Home Πολιτική Δραστηριότητα
Ομιλίες

Ομιλία Στο συνέδριο γυναικών μελών κοινοβουλίων της νοτιοανατολικής Ευρώπης με θέμα: «Παγιώνοντας τη δημοκρατία, τη σταθερότητα και την ειρήνη στα Βαλκάνια: ο αποφασιστικός ρόλος των γυναικών»

E-mail Εκτύπωση PDF
Ο ρόλος των γυναικών πολιτικών-μελών του Κοινοβουλίου και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του απασχολεί σοβαρά τους γυναικείους φορείς και τις γυναίκες. Πολλοί απαντούν ότι δεν έχει απονεμηθεί στις γυναίκες ιδιαίτερος ρόλος. Μια δεύτερη συχνή απάντηση είναι ότι έχουν ιδιαίτερο ρόλο οι γυναίκες στο βαθμό που θα πρέπει να λειτουργούν ως εκπρόσωποι του φύλου τους και να προωθούν τα ιδιαίτερα αιτήματα των γυναικών. Η δική μας απάντηση είναι ότι οι γυναίκες πολιτικοί αναπτύσσουν δραστηριότητα εφ΄όλης της πολιτικής ύλης, γιατί τα προβλήματα στον κόσμο είναι πολλά, χωρίς όμως να παραλείπουν να τη συνδέουν με τις ανάγκες και τις προτεραιότητες των γυναικών ως κοινωνικό φύλο. Είναι γεγονός, ότι προς τις γυναίκες πολιτικούς αναπτύσσονται προσδοκίες εκ μέρους της κοινωνίας των πολιτών και των ίδιως των γυναικών. Από την άλλη πλευρά, οι γυναίκες εξακολουθούν να είναι ελάχιστες στο χώρο της πολιτικής. Για να ανταποκριθούν στα σύνθετα αυτά καθήκοντά τους απαιτούνται ειδικά μέτρα και πολιτικές συνεργασίας. Σε επίπεδο Βουλής είναι πολύ χρήσιμο να υπάρχει επιτροπή για τα δικαιώματα των γυναικών. Είναι αίτημα των γυναικείων οργανώσεων παλιό, που πρέπει να το στηρίξουμε, γιατί ακόμη δεν έχει προχωρήσει. Μόλις πριν λίγους μήνες επαναλάβαμε την υπόσχεσή μας να το προχωρήσουμε. Μόνιμος συντονισμός των γυναικών στο δικό μας Κοινοβούλιο δεν υπάρχει. Είναι πολύ χρήσιμο να το κάνουμε κατ΄αρχήν άτυπα, όπως στην περασμένη θητεία, μια ακόμη Κοινοβουλευτική πρωτοβουλία. Περαιτέρω, σε διεθνές επίπεδο, θα είναι πολύ θετικό να υπάρχει συνεννόηση και συντονισμός των γυναικών στα Κοινοβούλια των Βαλκανικών χωρών, προκειμένου να προωθηθούν στόχοι ειρήνης, καλή γειτονίας, συνανάπτυξης, εκδημοκρατισμού, συνεργασίας στην περιοχή. Οι γυναίκες από τις χώρες της Ν.Α. Ευρώπης και πολύ περισσότερο οι γυναίκες πολιτικοί, μπορούν και πρέπει να παίξουν έναν αυξημένων απαιτήσεων ρόλο στις προσπάθειες για τη διασφάλιση της ειρήνης, για σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών, για ανθρωποκεντρική αειφόρο ανάπτυξη. Στην προσπάθεια ανάπτυξης που κάνουν όλες οι χώρες, σ΄ένα έντονα ανταγωνιστικό παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, οι γυναίκες, όσο ποτέ, πρέπει να δώσουν όλες τους τις δυνάμεις, έστι ώστε, η προσπάθεια ανάπτυξης να μην είναι συνδεδεμένη μόνο με οικονομικούς και τεχνικούς δείκτες. Σ΄αυτήν την ταλαιπωρημένη, ευαίσθητη, αλλά πολυπολιτισμική περιοχή των Βαλκανίων και της Ν.Α. Ευρώπης, θα πρέπει: 1. Να εξασφαλίζει την ισότητα των δικαιωμάτων των πολιτών, και όχι να αναπαράγει ή και να διογκώνει τις ανισότητες. 2. Να εξασφαλίζει πλήρη απασχόληση στους πολίτες και να κυριαρχείται από το στόχο για να εξαλείψει την κατάσταση της φτώχειας, της ανεργίας που όλο διογκώνεται στον πλανήτη μας και στη δική μας περιοχή, και είναι "προνομιακό" πεδίο του φύλου μας. 3. Να κατανέμει ισόρροπα μέσα στην κάθε χώρα ή στις ευρύτερες ενότητες κρατών-μελών (Ευρωπαϊκή ΄Ενωση, Βαλκάνια) τις επιδιώξεις και τα οφέλη της ανάπτυξης με πρωταρχική μέριμνα την προστασία του περιβάλλοντος. 4. Ιδιαίτερα στη Βαλκανική υπάρχουν κοινές πολιτιστικές παραδόσεις, μεγάλη νοοτροπική εγγύτητα και κοινοί αγώνες με τη χώρα μας για ανεξαρτησία και πρόοδο. Το όραμα της Διαβαλκανικής συνεργασίας του Ρήγα Φεραίου έχει ριζώσει στην κουλτούρα των λαών μας και θα αποτελέσει το δημιουργικό όραμά της. Οι γυναίκες μπορούν περισσότερα να κάνουν σε αυτή την κατεύθυνση. Η παράγραφος 18 της Διακήρυξης του Πεκίνου λέει: "η τοπική, εθνική και περιφερειακή και παγκόσμια ειρήνη μπορεί να επιτευχθεί και είναι στενά συνυφασμένη με την πρόοδο των γυναικών, που είναι μια θεμελιώδης δύναμη για υψηλές πολιτικές θέσεις, την επίλυση των συγκρούσεων και την προώθηση μιας διαρκούς ειρήνης σε όλα τα επίπεδα…" Σε συμφωνία με τις παραπάνω προβλέψεις, αλλά και τις τεράστιες ανάγκες διασφάλισης της ειρήνης και σταθερότητας στην περιοχή μας, οι γυναίκες πολιτικοί από τις χώρες μας πρέπει να αξιοποιήσουμε το δυναμικό των γυναικείων οργανώσεων και των δικτύων, όπως και των άλλων μη κυβερνητικών οργανισμών, για να θεμελιώσουμε τη σταθερότητα, την ανθρωποκεντρική αειφόρο ανάπτυξη στη Ν.