους, έρχεται σήμερα η κυβέρνηση να τις πουλήσει «αντί πινακίου φακής», επικαλούμενη την κάλυψη των ελλειμμάτων του Δημοσίου ή και την εξυγίανσή τους. Βέβαια, το φαινόμενο δε συντελείται για πρώτη φορά. Το ιδιωτικό κεφάλαιο, που τόσο επίμονα κατηγορεί τον κρατικό τομέα για αναποτελεσματικότητα, έλλειψη επιχειρηματικότητας, δυσλειτουργίες κ.τ.λ., που θεωρεί διαστρέβλωση την παρέμβαση της πολιτείας στη λειτουργία της αγοράς, ωφελήθηκε όσο κανείς άλλος από το κράτος, το απομύζησε και το «αξιοποίησε» όσο κανείς άλλος. Ο κύκλος, μας είναι γνωστός. Δημιουργία επιχειρήσεων του κρατικού τομέα για ανάπτυξη σε τομείς της οικονομίας ασύμφορους για το ιδιωτικό κεφάλαιο ή που απαιτούν ιδιαίτερα υψηλές επενδύσεις, ανάπτυξη των επιχειρήσεων αυτών, απαξίωσή τους και πώλησή τους σε εξευτελιστική τιμή στους ιδιώτες. Ή, όπου η συγκυρία είναι ευνοϊκή, αναπτύσσονται τα ιδιωτικά συμφέροντα, κι όταν η συγκυρία γίνεται δυσμενής, παραδίδονται στο κράτος μαζί με τα συσσωρευμένα χρέη, ελλείμματα, για να τα εξυγιάνει, να τα εκσυγχρονίσει και να τα έχει έτοιμα σε μία επόμενη φάση ιδιωτικοποίησης. Να θυμίσουμε την Εμπορική Τράπεζα (πρώην Ανδρεάδη), την Ιονική Τράπεζα, την Ολυμπιακή Αεροπορία, τα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά, το Πόρτο Καράς, την καταταλαιπωρημένη Σόφτεξ, τα δικά σας ΕΛΠΕ… Επιχειρήσεις μέγιστης σημασίας, ων ουκ έστιΝ αριθμός. Επιχειρήσεις, των οποίων την «εξυγίανση» πληρώνει χρυσή κάθε φορά ο ελληνικός λαός, για να τις ξανααγοράζουν καθαρές και κερδοφόρες οι ιδιώτες, για ένα κομμάτι ψωμί. Και δεν πληρώνει μόνον αυτό ο ελληνικός λαός. Πληρώνει, και μάλιστα πολύ ακριβά, και τη χρήση των προϊόντων τους. Δεν είναι τυχαίο, ότι πριν από κάθε ιδιωτικοποίηση, διαμορφώνεται η τιμολογιακή πολιτική της επιχείρησης για την επόμενη 5ετία, με επιβολή σημαντικών αυξήσεων, ούτως ώστε οι νέοι ιδιοκτήτες να έχουν εξασφαλισμένα τα κέρδη, αλλά και το άλλοθι ότι τις αυξήσεις δεν τις έκαναν αυτοί, αλλά είχαν προαποφασισθεί από το κράτος. Δες ΕΥΔΑΠ, ΕΥΑΘ, ΟΤΕ, ΔΕΗ, κ.ά. όπου, αφού η κυβέρνηση αποφάσισε αυξήσεις πάνω και από τον πληθωρισμό πριν τη μετοχοποίησή τους, έρχεται υποκριτικά σήμερα να αναστείλει κάποιες από αυτές, πιεζόμενη από το κύμα της διογκούμενης λαϊκής δυσαρέσκειας, εξαιτίας της ακρίβειας και των ανατιμήσεων. Μέσα σ΄ αυτόν τον αέναο, θα μπορούσε να πει κανείς, για την ελληνική οικονομία κύκλο των ιδιωτικοποιήσεων, κρατικοποιήσεων, ξανά ιδιωτικοποιήσεων κτλ., πραγματοποιείται και η πώληση του 23% των ΕΛΠΕ. Ο ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ, από την πρώτη στιγμή, της ψήφισης δηλαδή του ν. 2593/98, διαφώνησε στη Βουλή κατά τη συζήτησή του, και τον καταψήφισε, διαβλέποντας σωστά, ότι οδηγούσε στην ιδιωτικοποίηση της ΔΕΠ. Διαβάζω απόσπασμα από την τοποθέτηση του τότε Κοινοβουλευτικού Εκπροσώπου του ΣΥΝ Γ. Δραγασάκη: «το βέβαιο