Α. Ευρώπη, έστι ώστε να ευημερεί όπως το θέλουμε για κάθε άλλη περιοχή της Ευρώπης και του κόσμου γενικότερα. Επιτρέψτε μου να εκφράσω στο σημείο αυτό τις σοβαρές επιφυλάξεις και ανησυχίες, τις δικές μου και του κόμματός μου, του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ, για τον προσανατολισμό, και ενδεχόμενα το λανθασμένο ρόλο του Συμφώνου Σταθερότητας. Μετά την καταιγίδα των κατευθυνόμενων πολέμων στην περιοχή, η δημιουργία του Συμφώνου Σταθερότητας πρέπει να ενθαρρύνει τη χειραφέτηση των λαών και κοινωνιών των Βαλκανικών χωρών, να σέβεται την ελεύθερη επιλογή τους και να μην αναπαράγει την ιδεολογία της εξάρτησης και της προστασίας. Η εξαίρεση της Σερβίας δείχνει την εμμονή της Δύσης στην πολιτική της διάσπασης και όχι στην πολιτική του "ενιαίου" του Βαλκανικού χώρου και την ανάγκη της ολοκληρωμένης προσέγγισης και της συνανάπτυξής του. Εμείς, οι γυναίκες πολιτικοί, με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που μας διακρίνουν, πρέπει να ενώσουμε τις δυνάμεις μας, να κινητοποιήσουμε τις γυναικείες ομάδες, οργανώσεις και δίκτυα, και να πρωταγωνιστήσουμε στην αναζωογώνηση της Διαβαλκανικής συνεργασίας, ως υποσύνολο μιας πανευρωπαϊκής συνεργασίας, χωρίς αποκλεισμούς. Δεν πρέπει να επιτρέψουμε την υποβάθμιση της πολιτικής στο όνομα της αποτελεσματικότερης στρατιωτικής παρέμβασης. Πρέπει ενωμένες, να αποτρέπουμε στρατιωτικές ασκήσεις νατοϊκής ετοιμότητας στην περιοχή μας, που θα ενδυναμώνουν τη θεώρηση της ασφάλειας στην Ευρώπη σαν συμπληρωματικό στοιχείο της υπερατλαντικής με υποβάθμιση της πολιτικής αντίληψης της συνασφάλειας. Εμείς οι γυναίκες πρέπει να εργασθούμε για ένα οικολογικό χάρτη και για ένα εναλλακτικό σχέδιο στην απασχόληση, στη συνανάπτυξη και στην ασφάλεια στην περιοχή μας. Στο Ευρωπαϊκό επίπεδο: Είναι πολύ σημαντικό να υπάρξει συνεννόηση και συντονισμός μεταξύ των γυναικών βουλευτών των Κοινοβουλίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που είναι απαραίτητο να συνεργάζονται με το Ευρωκοινοβούλιο και την επιτροπή Δικαιωμάτων και Ίσων Ευκαιριών. Αυτό σήμερα δεν υπάρχει. Πρέπει λοιπόν, να βρεθούν οι τρόποι και οι μορφές της αλληλοενημέρωσης και της αλληλεπίδρασης, αλλά και γιατί όχι; παρόμοιος συντονισμός θα όφειλε να γίνει και σε επίπεδο κυβερνήσεων. Βασικός μας στόχος θα πρέπει να είναι η συγκέντρωση των διάσπαρτων δυνάμεων, για να προκύψει ένα ισχυρό μέτωπο, με πολύ αισθητή την παρουσία και δράση των γυναικών. Στο χώρο μας είμαστε υπέρ των ευρύτερων συναινέσεων με στόχο την αντιμετώπιση σοβαρών προβλημάτων. Όμως το ερώτημα που προκύπτει φυσιολογικά είναι το ακόλουθο: συντονισμός, συνεργασία, αλλά με τι περιεχόμενο; προς ποιά κατεύθυνση; Και οι γυναίκες ανήκουν σε πολιτικές ομάδες, με τις ιδιαίτερες ιδεολογικοπολιτικές στοχεύσεις τους. Μπορεί να βρεθεί ένας κοινός παρονομαστής ενεργειών; μήπως είναι ουτοπία να το διακηρύσσουμε αυτό; Και αν σήμερα δεν υπάρχει, θα πρέπει να βρεθεί το κοινό έδαφος. Επιτρέψτε μου να θέσω ένα πλαίσιο, το οποίο όχι μόνο είναι προς το συμφέρον των γυναικών, αλλά και όλης της κοινωνίας. - Εξασφάλιση της ειρήνης στην περιοχή και στον κόσμο. Όπου η ειρήνη δεν είναι η απουσία πολέμου, αλλά μια κρίσιμη μάζα προϋποθέσεων που κάνουν τη ζωή άξια να τη ζούμε (οικονομική πρόοδος, απασχόληση, βιώσιμη ανάπτυξη, ανθρώπινη ασφάλεια, δικαιώματα πολιτών και μειονοτήτων, πολυπολιτισμική συνύπαρξη). - Εκδημοκρατισμός των κοινωνιών και των πολιτικών συστημάτων. 'Οπου κριτήριο του εκδημοκρασιμού αποτελεί και η ίση αντιπροσώπευση γυναικών-ανδρών στα κέντρα των πολιτικών αποφάσεων. - Προώθηση μορφών συνεργασίας σε διμερές και πολυμερές επίπεδο. Ενθάρρυνση της διπλωματίας των πολιτών και των πόλεων. - Μείωση των εξοπλισμών και των δαπανών για εξοπλισμούς στην περιοχή. Περιορισμός της βίας, του μιλιταρισμού. ʼρνηση και καταδίκη του πολέμου, ως μέσου επίλυσης διαφορών και αντιμετώπισης των προβλημάτων. Καταδικάζουμε και πάλι στο σημείο αυτό τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία, που προκάλεσε τεράστιες διαφορές και οδήγησε σε νέα αδιέξοδα, αντί να επιλύσει δήθεν τα προβλήματα από τους εθνικισμούς. ʼρνηση του εμπάργκο, διότι κύρια στρέφεται ενάντια στον πληθυσμό, παιδιά, γυναίκες και ηλικιωμένους. Προώθηση της πολιτικής της "ανθρώπινης ασφάλειας", που δίνει έμφαση στα δικαιώματα, στην αντιμετώπιση των κοινωνικοοικονομικών αιτιών των συγκρούσεων, στον εκδημοκρατισμό και εξανθρωπισμό των διεθνών σχέσεων. - Έμφαση στην κοινωνική ανάπτυξη και την πολιτική της κοινωνικήςπροστασίας και αλληλεγγύης. Πολιτική ρύθμιση της παγκοσμιοποίησης και του φονταμενταλισμού των αγορών. - Θεσμοί διαφάνειας και ελέγχου, γιατί η διαφθορά στην πολιτική έγινε μείζον θέμα, που υπονομεύει τη δημοκρατία. - Προώθηση της πολιτικής ισότητας των φύλων, που είναι κορυφαίο ανθρώπινο δικαίωμα, και που συνδέεται με ποιότητα της δημοκρατίας και του πολιτισμού μας. Είναι φανερό ότι η συμμετοχή των γυανικών στην πολιτική πρέπει να συνοδευτεί με στόχους και πολιτικές που έχουν ανάγκη σήμερα οι πολίτες. Έτσι θα δικαιωθεί, έτσι θα αποκτήσει δύναμη και κύρος. Χρειάζεται άλλη ηθική ποιότητα στην πολιτική και οι γυναίκες την έχουν και οφείλουν να την εκφράσουν υπηρετώντας έτσι το φύλο τους και την κοινωνία. Για όλα αυτά είναι αναγκαίες οι τακτικές μας συναντήσεις σαν αυτή, μια φορά το χρόνο, και συμφωνούμε στο σχέδιο διακήρυξης με τη θέση που εμπεριέχει και την υποστηρίζουμε. Θέλουμε μια δίκαιη, δημοκρατική τάξη στον κόσμο. Θέλουμε περιορισμό της βίας και των ανισοτήτων. Δουλειά και ελευθερία για όλους και για όλες! Είναι άραγε πολλά αυτά στην αυγή του 21ου αιώνα;
 

Ομιλία της Aσημίνας Ξηροτύρη- Αικατερινάρη στην πανελλήνια σύσκεψη των ομοσπονδιών επαγγελματιών βιοτεχνών εμπόρων με θέμα «πορεία-εξελίξεις στο ασφαλιστικό για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις».

E-mail Εκτύπωση PDF
Βρισκόμαστε σήμερα σε σημαντικές μετατροπές στο ασφαλιστικό σύστημα. Η Κυβέρνηση ανέλαβε ήδη, και η αξιωματική αντιπολίτευση δε διαφωνεί, συγκεκριμένες δεσμεύσεις για το ασφαλιστικό σύστημα έναντι των οργάνων της Ε.Ε., στα πλαίσια του προγράμματος σύγκλισης της χώρας, άλλο αν ο κ. Υπουργός το παρουσιάζει διαφορετικά. Οι δεσμεύσεις αυτές αφορούν στη λήψη μέτρων για αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης, για μείωση των συντάξεων, για μείωση των εργοδοτικών εισφορών, για αποδυνάμωση του Δημόσιου και καθολικού χαρακτήρα της ασφάλισης με ενίσχυση της ιδιωτικής. Είναι βέβαια γνωστό, ότι το σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων στη χώρα μας έχει πολλά προβλήματα, όσον αφορά την ποιότητα των υπηρεσιών του και το ύψος των παροχών του, και βέβαια όσον αφορά τη δυνατότητα να ανταποκριθεί στο μέλλον στις οικονομικές, κοινωνικές και άλλες υποχρεώσεις του απέναντι στους ασφαλισμένους. Για να λυθούν αυτά τα προβλήματα, χρειάζονται συγκρούσεις με τις αιτίες που τα γεννούν, και όχι συγκρούσεις με μόνιμα θύματα τους εργαζόμενους, τους αυτοαπασχολούμενους και τους συνταξιούχους. Οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν μέχρι σήμερα στην Κοινωνική Ασφάλιση είχαν τις παρακάτω συνέπειες: - Το 80% των συνταξιούχων παίρνει συντάξεις κάτω από τα όρια της φτώχειας. - Οι ασφαλιστικές εισφορές των Ελλήνων εργαζομένων είναι οι μεγαλύτερες σε όλη την Ευρώπη. - Τα ασφαλιστικά ταμεία έχασαν από το 1950 μέχρι σήμερα 21 τρις δρχ. από την αναγκαστική διαχείριση των αποθεματικών τους από το τραπεζικό σύστημα με μηδενικούς ή ελάχιστους τόκους και από ανεκπλήρωτες θεσμοθετημένες υποχρεώσεις του κράτους. Δεν έχει ακόμη υπολογισθεί η απώλεια που είχαν από την τοποθέτηση σημαντικότατων ποσών στο Χ.Α.Α. στην πρόσφατη περίοδο των έντονων διακυμάνσεων. Τα προβλήματα που υπάρχουν σήμερα σε όλα τα ασφαλιστικά ταμεία δείχνουν ότι υπάρχει πράγματι ανάγκη ρυθμίσεων, όμως σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση από αυτή που διαφαίνεται ότι έχει η κυβέρνηση. Ο Συνασπισμός επιδιώκει την ενίσχυση της κοινωνικής προστασίας, της κοινωνικής αλληλεγγύης. Οι προτάσεις του ΣΥΝ διαπερνώνται από την αρχή της καθολικότητας, της διατήρησης του δημόσιου και υποχρεωτικού χαρακτήρα του Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης, της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητάς του για το μέλλον ως οργανικού στοιχείου της κοινωνικής συνοχής, αλλά και ως όρο, προϋπόθεση και περιεχόμενο της οικονομικής ανάπτυξης. Ο ΣΥΝ θεωρεί ότι η βασικότερη αιτία της κρίσης των Ταμείων είναι ότι όλες οι κυβερνήσεις διαχειρίσθηκαν τα αποθεματικά τους ως προέκταση του κρατικού προϋπολογισμού. Χάθηκε έτσι η δυναμική τους, αφού αλλοιώθηκαν τα κεφαλαιοποιητικά τους χαρακτηριστικά, και σχεδόν εξαλείφθηκαν τα στοιχεία της ανταποδοτικότητάς τους. Έναντι αυτών των οικονομικών δεδομένων η αιτιολόγηση της κρίσης αναζητήθηκε από τις κυβερνήσεις στην αιτία μόνο της μείωσης της σχέσης εργαζομένων-συνταξιούχων, λόγω και της όξυνσης του δημογραφικού προβλήματος της χώρας. Τα γενικότερα μέτρα που προτείνει ο ΣΥΝ για να αντιμετωπισθεί η κρίση του Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης είναι: - Η προώθηση μεταρρυθμίσεων μακράς πνοής με επίκεντρο τη φορολογική μεταρρύθμιση - Η προώθηση ολοκληρωμένων πολιτικών ενίσχυσης των ΜΜΕ, αύξησης της απασχόλησης, για να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας. Με βάση αυτά, ο ΣΥΝ έχει προτείνει ένα σχέδιο δράσης με διαρθρωτικές παρεμβάσεις στο επίπεδο της οργάνωσης της λειτουργίας του Σ.Κ.Α., της χρηματοδότησής τους, της αναβάθμισης και διεύρυνσης των παροχών, της σχέσης ανάμεσα στο Εθνικό και το Ευρωπαϊκό και ανάμεσα στον υποχρεωτικό κοινωνικό και δημόσιο χαρακτήρα της Κοινωνικής Ασφάλισης και τον Ιδιωτικό.Π.Χ., για τους νέους πόρους, προτείνει την τριμερή χρηματοδότηση του κλάδου κύριας σύνταξης και του κλάδου υγείας για όλους τους ασφαλισμένους, ανεξάρτητα από την είσοδό τους στο Ταμείο, με αναλογία 2/9 για τους εργαζόμενους, 3/9 από τον κρατικό προϋπολογισμό και 4/9 από τους εργοδότες. Όπως, για την αξιοποίηση των διαθέσιμων των ασφαλιστικών οργανισμών, να αποφασίζουν τα Δ.Σ. ελεύθερα και κατά την κρίση τους την προσφορότερη δυνατή και ασφαλέστερη αξιοποίηση των αποθεματικών του κ.ά. Όσον αφορά για τις ομαδοποιήσεις ομοειδών Ταμείων, αυτές πρέπει να γίνονται ύστερα από αναλογιστικές μελέτες, και με τη σύμφωνη γνώμη των ασφαλισμένων, για να αντιμετωπίζεται ολοκληρωμένα και με ορίζοντα χρόνου η βιωσιμότητα των ενοποιημένων Ταμείων. Να σταθώ τώρα ειδικότερα στο νεοσύστατο ΟΑΕΕ, ο οποίος παρουσιάζει σημαντικά προβλήματα εξαιτίας της απροθυμίας της κυβέρνησης να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, γιατί όπως προανέφερα καμία προσπάθεια εξυγίανσης των ασφαλιστικών φορέων, πολύ δε περισσότερο συγχώνευσης, δεν πρέπει να γίνεται χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των μελών τους και φυσικά χωρίς τις απαραίτητες οικονομοτεχνικές και αναλογιστικές μελέτες. Οι μελέτες αυτές θα έπρεπε να καθορίσουν επακριβώς τις υποχρεώσεις που θα αναλάβει η Πολιτεία, τον τρόπο συμμετοχής των ταμείων, τους όρους ασφάλισης του νέου φορέα, ώστε να μη βρεθεί αυτός προ αρνητικών εξελίξεων μετά την ενοποίηση. Οι τοποθετήσεις και οι προτάσεις σ΄αυτή την ημερίδα των Προέδρων των φορέων που ενοποιούνται έθεσαν πολλές αναλογικές και τεχνικές παράμερους, που αν δεν συνυπολογισθούν συλλογικά, και με το αίσθημα της