είναι ότι με το νομοσχέδιο αυτό, τίθεται για μια ακόμη φορά σε αμφισβήτηση το ιδιοκτησιακό καθεστώς της ΔΕΠ. Το θέμα εδώ δεν είναι αν το ποσοστό μετοχοποίησης είναι 20, 25 ή 15%. Το θέμα είναι ότι πρυτανεύει μια αντίληψη, που ακριβώς προτάσσει το ιδιοκτησιακό έναντι άλλων θεμάτων, που όπως εξήγησα, θα έπρεπε να είναι σε προτεραιότητα. Εμείς, σαν ΣΥΝ, απορρίπτουμε το συγκεκριμένο νομοσχέδιο……» Σήμερα, η εκποίηση του 23% του Ομίλου των ΕΛΠΕ, στην ουσία παραδίδει τον έλεγχο των ΕΛΠΕ στην Κοινοπραξία Λάτση-Lucoil, πράγμα που θα επιφέρει δυσμενείς εξελίξεις σε βάρος της ελληνικής οικονομίας και της ενεργειακής ασφάλειας της χώρας. Πολύ περισσότερο, που τα ΕΛΠΕ εκποιούνται με έναν διάτρητο διαγωνισμό, στην ουσία απευθείας ανάθεση, και έναντι ενός ευτελέστατου τιμήματος. Με την πώληση των ΕΛΠΕ στην Κοινοπραξία Λάτση-Lucoil, διαμορφώνονται μονοπωλιακές καταστάσεις στην ελληνική πετρελαιαγορά. Θα περάσει μονοπωλιακά στα χέρια ενός Ομίλου όλο σχεδόν το πετρελαϊκό δυναμικό της χώρας. Βάσιμες είναι οι ανησυχίες μας, κατά πόσο διασφαλίζεται η ασφάλεια της χώρας μας, όταν τα συμφέροντα που βρίσκονται πίσω από την εκμετάλλευση της ενέργειας σήμερα υποδαυλίζουν συγκρούσεις, δημιουργούν εστίες πολέμου, προωθούν αλλαγές συνόρων, προκειμένου να εξασφαλίσουν τον πλήρη έλεγχο των πηγών και των δικτύων διέλευσης της ενέργειας, την επέκταση, και την χωρίς εμπόδια και περιορισμούς δράση τους. Όπως βάσιμες είναι οι ανησυχίες μας για τις επιπτώσεις στην πολιτική ζωή του τόπου, που μπορεί να έχει η ενίσχυση ενός ομίλου, ο οποίος κατέχει τράπεζες, επενδυτικές εταιρείες, εισέρχεται στις κατασκευές και στη βιομηχανία, και κρατάει στα χέρια του τον πετρελαϊκό τομέα. Όπως ήδη αναφέρθηκε, σήμερα τα ΕΛΠΕ, με το δημόσιο χαρακτήρα τους, διαμορφώνουν καθοριστικό ρόλο στη συγκράτηση των τιμών των καυσίμων στη χώρα μας, πράγμα που δε θα γίνεται αύριο από τα ιδιωτικοποιημένα ΕΛΠΕ, με σημαντικές επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας της χώρας και στο εισόδημα των εργαζομένων. Επιπλέον, δυσμενείς θα είναι οι επιπτώσεις της πώλησης αυτής στο θέμα της συνέχισης των ερευνών και της εκμετάλλευσης των ελληνικών πετρελαίων, αφού τα ΕΛΠΕ είναι ο αρμόδιος για τα θέματα αυτά φορέας της οικονομίας. Καθώς επίσης, όπως ήδη φαίνεται, και οι εργαζόμενοι το «νοιώθουν στο πετσί τους», δυσμενείς είναι οι επιπτώσεις της πώλησης αυτής για την απασχόληση, τις αμοιβές και τις εργασιακές σχέσεις των εργαζομένων στα ΕΛΠΕ. Τα πρόσφατα τραγικά θύματα της εργατικής τάξης, που πριν από λίγο τιμήσαμε με ενός λεπτού σιγή, είναι ο καθρέφτης των συνεπειών της πολιτικής που υποτάσσεται στο κέρδος, και στο βωμό του χαρίζει ανθρώπινες ζωές. Είναι πολύ επίκαιρο λοιπόν, με μεγάλη πολιτική αξία, το σύνθημα των κινημάτων κατά της παγκοσμιοποίησης «οι άνθρωποι πάνω από τα κέρδη». Φίλες και φίλοι, Ο ΣΥΝ διαφωνεί με την ιδιωτικοποίηση των ΕΛΠΕ, και γενικότερα με τις ιδιωτικοποιήσεις των επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας. Διαφωνεί με τις λογικές της κυβέρνησης, με τις οποίες συμφωνεί η Ν.Δ., αφού επαγγέλλεται «λιγότερο δημόσιο», ελεύθερη αγορά κ.ά. και γι αυτό, παρά τις φραστικές διαφωνίες της, υπερψηφίζει τα σχετικά νομοσχέδια. Δεν είναι τυχαία άλλωστε, η απουσία των βουλευτών και των δύο μεγάλων κομμάτων σήμερα από την εκδήλωσή σας αυτή, γιατί οι απόψεις τους δεν αντέχουν στην απευθείας αντιπαράθεση με τους εργαζόμενους. Διαφωνεί με τις λογικές της κυβέρνησης, που λένε ότι οι δημόσιες επιχειρήσεις πρέπει να πουληθούν επειδή είναι ζημιογόνες και επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό (παρόλα αυτά πουλάει τις κερδοφόρες, όπως το Καζίνο Πάρνηθας, τον ΟΤΕ, τη ΔΕΗ, γιατί τις άλλες, βλέπε Ολυμπιακή, δεν τις παίρνουν οι ιδιώτες, παρά μόνον αν τους τις χαρίσουν). Όπως επίσης διαφωνεί με τις λογικές ότι οι δημόσιες επιχειρήσεις πρέπει να πουληθούν για να καλυφθεί το δημόσιο έλλειμμα. Ήδη, το Υπουργείο Οικονομικών, παρά τη δυσμενή χρηματιστηριακή συγκυρία, προωθεί την επιτάχυνση του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων, με στόχο την άντληση εσόδων. Λογική ευκαιριακή, αφού αποδίδει έσοδα για μια χρονιά, ενώ στερεί τον κρατικό προϋπολογισμό από τα ετήσια κέρδη των επιχειρήσεων αυτών. Σε ότι αφορά την ιδιωτικοποίηση των ΕΛΠΕ, ο ΣΥΝ καταψήφισε όλα τα σχετικά νομοσχέδια στη Βουλή. Επιπλέον, με ερωτήσεις βουλευτών του έθεσε τα ζητήματα του διάτρητου διαγωνισμού, του ευτελούς τιμήματος, της δημιουργίας μονοπωλιακών καταστάσεων στην ελληνική οικονομία, ακόμη και τη δίωξη συνδικαλιστή. Με επισκέψεις του Προέδρου του, δικές μου κατ΄ επανάληψη, και άλλων βουλευτών του στους χώρους των εργοστασίων, έδινε και δίνει το στίγμα της παρέμβασής του απέναντι και στη Διοίκηση των ΕΛΠΕ, αλλά και προς τη μεριά των εργαζομένων. Ο ΣΥΝ στηρίζει τους αγώνες των εργαζομένων, γιατί συμφωνεί με το βασικό αίτημά τους, τη μη ιδιωτικοποίηση των ΕΛΠΕ, καθώς και με τη θέλησή τους να μην αφήσουν να επιδεινωθούν οι εργασιακές τους σχέσεις. Αντιμετωπίζει με εκτίμηση των δράση των Σωματείων των Εργαζομένων στον Όμιλο ΕΛΠΕ, γιατί είναι αγωνιστική, διεκδικητική, χωρίς να υποτιμά, αντίθετα αναδεικνύει, την ουσία και τα αίτια των εξελίξεων και των συγκρούσεων. Εκτιμάμε πως ο αγώνας αυτός έχει πολλά ακόμη περιθώρια ανοίγματος προς την κοινωνία, από την οποία πρέπει να στηριχθεί, γιατί γίνεται και για το κοινωνικό σύνολο, και μπορεί να γίνει πιο αποτελεσματικός αν ξεπεραστούν τα εσωτερικά προβλήματα ενότητας, που από κάποιες τοποθετήσεις φάνηκε να υπάρχουν, αλλά κυρίως αν επιτευχθεί κοινή δράση και συντονισμός των σωματείων των δημόσιων επιχειρήσεων που ιδιωτικοποιούνται, με την ενεργή παρέμβαση της ΓΣΕΕ. Ο ΣΥΝ θα είναι σίγουρα στο πλευρό σας.