αλληλεγγύης, θα αποδυναμώσουν την ενοποίηση των τριών ταμείων που συγχωνεύονται. Απ΄όσα ακούσθηκαν και στις εισηγήσεις είναι σαφές, ότι η κυβέρνηση για μια ακόμη φορά αρνείται να πάρει τις ευθύνες της, να φανεί συνεπής στις υποχρεώσεις της, με αποτέλεσμα να κινδυνεύει να οδηγηθεί στη χρεοκοπία ένας ασφαλιστικός φορέας και να οδηγηθούν τα μέλη του σε αδυναμία επιβίωσης. ʼλλωστε, είναι γνωστές σε όλους μας οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν εξαιτίας του έντονου ανταγωνισμού, αλλά και της κακής διαχείρισης των Κοινοτικών Προγραμμάτων στήριξής τους, πολλές από τις ΜΜΕ. Αυτό έχει σαν συνέπεια να αδυνατούν να εκπληρώσουν ακόμη και τις οφειλές τους προς τα ασφαλιστικά ταμία. Για τις καθυστερημένες αυτές οφειλές εκτιμούμε πως θα πρέπει να βελτιωθούν οι ρυθμίσεις αποπληρωμής τους, προκειμένου να εισαχθούν οι πόροι στα ταμεία και να γίνει ταχύτερα η ομογενοποίησή τους. Οι συνεχείς αυξήσεις που γίνονται στις εισφορές, χωρίς ανάλογο αντίκρισμα στις συντάξεις, επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο την οικονομική κατάσταση των Μ.Μ.Ε., χωρίς να δίνουν λύση στη βιωσιμότητα του ταμείου. Βασική προϋπόθεση λοιπόν για τη βιωσιμότητα των ταμείων είναι η υγιής σχέση ασφαλισμένων προς συνταξιούχους, η οποία για να επιτευχθεί πρέπει να εφαρμοσθούν πολιτικές ενίσχυσης των ΜΜΕ. Πέρα από αυτό, για την προκειμένη περίπτωση της ενοποίησης των τριών Ταμείων ΤΕΒΕ, ΤΑΕ & ΤΣΑ σε ένα Ενιαίο Οργανισμό, θα πρέπει η κυβέρνηση στην ουσία και σε βάθος να πάρει υπόψη της των κοινωνικό διάλογο και να αντλήσει στοιχεία για την υπάρχουσα κατάσταση και τις προοπτικές της ενοποίησης από μια ολοκληρωμένη και αξιόπιστη αναλογιστική μελέτη, που θα τύχει της αποδοχής όλων των συμβαλλομένων. Κυβέρνηση και ασφαλισμένοι, μέσα από έναν ουσιαστικό διάλογο, πρέπει να λύσουν τα προβλήματα. Είναι μια υγιής διαδικασία, που απορρέει το δημόσιο χαρακτήρα της ασφάλισης κα υγείας. Διαφορετικά, όπως διαφαίνεται ήδη, ιδιωτικές ασφαλιστικές επιχειρήσεις, με έντονα στοιχεία κερδοσκοπικού χαρακτήρα, θα επιβάλλουν τους όρους τους, όπως ήδη τους έχουν επιβάλει τα πολυκαταστήματα και οι πολυεθνικές στην αγορά, με τις γνωστές επιπτώσεις του αθέμιτου ανταγωνισμού στις ΜΜΕ. Το κρίσιμο θέμα των αποθεματικών των τριών Ταμείων και των οφειλών του κράτους προς αυτά, ιδιαίτερα προς το ΤΕΒΕ, είναι και ο ειδικός μοχλός του προβλήματος. Στην περίπτωση αυτή, η αυτονομία του ενοποιημένου φορέα και η απεξάρτησή του από τις δημοσιονομικές ανάγκες επιβάλλεται. Οι προτάσεις που έχετε επεξεργαστεί στα συλλογικά σας όργανα και παρουσιάσατε εδώ σήμερα μας βρίσκουν στα περισσότερα σημεία σύμφωνους, γιατί οι περισσότερες εντάσσονται στην ίδια λογική, και κυρίως πολιτική κατεύθυνση. Μια πολιτική, που προωθεί και εμπεδώνει το κοινωνικό κράτος, που αντιμετωπίζει τους εργαζόμενους, τους αυτοαπασχολούμενους, του μικρομεσαίους, τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους ως βασικό μοχλό και παράγοντα της ανάπτυξης και της ευημερίας, και δεν τους θυσιάζει στο βωμό μιας νεοφιλελεύθερης πολιτικής, που ασκείται σήμερα από το δικομματισμό, ευημερίας των οικονομικών δεικτών χωρίς κοινωνικό αντίκρισμα. Η κρίση όπως διαφαίνεται θα οξυνθεί, και θα παραταθεί ίσως και πέραν της νέας τετραετίας, η κοινωνική συνοχή και το κοινωνικό κράτος θα βάλλεται και θα παραπέμπεται εν ονόματι της ισχυρής οικονομικά Ελλάδας σε μια ισχυρή ομοίως ΕΕ, λες και οι πολίτες τους τους εξουσιοδότησαν για αυτό, και όχι για τα μεγαλύτερα αγαθά, που είναι η κοινωνική δικαιοσύνη, το δικαίωμα στην εργασία, η ποιότητα ζωής και η ισόρροπη ανάπτυξη των περιοχών.
 

Τοποθέτηση και κριτικές παρατηρήσεις της Βολευτού Ασημίνας Ξηροτύρη-Αικατερινάρη στο προτεινόμενο Σ/Ν ΄΄Εισαγωγή στην τριτοβάμιαεκπαίδευση και άλλες διατάξεις΄΄.

E-mail Εκτύπωση PDF
Οι νομοθετικές ρυθμίσεις του Σχεδίου Νόμου που αφορούν στις εξετάσεις στο Λύκειο και στον τρόπο εισαγωγής στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση, δεν αντιμετωπίζουν τις δυσμενείς επιπτώσεις που επέφερε ως σήμερα στο Λύκειο η εκπαιδευτική πολιτική που ακολούθησε η Κυβέρνηση. Είναι διορθωτικού τύπου και προσπαθούν να ελαττώσουν την κοινωνική δυσαρέσκεια χωρίς να θίγουν το σκληρό πυρήνα της μεταρρύθμισης Αρσένη και πολύ περισσότερο να διαμορφώνουν ένα άλλο πλαίσιο για ένα αναβαθμισμένο Λύκειο και όχι ένα κέντρο επιλογής στα ΑΕΙ – ΤΕΙ. Ανάμεσα στα βασικά προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η ελληνική λυκειακή βαθμίδα επισημαίνουμε τα εξής: Ένα μεγάλο ποσοστό μαθητών – μαθητριών κάθε «γενιάς» δεν τελειώνουν το λύκειο τα τελευταία χρόνια. Το φαινόμενο «διαρροής» του μαθητικού δυναμικού στο Λύκειο αφορά κυρίως τα υποβαθμισμένα κοινωνικά στρώματα και τις αγροτικές περιοχές, αλλά δεν φαίνεται ότι η προβληματική που έχει απασχολήσει την Κυβέρνηση. Οι πρόσφατες νομοθετικές ρυθμίσεις της Κυβέρνησης, στο πλαίσιο της λεγόμενης «Μεταρρύθμισης Αρσένη» ενίσχυσαν σε επικίνδυνο βαθμό τα φαινόμενα διαρροής, με αποτέλεσμα την πρωτοφανή συρρίκνωση του μαθητικού δυναμικού του Λυκείου, με μείωση πάνω από 40%. Η υποταγή του Λυκείου στις εξεταστικές διαδικασίες για την πρόσβαση στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση και η πρωτοφανής ενίσχυση των εξεταστικών διαδικασιών ακύρωσαν το μορφωτικό ρόλο του Λυκείου και το μετέτρεψαν σε ένα συνεχή εξεταστικό Μαραθώνιο, σε σοβαρές συνέπειες τόσο για τη μορφωτική αυτονομία και το μορφωτικό αποτέλεσμα όσο και για τη σωματική και ψυχική υγεία των μαθητών/τριών. Ο εξετασιοκεντρικός