 

Τοποθέτηση στην Πολιτική Γραμματεία του ΣΥΝ για τις αγροτικές κινητοποιήσεις. "Οι αγρότες αντιπαλεύουν την αποτυχημένη αγροτική πολιτική της κυβέρνησης και διεκδικούν την προοπτική της ελληνικής γεωργίας και το μέλλον τους".

E-mail Εκτύπωση PDF
Χρόνο με το χρόνο η οικονομική και κοινωνική θέση του αγροτικού κόσμου της χώρας μας χειροτερεύουν. Η απουσία από πλευράς της κυβέρνησης ενός ολοκληρωμένου προγράμματος για την ανάπτυξη της ελληνικής γεωργίας, οι ερασιτεχνισμοί, οι αυτοσχεδιασμοί και η παθητική αποδοχή των προτάσεων της Ε.Ε. οδηγούν σε μαρασμό την αγροτική παραγωγή και σε απόγνωση τους αγρότες, που βλέπουν το εισόδημά τους να συρρικνώνεται, να κινδυνεύει το επάγγελμά τους και να εγκαταλείπεται η ύπαιθρος. Οι νέες κινητοποιήσεις των αγροτών έρχονται να διαψεύσουν την ικανοποίηση και την αισιοδοξία της κυβέρνησης, η οποία μέχρι χθες καθησύχαζε τους παραγωγούς και υποβάθμιζε ή απέκρυπτε τα αδιέξοδα της πολιτικής της. Οι κινητοποιήσεις αυτές μπορούν να θεωρηθούν συνέχεια και συνέπεια μιας κυβερνητικής πολιτικής που επί χρόνια δεν κατάφερε να απαντήσει στα σοβαρά διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής γεωργίας. Παρά τα είκοσι χρόνια της εφαρμογής της κοινής αγροτικής πολιτικής και τη διαχείριση δύο Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης δεν υπήρξαν οι αναγκαίες αλλαγές, που θα επέτρεπαν στον αγροτικό τομέα να αναπτυχθεί και θα εξασφάλιζαν την ευημερία των αγροτών και των κατοίκων της υπαίθρου. Η καθυστέρηση άλλωστε των δύο χρόνων για την υλοποίηση των στόχων του Γ΄ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης δεν προοιωνίζει τίποτα καλύτερο. Επίσης, η διαπραγματευτική τακτική της Κυβέρνησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση και οι ρυθμίσεις που αφορούν βασικά προϊόντα της χώρας, όπως η δυσμενής αναθεώρηση του κανονισμού για το βαμβάκι, η κατάρρευση των τιμών στο λάδι, η αναθεώρηση του κανονισμού για τα οπωροκηπευτικά, η αδυναμία αποτελεσματικής παρέμβασης για τον καπνό, επιδεινώνουν τη θέση των αγροτών. Πρέπει να γίνει γνωστό αυτό που προσπαθεί να αποκρύψει η κυβέρνηση. Το αγροτικό εισόδημα εξακολουθεί να μειώνεται. Η ελληνική αγροτική οικογένεια έχει εισόδημα κάτω από το 50% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Οι πραγματικές τιμές παραγωγού στην Ελλάδα βρίσκονται στο 80% των τιμών του 1990, σύμφωνα με τα στοιχεία της Ε.