χαρακτήρας του Λυκείου, παρά τα εξαγγελλόμενα διατηρείται. Η μορφωτική αφυδάτωση του Λυκείου υφίσταται, όσο ισχύει η ταύτιση της εξεταστέας ύλης με τη διδακτέα, καθώς και η παρεχόμενη γνώση περιορίζει στα εξεταστικώς αναγκαία και χρήσιμα. Με τη διάκριση των μαθημάτων του προγράμματος σε δύο κατηγορίες (πανελλαδικώς εξεταζόμενα και μη) υποβαθμίζονται σημαντικοί τομείς της γνώσης με έντονο το ρόλο της αποστήθισης έναντι της ανάπτυξης της κριτικής σκέψης. Το δίκτυο της τεχνικής – επαγγελματικής εκπαίδευσης εξακολουθεί να είναι υποβαθμισμένο και σε μεγάλο βαθμό αναξιόπιστο, γι’ αυτό και κατά κανόνα αποτελεί «λύση ανάγκης» για τους νέους και τις νέες. Ιδιαίτερα αρνητική είναι η τάση που παρατηρείται να συρρικνώνεται η παρουσία της γενικής μόρφωσης στα προγράμματα σπουδών των ΤΕΕ, με αποτέλεσμα η δραστηριότητά τους να περιορίζεται στην παροχή μιας χαμηλής και περιορισμένης κατάρτισης, χωρίς αντίκρισμα ούτε στην αγορά εργασίας. Η οργάνωση του Εθνικού Συστήματος Επαγγελματικής Εκπαίδευσης – Κατάρτισης και των ΙΕΚ, με τον τρόπο που έγινε και λειτουργεί, δημιούργησε και άλλα προβλήματα και διεύρυνε το χάσμα ανάμεσα στη γενική και την τεχνική επαγγελματική εκπαίδευση. Το σύστημα εξετάσεων και αξιολόγησης που προτείνεται και με αυτές τις ρυθμίσεις, μπορεί εύκολα να αξιοποιηθεί για να συνεχιστεί η βίαιη εξώθηση ενός σημαντικού αριθμού μαθητών από το Ενιαίο Λύκειο προς τα Τεχνικά Επαγγελματικά Εκπαιδευτήρια ή και στην εγκατάλειψη των περαιτέρω σπουδών. Αλλά, ακόμη κι αν αυτό συμβεί σε περιορισμένη έκταση, είναι αδύνατο να αποφευχθεί η δημιουργία ενός Λυκείου πολλών ταχυτήτων, στο πλαίσιο του οποίου το σύστημα αξιολόγησης θα χρησιμοποιείται για να επιβεβαιώνει τις ήδη διαμορφωμένες μορφωτικές ανισότητες και όχι για να γίνουν οι κατάλληλες αντισταθμιστικές παρεμβάσεις. Η αναπαραγωγή των ανισοτήτων διευρύνεται και με την εσαεί δυνατότητα αναβάθμιση της νέας «βεβαίωσης πρόσβασης στα ΑΕΙ - ΤΕΙ…». Από την άλλη πλευρά το περιεχόμενο σπουδών του Λυκείου εξακολουθεί να είναι μακριά από τις σύγχρονες ανάγκες και προβληματισμούς. Παραμένει εγκλωβισμένο ανάμεσα στις παραδοσιακές αντιλήψεις για τη γνώση και δεν μπορεί να εξασφαλίσει την ολόπλευρη ανάπτυξη της προσωπικότητας των νέων του σήμερα. Τομείς σημαντικοί για την ολόπλευρη ανάπτυξη της προσωπικότητας των μαθητών/τριών, όπως είναι οι κοινωνικές – ανθρωπιστικές επιστήμες, η αισθητική καλλιέργεια, η περιβαλλοντική εκπαίδευση, η αγωγή υγείας, η προετοιμασία συνολικά του σύγχρονου ενεργού πολίτη δεν έχουν τη θέση που τους αρμόζει στο Ενιαίο Λύκειο. Ένα ενιαίο Λύκειο όπως αυτό που λειτουργεί δεν μπορεί να αναδείξει τις κλίσεις και τις ιδιαιτερότητες κάθε μαθητή και μαθήτριας και να συμβάλει στη συνολική του πρόοδο και την ευδοκίμησή τους σε συγκεκριμένους τομείς. Επιπλέον, η τρίτη κατεύθυνση του Ενιαίου Λυκείου, η τεχνολογική, είναι σε σημαντικό βαθμό υποβαθμισμένη. Γενικότερα, η απουσία επαρκών εγκαταστάσεων και εργαστηριακού εξοπλισμού στα σημερινά «Ενιαία Λύκεια» ακυρώνει τον ενιαίο χαρακτήρα τους, που θα έπρεπε να βασίζεται στο συνδυασμό της θεωρίας με την πράξη και στην ενεργό, μέσω της πράξης μάθηση. Οι απαιτήσεις της εποχής μας και η αυξημένη ζήτηση για σπουδές έχουν καταστήσει διεθνώς αναγκαία τη «ροή» προς την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση της συντριπτικής πλειονότητας (75% τουλάχιστον) των νέων αντίστοιχης ηλικίας, πράγμα που σημαίνει ότι η φοίτηση στο επίπεδο του Λυκείου πρέπει να ολοκληρώνεται από πολύ υψηλότερο ποσοστό. Για το λόγο αυτό πολλές σύγχρονες ευρωπαϊκές χώρες επιδιώκουν να αυξήσουν το ποσοστό των μαθητών που αποκτούν τίτλο απόλυσης από το Λύκειο, ενώ γενική για τις προηγμένες χώρες είναι τάση να καταστεί η λυκειακή εκπαίδευση μέρος της υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Εμείς, αντίθετα, με την τακτική που ακολουθούμε στην Ελλάδα υποβαθμίζουμε συνολικά το μορφωτικό επίπεδο της ελληνικής κοινωνίας, δημιουργώντας δυσκολίες ανταπόκρισης στις απαιτήσεις των σύγχρονων κοινωνιών. Αυτή η εκπαιδευτική πολιτική, της υποβάθμισης και της ενίσχυσης των κοινωνικών φραγμών στη μόρφωση πρέπει να αλλάξει. Θεωρούμε τη γενική μόρφωση και την επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση ως αδιάσπαστη ενότητα, που υπερβαίνει τον τεχνητό διαχωρισμό της γνώσης σε καθαρά θεωρητικού χαρακτήρα από τη μια και σε τεχνικού – πρακτικού χαρακτήρα από την άλλη. Πιστεύουμε, συνεπώς, ότι ο σχεδιασμός της Τεχνικής – Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης πρέπει να γίνεται σε ενιαία και σε αλληλοσύνδεση με τη γενική μεταϋποχρεωτική εκπαίδευση. Στο πλαίσιο αυτό αντί να τροποποιούνται οι νομοθετικές ρυθμίσεις της προηγούμενης τετραετίας, πρέπει να καταργηθούν. Είναι ατελέσφορο η πρακτική των αποσπασματικών ρυθμίσεων και εμβαλωματικών λύσεων σ’ ένα λανθασμένο θεσμικό πλαίσιο. Είναι απαραίτητη η έναρξη διαλόγου για τη διαμόρφωση ενός σύγχρονου θεσμικού πλαισίου για την εκπαίδευση όλων των βαθμίδων. Συλλογικά όργανα, όπως είναι το ΕΣΥΠ, πρέπει να αξιοποιηθούν , αλλά και να θεσμοθετηθούν νέα, πιο ευέλικτα και αποτελεσματικά, για να συμβάλλουν σε αυτή την κατεύθυνση. Αν η Κυβέρνηση είχε ακούσει, όπως ισχυρίζεται στην Εισηγητική Έκθεση του Σχεδίου Νόμου, τις θέσεις των φορέων της εκπαίδευσης και αν είχε λάβει υπόψη της τα δεδομένα των παιδαγωγικών ερευνών, δεν είχε παρά να προχωρήσει προς αυτή τη κατεύθυνση, της συνολικής αλλαγής του θεσμικού πλαισίου της εκπαίδευσης. Σε σχέση με τα συζητούμενα θέματα, τώρα, θεωρούμε αναγκαία την άμεση επέκταση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, ώστε να συμπεριλαμβάνει μέρος της προσχολικής, το σημερινό εννιάχρονο (Δημοτικό – Γυμνάσιο) και το Λύκειο. Έτσι θα εξασφαλιστεί για όλους τους μαθητές και μαθήτριες μία ευρεία μορφωτική βάση, που θα τους επιτρέπει να παρακολουθούν τις ταχύτατα μεταβαλλόμενες απαιτήσεις της κοινωνίας και της παραγωγικής διαδικασίας, αξιοποιώντας και τις δυνατότητες της συνεχιζόμενης εκπαίδευσης και κατάρτισης. Παράλληλα, οι νέοι θα μπορούν να κάνουν κρίσιμες επιλογές για το μέλλον τους σε πιο ώριμη ηλικία, αντί της ηλικίας των 15 ετών. Για το ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟ η λυκειακή βαθμίδα πρέπει να παρέχεται ενιαία σε όλους τους μαθητές και σε όλες τις μαθήτριες. Α) Ολοκληρωμένη γενική μόρφωση, αντίστοιχη με την ηλικία των μαθητών / μαθητριών και τις σύγχρονες κοινωνικές απαιτήσεις. Βασική επιδίωξη της γενικής μόρφωσης στο λύκειο είναι η διαμόρφωση πολιτών που έχουν συνείδηση των προβλημάτων του κοινωνικού και φυσικού περιβάλλοντος και είναι ικανοί να ενεργούν αποτελεσματικά και δραστήρια για την αντιμετώπισή τους. Β)Σύνολο επιλεγόμενων αντικειμένων, που στοχεύουν στην ικανοποίηση των ιδιαίτερων ενδιαφερόντων και των προεπαγγελματικών απαιτήσεων των μαθητών / μαθητριών, ώστε να εξασφαλίζεται η συνέχιση των σπουδών τους σε ειδικότερους τομείς της μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και κατάρτισης (πανεπιστημιακής και μη). Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην εξασφάλιση μιας ευρείας μορφωτικής βάσης, που θα επιτρέπει στο μαθητή και τη μαθήτρια να παρακολουθούν τις ταχύτατα μεταβαλλόμενες απαιτήσεις της παραγωγικής διαδικασίας με επιτυχία, στα πλαίσια της συνεχιζόμενης εκπαίδευσης / κατάρτισης ή της αυτοδύναμης μαθησιακής τους δραστηριότητας. Έτσι θα εξασφαλιστεί στους μαθητές ευρεία μορφωτική βάση για να παρακολουθήσουν καλύτερα τις απαιτήσεις της κοινωνίας, ενώ παράλληλα να κάνουν τις επιλογές τους για το μέλλον σε μια ώριμη ηλικία και όχι αυτή των 15 ετών. Το Λύκειο που μπορεί να παρέχει τέτοιου είδους μόρφωση και να περιορίζει τις άνισες ευκαιρίες στα παιδιά της εργατικής τάξης και των υποβαθμισμένων κοινωνικών στρωμάτων είναι ένα πραγματικά Ενιαίο Λύκειο. Με το Ενιαίο Λύκειο που προτείνουμε: Η γνώση θεωρητική και πρακτική, παρέχεται ενιαία σε όλους τους μαθητές και τις μαθήτριες, ενώ οι επιλεγόμενες ώρες του προγράμματος τους δίνουν τη δυνατότητα να καλύπτουν τις ιδιαίτερες ανάγκες και τα ενδιαφέροντά τους. Μειώνεται η διάσταση ανάμεσα στη θεωρητική μόρφωση και στην πρακτική δραστηριότητα. Εμποδίζεται η πρόωρη εξειδίκευση και ο πρόωρος επαγγελματικός προσανατολισμός και Αυξάνονται οι δυνατότητες αλλαγής του προσανατολισμού κατά τη διάρκεια των σπουδών στο λύκειο, λόγω του ενιαίου χαρακτήρα του. Τέλος με το Ενιαίο Λύκειο μπορούν να αντιμετωπιστούν πιο αποτελεσματικά οι κοινωνικές ανισότητες απ’ ότι με το παραδοσιακό επιλεκτικό σύστημα. Το Ενιαίο Λύκειο, κατά την άποψή μας, πρέπει να ενταχθεί σε μια προοπτική διεύρυνσης της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, η οποία να περιλαμβάνει μέρος της προσχολικής, το σημερινό εννιάχρονο και το Λύκειο. Επίσης, πρέπει να ληφθούν μέτρα για την ενιαιοποίηση της επαγγελματικής κατάρτισης και ειδίκευσης σε ένα δημόσιο σύστημα. Μια τέτοια προοπτική: α) θα ευνοήσει τον ενιαίο σχεδιασμό της εκπαίδευσης. β) θα ενισχύσει το δημόσιο χαρακτήρα της μέσης εκπαίδευσης, γ) θα συμβάλει στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας του εκπαιδευτικού συστήματος και στην πιο ορθολογική αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων, και δ) θα συμβάλει στην αναβάθμιση και την ορθολογικοποίηση του προσανατολισμού της τεχνικής – επαγγελματικής εκπαίδευσης. Για την αναβάθμιση του μορφωτικού ρόλου του λυκείου είναι αναγκαία η αναθεώρηση και ο εκσυγχρονισμός των αναλυτικών προγραμμάτων του, και ως προς τους στόχους και ως προς το περιεχόμενο και ως προς τους τρόπους οργάνωσής τους. Παράλληλα θα πρέπει να ληφθούν μέτρα για τον εκσυγχρονισμό της τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης. Παράλληλα, πρέπει να ληφθούν άμεσα μέτρα για την ανόρθωση, τη στήριξη και την ποιοτική αναβάθμιση της Τεχνικής – Επαγγελματικής Εκπαίδευσης. Σε μια τέτοια κατεύθυνση: Εκσυγχρονίζονται τα προγράμματά τους και ο εργαστηριακός τους εξοπλισμός των ΤΕΕ. Κατοχυρώνονται επακριβώς τα επαγγελματικά δικαιώματα κάθε παρεχόμενης ειδικότητας. Τα νέα προγράμματα των ΤΕΕ περιέχουν σύγχρονο και επαρκές πρόγραμμα μαθημάτων γενικής παιδείας, προσαρμοσμένο, όπου απαιτείται, στις ανάγκες της ειδικότητας. Κατοχυρώνεται η πρόσβαση των αποφοίτων των ΤΕΕ στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση σε ποσοστό αντίστοιχο με του συνολικό αριθμό τους. Το πτυχίο του ΤΕΕ να είναι ισότιμο με το απολυτήριο του Λυκείου για κάθε περίπτωση που αυτό ζητείται (π.χ. σε συμμετοχή σε διαγωνισμούς). Για τους μαθητές να προβλεφθεί πρακτική άσκηση σε επιχειρήσεις του Δημόσιου ή Ιδιωτικού τομέα. Πρέπει να εκσυγχρονιστεί το θεσμικό πλαίσιο και οι συνθήκες λειτουργίας των ΙΕΚ, που έχουν μετατραπεί σε πεδίο άσκησης πελατειασμού και να αναβαθμιστεί ποιοτικά η παρεχόμενη σ’ αυτά κατάρτιση. Η ποσοτική αύξηση των Δημόσιων ΙΕΚ πρέπει να καλύπτει ζήτηση από τους μαθητές σε όλες τις ειδικότητες ιδιαίτερα σε ειδικότητες αιχμής. Πρέπει να αποτραπεί η επιλογή του μαθητή να φοιτήσει σε ιδιωτικό ΙΕΚ, επειδή δεν βρίσκει θέση σε δημόσιο ΙΕΚ ή γιατί η ποιότητα του δημόσιου ΙΕΚ είναι υποβαθμισμένη. ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΤΡΙΤΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ Σε ότι αφορά το σύστημα πρόσβασης στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, σημειώνουμε ότι ένα νέο θεσμικό πλαίσιο θα πρέπει να έχει ως στόχο και να οδηγήσει προοδευτικά για όσους διαθέτουν ένα ορισμένο επίπεδο προϋποθέσεων να εισάγονται στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση ανεξάρτητα του αριθμού τους. Το νέο αυτό θεσμικό πλαίσιο πρέπει να δημιουργηθεί άμεσα ώστε η εφαρμογή πρέπει να αρχίσει άμεσα, να γίνεται σταδιακά και να ολοκληρωθεί σ’ ένα ορατό χρονικό ορίζοντα θα πρέπει να ξεκινήσουν τα εξής: α) Αύξηση του αριθμού φοιτητών/τριών σε όσα τμήματα έχουν τη δυνατότητα να εκπαιδεύσουν περισσότερους. β) Ταχύρυθμη ανάπτυξη του προσωπικού, νέων τμημάτων και υποδομών. Αύξηση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και του Τακτικού Προϋπολογισμού για τα ΑΕΙ με αντίστοιχο ρυθμό ανά έτος. Με την πρόταση αυτή επιδιώκουμε: Να αυξηθεί αισθητά η δυνατότητα πρόσβασης στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση της χώρας μας και να αμβλυνθεί ανάλογα η αναντιστοιχία προσφοράς και ζήτησης. Να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα των επιπτώσεων του σημερινού συστήματος στην ψυχική και πνευματική υγεία των νέων. Να αρθεί ένας βασικός όρος που αποστερεί το Λύκειο από το ρόλο του. Να αναιρεθεί ένα παράγοντας που ωθεί ισχυρά στη μηχανιστική μάθηση και απομνημόνευση, για να μπορεί να αναπτυχθεί η κριτική σκέψη των νέων. Να μετριασθούν οι κοινωνικές διακρίσεις που συνεπάγεται το παρόν σύστημα. Να αντιμετωπισθεί το γεγονός ότι μεγάλος αριθμός υποψηφίων εισάγονται σε τμήματα εντελώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι επιθυμούν. Να γίνει δυανατή η πρόσβαση στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση από ευρύ φάσμα ηλικιών και να διευκολυνθεί η κινητικότητα φοιτητών ή σπουδαστών μεταξύ τμημάτων. Να μειωθούν οι ιδιωτικές δαπάνες για την Παιδεία. Στην αντίληψη του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ η πρόταση για άνοιγμα των Πανεπιστημίων συνδυάζεται με τομές σε ολόκληρο το εκπαιδευτικό σύστημα και ιδίως με εκείνες που αφορούν το Ενιαίο Λύκειο, την Τεχνική – Επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση, τη δομή και λειτουργία της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Ως προς τις διαδικασίες επιλογής των υποψηφίων για τα Τριτοβάθμια Ιδρύματα, παρατηρούμε τα εξής: Η ελεύθερη πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση σημαίνει ότι συνολικά θα καλύπτεται η ζήτηση για σπουδές από την προσφορά θέσεων. Ωστόσο, πάλι θα παρουσιάζεται σε άλλες σχολές αυξημένη και σε άλλες μειωμένη ζήτηση. Για να επιτευχθεί η ελεύθερη πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση στα επόμενα 4 χρόνια, χρειάζεται διπλασιασμός του αριθμού εισακτέων στο αντίστοιχο χρονικό διάστημα. Κάθε μαθητής μετά την αποφοίτησή του από το Λύκειο θα δηλώνει το τμήμα ή τα τμήματα της προτίμησής του. Στα τμήματα των ΑΕΙ και ΤΕΙ στα οποία οι θέσεις επαρκούν γίνεται απευθείας εγγραφή των απόφοιτων του Λυκείου. Για τα τμήματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης για τα οποία οι υποψήφιοι είναι περισσότεροι από τις θέσεις η εισαγωγή θα βασίζεται στη μοριοποίηση 6 το πολύ μαθημάτων που απαιτούν τα αντίστοιχα τμήματα και εξετάζονται με γενικές εξετάσεις μετά τη λήψη του απολυτηρίου. Ο υποψήφιος μπορεί να επαναλαμβάνει όσες φορές θέλει τις εξετάσεις χωρίς κατοχύρωση βαθμολογίας. Κάθε τμήμα θα καθορίζει τις ελάχιστες προϋποθέσεις που ζητάει από κάποιον υποψήφιο, για να τον κάνει δεκτό. Αν υπάρχουν περισσότεροι ενδιαφερόμενοι για κάποιο τμήμα από όσους μπορεί αυτό να δεχτεί τότε κατατάσσονται σε σειρά με συγκεκριμένα αντικειμενικά κριτήρια. Γενικότερα: Οι Γενικές Εξετάσεις είχαν διασφαλίσει ένα βασικό ζητούμενο κάθε παρόμοιας διαδικασίας: την προστασία του συστήματος επιλογής από μεροληψία και πελατειακές – ευνοιοκρατικές σχέσεις. Αυτό το χαρακτηριστικό πρέπει να διαφυλαχθεί με κάθε τρόπο, αλλά η αντιστοιχία προσφοράς και ζήτησης θέσεων για την τριτοβάθμια εκπαίδευση πρέπει να αρθεί. Σε κάθε περίπτωση, η πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση πρέπει να εξασφαλίζεται μέσα από πολλούς δρόμους, στα πλαίσια της συνεχιζόμενης εκπαίδευσης, ώστε να είναι δυνατόν κάθε Έλληνας και κάθε Ελληνίδα σε οποιαδήποτε φάση της επαγγελματικής πορείας να εγγράφεται στον κύκλο σπουδών που επιθυμεί να παρακολουθήσει. Συνοψίζοντας για τις θέσεις του ΣΥΝ, πιστεύουμε, ότι μια συνολική, ριζική, δημοκρατική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση θα πρέπει να προωθήσει, είτε άμεσα είτε σταδιακά και προγραμματισμένα, τις εξής επιδιώξεις: Καθιέρωση δωδεκάχρονης υποχρεωτικής εκπαίδευσης Ενιαίο Λύκειο θεωρίας και πράξης ανοιχτό για όλους, με σύγχρονο πρόγραμμα μαθημάτων γενικής παιδείας και επιλογών. Επαρκές και σύγχρονο δίκτυο τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης ως συστατικό στοιχείο της δημόσιας εκπαίδευσης. Αύξηση του αριθμού εισακτέων στα ΑΕΙ – ΤΕΙ με ανάλογη αύξηση του διδακτικού προσωπικού και της υποδομής. Ομαλή και απρόσκοπτη έναρξη, κάθε χρόνο, των μαθημάτων από το Σεπτέμβριο με έγκαιρους διορισμούς, μεταθέσεις, αποσπάσεις, αποστολή βιβλίων, προγραμματισμό που να έχουν ολοκληρωθεί πριν από τη λήξη της προηγούμενης σχολικής χρονιάς. Αύξηση των δαπανών για την παιδεία με άμεσο στόχο στον προϋπολογισμό το 5% του