Ε.. Η απασχόληση στον πρωτογενή τομέα μειώνεται με ετήσιο ρυθμό 3% με συνέπειες την ερήμωση της υπαίθρου και την αύξηση της ανεργίας. Οι επενδύσεις, δημόσιες και ιδιωτικές, μειώνονται κατά 3% κάθε χρόνο. Ο πολυτεμαχισμός του αγροτικού κλήρου παραμένει στο ίδιο επίπεδο. Το εμπορικό γεωργικό ισοζύγιο εμφανίζει διαρκώς έλλειμμα με κύρια αιτία το διαρθρωτικό πρόβλημα της σχέσης φυτικής και ζωικής παραγωγής και τις αυξημένες εισαγωγές ζωοκομικών προϊόντων. Η είσοδος των νέων αγροτών στον τομέα της παραγωγής γίνεται με χαμηλούς ρυθμούς. Οι υποδομές δεν είναι επαρκείς ώστε να συμβάλουν στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας των αγροτικών προϊόντων. Η μεταποίηση, τυποποίηση και εμπορία των αγροτικών προϊόντων, αν και απορρόφησαν σημαντικά κονδύλια εθνικών και κοινοτικών πόρων βρίσκονται σε μειονεκτική και μη ανταγωνιστική θέση σε σχέση με τους αντίστοιχους τομείς των άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Παραδοσιακές αγορές έχουν χαθεί και παρά τις προσπάθειες της κυβέρνησης πολλές απ’ αυτές δύσκολα θα ανακτηθούν. Οι αγροτικοί συνεταιρισμοί είναι υπερχρεωμένοι και το συνεταιριστικό κίνημα έχει οδηγηθεί σε εκφυλισμό, σε αντίθεση με την ευρωπαϊκή πραγματικότητα, όπου σε μερικές περιπτώσεις μέχρι και το 70% των αγροτικών προϊόντων διακινείται μέσω των συνεταιρισμών. Πολιτική αρδεύσεων δεν υπάρχει και η κατάσταση σε πολλές περιοχές έχει φθάσει σε οριακό σημείο. Δεν υπάρχει εθνική πολιτική για τους υδατικούς πόρους της χώρας και η κακή διαχείρισή τους έχει οδηγήσει σε σοβαρά περιβαλλοντικά προβλήματα. Είναι πρόκληση που δεν έχει συσταθεί ακόμη ο Ενιαίος Φορέας Διαχείρισης Υδάτων Εγκαταλείφθηκαν παραδοσιακά γεωργικά συστήματα και η εντατικοποίηση της γεωργίας προκάλεσε φαινόμενα ρύπανσης, διάβρωσης και ερημοποίησης. Δεν προωθείται σοβαρά και με συνέπεια μια ολοκληρωμένη διαχείριση και δεν ενισχύεται η βιολογική γεωργία με αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της χώρας μας. Οι αγρότες λοιπόν δεν ευημερούν, όπως θέλει να μας πείσει ο κύριος Πρωθυπουργός, αλλά αγωνιούν για το μέλλον τους. Ούτε βέβαια μπορούν να «τα βγάλουν πέρα» μόνοι τους αλλά έχουν ανάγκη στήριξης μέσα από μια οργανωμένη εθνική αγροτική πολιτική. Τι συμβαίνει με το βαμβάκι; Οι φόβοι των βαμβακοπαραγωγών δυστυχώς επαληθεύτηκαν. Μετά από την απόφαση της Επιτροπής της Ε.Ε., η οποία καθορίζει την οριστική επιλέξιμη για ενίσχυση ποσότητα παραγωγής συσπόρου βαμβακιού στους 1.246.838 τόνους, το εισόδημά τους δέχεται μια μείωση κατά 70 τουλάχιστον δραχμές το κιλό σε σχέση με την περσινή χρονιά, ενώ πάνω από 100.000 τόνοι πραγματικής παραγωγής μένουν χωρίς ενίσχυση. Η ανεύθυνη στάση του προηγούμενου Υπουργού Γεωργίας, όταν υπερψήφιζε τον καταστροφικό νέο κανονισμό το Μάιο του 2001 και μάλιστα θριαμβολογούσε γιαυτό, είχε στην ουσία καθορίσει τη συρρίκνωση όχι μόνο του εισοδήματος των βαμβακοπαραγωγών αλλά και της καλλιέργειας στη χώρα μας. Οι υποσχέσεις του Πρωθυπουργού, της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Γεωργίας και του Γραμματέα του ΠΑΣΟΚ για συμπληρωματική εκκαθάριση τουλάχιστον 50 δρχ, δηλαδή τιμή βαμβακιού στις 270 – 280 δραχμές το κιλό, αποδεικνύονται εντελώς παραπλανητικές και αποκαλύπτεται ότι είχαν στόχο τους αγώνες των αγροτών. Απαιτείται μεγάλο θράσος για να ισχυρίζεται σήμερα ο Υπουργός Γεωργίας ότι «υλοποιούνται πλήρως» τα όσα είχε υποσχεθεί η κυβέρνηση για την προστασία του εισοδήματος των βαμβακοπαραγωγών. Αντί η σημερινή πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Γεωργίας να αντιπαλέψει νομικά και πολιτικά την αναστολή του νέου κανονισμού, προσπάθησε με ερασιτεχνικές και αυθαίρετες μεθοδεύσεις να κρύψει τις τεράστιες ευθύνες της. Η κατάργηση του Οργανισμού Βάμβακος και η ανεπαρκέστατη λειτουργία του ΟΠΕΚΕΠΕ, είχαν σαν αποτέλεσμα την παντελή απουσία ελέγχων σε όλα τα επίπεδα και την άνευ προηγουμένου ταλαιπωρία των παραγωγών. Σήμερα, η κυβέρνηση ανακοινώνει ότι θα δώσει ενίσχυση από τον Εθνικό Προϋπολογισμό, αν και όταν η Ε.Ε. το επιτρέψει. Δεν μας λέει όμως, με ποια επιχειρήματα θα πείσει την Επιτροπή να εγκρίνει την εθνική ενίσχυση, όταν μέχρι και χθες προσπαθούσε να πείσει τα Κοινοτικά Όργανα ότι το πρόβλημα το δημιουργούσαν οι «παρανομίες» των βαμβακοπαραγωγών και όχι το γεγονός ότι ο Κανονισμός ψηφίστηκε μετά τη σπορά του βαμβακιού και ότι οι φετινές ευνοϊκές συνθήκες οδήγησαν σε υψηλές αποδόσεις. Από την ώρα που γνωστοποιήθηκε ο Κανονισμός, ως ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ, εκφράσαμε την αντίρρηση και την ανησυχία μας, γιατί οδηγούσε κατ’ ευθείαν στη μείωση του εισοδήματος των βαμβακοπαραγωγών. Προτείναμε να ζητήσει η κυβέρνηση από την Ε.Ε. να μην ισχύσει ο Κανονισμός αυτός για την τρέχουσα περίοδο, να κάνει δηλαδή χρήση του κοινοτικού κεκτημένου, αφού είχε γίνει ήδη η σπορά. Μας δικαίωσαν όχι μόνο οι εξελίξεις ως προς την ποσότητα και τις τιμές του βαμβακιού αλλά και ως προς την πρότασή μας αυτή. Μετά τη γνωστοποίηση της τιμής ο Υπουργός Γεωργίας ομολόγησε ότι «η κυβέρνηση κρίνει πως πρέπει να δοθούν αυτά τα επιπλέον κονδύλια για εθνικές ενισχύσεις, διότι οι παραγωγοί δεν είχαν το χρόνο να προσαρμοστούν στο νέο Κανονισμό»! Η κριτική όμως που ασκούμε στην κυβέρνηση δεν περιορίζεται στο ότι δεν γνώριζε τι ψήφιζε στις Βρυξέλλες, αλλά και γιατί δεν διαθέτει μηχανισμούς άσκησης της αγροτικής πολιτικής και αυτό αποτελεί ένα σοβαρό πρόβλημα που οδηγεί σε λανθασμένες προβλέψεις και προγραμματισμούς. Για όλα αυτά ο ΣΥΝ έκανε συνεχείς ερωτήσεις και παρεμβάσεις μέσα στο Ελληνικό και Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ανέλαβε πρωτοβουλίες ενημέρωσης Ενώσεων και άλλων αγροτικών φορέων. Σε ερώτησή μας στη Βουλή για το πρόβλημα του βαμβακιού η ηγεσία του Υπουργείου Γεωργίας έφθασε να μας κατηγορήσει για … αντεθνική πολιτική! Με βάσει όλα τα παραπάνω θεωρούμε ότι πρέπει: - Για τη χρονιά που πέρασε οι παραγωγοί να πληρωθούν στο ακέραιο για όλη τη νόμιμη παραγωγή τους. - Ο Κανονισμός για το βαμβάκι να τροποποιηθεί οπωσδήποτε ως προς τον τρόπο υπολογισμού της συνυπευθυνότητας και να θεσπιστεί τουλάχιστον ανώτατο όριο προστίμου. - Να διεκδικηθεί σοβαρά η απαλλαγή των μικρομεσαίων παραγωγών από τη συνυπευθυνότητα, ώστε να ενισχύονται ουσιαστικά οι μικρομεσαίες οικογενειακές εκμεταλλεύσεις. - Να οργανωθούν επαρκώς οι ελεγκτικοί μηχανισμοί και οι υπηρεσίες και να εξυγιανθεί το κύκλωμα εμπορίας. - Να ξεκινήσει πρόγραμμα εγκατάστασης εναλλακτικών καλλιεργειών, οι οποίες όμως θα έχουν τέτοια στήριξη, ώστε θα εξασφαλίζουν ισοδύναμο εισόδημα στους παραγωγούς που εγκαταλείπουν τη βαμβακοκαλλιέργεια. Η Ευρωπαϊκή Γεωργία, ιδιαίτερα των χωρών του Νότου, βρίσκεται σε μια κρίσιμη φάση. Μετά την πρόταση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την ενδιάμεση αναθεώρηση της ΚΑΠ γίνεται απ’ όλους αντιληπτό ότι επιχειρείται το κόστος της διεύρυνσης της Κοινότητας με την ένταξη κατ’ εξοχή αγροτικών χωρών να καλυφθεί χωρίς αύξηση του κοινοτικού προϋπολογισμού, χωρίς δηλαδή την αναγκαία συμβολή των Βορείων χωρών. Η προστασία του περιβάλλοντος, η παραγωγή ασφαλών και ποιοτικών προϊόντων και η ανάπτυξη της υπαίθρου, που αποτελούν αναγκαίους στόχους της ΚΑΠ δεν μπορεί να γίνει με τις περικοπές και τη μεταφορά πόρων από τη στήριξη των προϊόντων, όπως προβλέπουν οι προτάσεις της Επιτροπής, αλλά με επιπλέον χρηματοδότηση. Μετά μάλιστα την απόφαση της Αμερικανικής Κυβέρνησης να επιδοτήσει τη δική της γεωργία, τα επιχειρήματα περί ελεύθερης και ανταγωνιστικής αγοράς ακυρώνονται. Η Ευρωπαϊκή Γεωργία δεν μπορεί να έχει μέλλον χωρίς στήριξη. Ο Συνασπισμός είναι κοντά στους αγρότες και τους αγώνες τους. Οργανωμένα και μαζικά να διεκδικήσουν τη διασφάλιση του εισοδήματός τους όχι μόνο στο βαμβάκι και όχι μόνο για φέτος. Γι’ αυτό τους καλούμε να βάλουν τέρμα στη διάσπαση και τον κατακερματισμό τους. Εδώ και τώρα οι ηγεσίες της ΓΕΣΑΣΕ, της ΣΥΔΑΣΕ και όλων των Ομοσπονδιών να καταθέσουν τις σφραγίδες για να ξεκινήσουν πρωτοβουλίες ενοποίησης του αγροτικού κινήματος Μόνο ενωμένο το αγροτικό κίνημα μπορεί να διεκδικήσει και να επιτύχει λύσεις που θα οδηγούν στην ανάπτυξη της ελληνικής γεωργίας στη διασφάλιση του εισοδήματος και της απασχόλησης στην κοινωνική συνοχή και ισόρροπη ανάπτυξη.
 
Περισσότερα Άρθρα...


Σελίδα 18 από 24