ΑΕΠ. Διοίκηση της εκπαίδευσης συλλογική δημοκρατική και αξιοκρατική. Ενεργή συμμετοχή των γονιών στα εκπαιδευτικά πράγματα. Αξιοποίηση των ΜΜΕ, των διαδικτύων και όλης της σύγχρονης τεχνολογίας. Σημαντικές παρατηρήσεις στο σ/ν παρά τη μια ευρεία σειρά ρυθμίσεων τα θέματα εφαρμογής του σημαντικά τις περισσότερες φορές παραπέμπονται σε Υπουργικές Αποφάσεις. Το Υπουργείο Παιδείας προχώρησε σε νέες ρυθμίσεις στην εκπαίδευση: Μείωση των πανελλήνια εξεταζόμενων μαθημάτων και σύστημα επιλογής για ΑΕΙ – ΤΕΙ που έχει λόγο Αρσένη, λίγο Ευθυμίου και λίγο δέσμες. Γιατί τόση ταλαιπωρία τα τρία προηγούμενα χρόνια; Το ερώτημα είναι εύλογο. Γιατί τέτοια δογματική εμμονή της κυβέρνησης στα μέτρα Αρσένη τα τρία προηγούμενα χρόνια; Γιατί τέτοιος αυταρχισμός; Τότε είχε δίκιο η κυβέρνηση ή τώρα, που αλλάζει κάποια από αυτά για τα οποία επέμενε; Νομίζουμε κ. Πρωθυπουργέ, ότι κάποιος πρέπει να αναλάβει αυτή την ευθύνη. Το 40% των μαθητών δεν θα τελειώνουν το Λύκειο. Το επόμενο ερώτημα είναι αν οι νέες ρυθμίσεις επιλύουν τα προβλήματα. Όμως ποια είναι τα προβλήματα; Είναι ο αποκλεισμός από το Λύκειο του 40% των μαθητών, που προέρχονται κυρίως από ασθενέστερες κοινωνικοοικονομικά ομάδες. Το 1999 αποφοίτησαν 117.000 μαθητές, ενώ το 2000 αποφοίτησαν 70.000. Πώς έγινε αυτό; Με την επιβολή εξετάσεων, που ήταν κριτήριο προαγωγής και αποφοίτησης στο Λύκειο και ταυτόχρονα κριτήριο επιλογής για τα ΑΕΙ – ΤΕΙ. Και αφού στα ΑΕΙ – ΤΕΙ θα έμπαιναν 70.000 έπρεπε οι υπόλοιποι να εκπαραθυρωθούν από το Λύκειο. Όπως και έγινε. Με τα λιγότερα πανελλήνια εξεταζόμενα μαθήματα, μέτρο που φυσικά είναι θετικό, πάλι θα αποκλειστεί από το Λύκειο το 40% των μαθητών. Όσοι δηλαδή πρέπει να αποκλειστούν από τα ΑΕΙ – ΤΕΙ. Εκτός αν όσοι τελειώνουν το Λύκειο δεν μπαίνουν όλοι στα ΑΕΙ – ΤΕΙ , όπως επί τρία χρόνια μας διαβεβαιώνει η κυβέρνηση. Αυτό όμως δεν φρόντισε να μας το διευκρινίσει φέτος ο Υπουργός Παιδείας. Μήπως θα το κάνει του χρόνου; Πολύ κακό για το τίποτα. Λύκειο για μόρφωση ή κέντρο επιλογής για ΑΕΙ – ΤΕΙ; Το άλλο μεγάλο πρόβλημα είναι η ακύρωση της μορφωτικής λειτουργίας του Λυκείου. Παρά τη μείωση του εξεταστικού του χαρακτήρα, δεν αποδεσμεύτηκε βέβαια από τη διαδικασία επιλογής για τα ΑΕΙ – ΤΕΙ. Έτσι, απλώς πιστοποιεί μια τεχνική εισαγωγής που διδάσκεται στα φροντιστήρια . Αλλά αυτό είναι παραλογισμός. Μια ολόκληρη εκπαιδευτική βαθμίδα τριών χρόνων και αστρονομικά έξοδα που φεύγουν από τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς προς τα φροντιστήρια ως εισαγωγικό σύστημα. ΤΕΕ: Μια δεύτερη εκπαιδευτική ταχύτητα προς το πουθενά. Τι γίνονται όμως τα παιδιά που εκπαραθυρώνονται από το Λύκειο; Όσα απ΄αυτά δεν εγκαταλείπουν την εκπαίδευση οδηγούνται στα Τεχνικά – Επαγγελματικά Εκπαιδευτήρια (ΤΕΕ). Θεωρείται λοιπόν από την κυβέρνηση ως μεγάλος άθλος ή θεσμοθέτηση της ΤΕΕ ως δεύτερης ταχύτητας στην εκπαίδευση. Όμως πριν από 24 χρόνια, επί υπουργίας Γ. Ράλλη, εκτός από την εννιάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση, δημιουργήθηκαν τα Τεχνικά Λύκεια. Χρειάστηκε μια εικοσαετία «σοσιαλισμού», για να υποβαθμιστούν και να βρεθούν εκτός λυκειακής βαθμίδας χωρίς προοπτική. «Λύση ανάγκης» για τους μαθητές και όχι αξιόπιστη επιλογή. ΔΩΔΕΚΑΧΡΟΝΟ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ. Μήπως σήμερα, το 2000, που αναδύεται η κοινωνία της γνώσης και που η Παιδεία, εκτός από μεγάλο κοινωνικό αγαθό, αποτελεί και «αναπτυξιακό κεφάλαιο», ωρίμασε η ανάγκη όλα τα παιδιά να συμμετέχουν στο δωδεκάχρονο σχολείο; Ναι. Ο ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ προτείνει να βάλουμε ψηλότερα τον πήχη. Όλα τα παιδιά δικαιούνται να τελειώνουν το Λύκειο. Και μάλιστα ένα Λύκειο αναβαθμισμένο, που ο ρόλος τους θα είναι η μόρφωση και όχι το ξεδιάλεγμα αυτών που θα πάνε στα ΑΕΙ – ΤΕΙ. Ένα Λύκειο που οι μαθητές / τριές του δεν θα είναι υποχρεωμένοι /ες να το περιφρονούν και να ρίχνουν το βάρος τους στα φροντιστήρια. Να τολμήσουμε τη δημοκρατική μεταρρύθμιση στην Παιδεία. Ο ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ προτείνει δωδεκάχρονο υποχρεωτικό σχολείο. Ολοήμερο Νηπιαγωγείο και Δημοτικό. Για να μπορούν όμως όλα τα παιδιά να προχωρούν στο Λύκειο, προϋπόθεση είναι ευθύς εξαρχής και σε όλο το «δρόμο» του δωδεκάχρονου σχολείου να τους δίνεται η δυνατότητα να συμμετέχουν ουσιαστικά. Έτσι είναι αναγκαίο το ολοήμερο Νηπιαγωγείο και Δημοτικό που θα παρέχει πολύπλευρη μόρφωση σε όλα τα παιδι΄ζ και θα αντισταθμίζει τις όποιες δυσκολίες θα συναντά κάθε παιδί. Σύγχρονο Γυμνάσιο. Το πρόγραμμα του Γυμνασίου πρέπει να είναι εμπλουτισμένο με μαθήματα και δραστηριότητες που βοηθούν το παιδί αυτής της ηλικίας να κατανοήσει το φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον και να δράσει για τη βελτίωσή του. Ενιαίο Λύκειο, αποσυνδεμένο από την επιλογή για ΑΕΙ – ΤΕΙ. Το αναβαθμισμένο Ενιαίο Λύκειο, για να μπορεί να παρέχει σύγχρονη γενική μόρφωση, πρέπει να είναι πλήρως αποσυνδεμένο από τη διαδικασία εισαγωγής για ΑΕΙ ΤΕΙ. ΄Έτσι, το μαθησιακό ενδιαφέρον των μαθητών/τριών του θα επικεντρώνεται στις σπουδές τους στο Λύκειο και όχι στην προετοιμασία στα φροντιστήρια για τις εξετάσεις. Ελεύθερη πρόσβαση στα ΑΕΙ – ΤΕΙ. Η πρόσβαση στα ΑΕΙ – ΤΕΙ των αποφοίτων του Ενιαίου Λυκείου πρέπει να είναι ελεύθερη. Απαραίτητη προϋπόθεση γι’ αυτό είναι να αυξηθούν οι θέσεις και να ενισχυθεί κατάλληλα το προσωπικό και η υποδομή τους. Η τριτοβάθμια εκπαίδευση μοχλός κοινωνικής ανάπτυξης. Η τριτοβάθμια εκπαίδευση πρέπει να ξεφεύγει από το πρότυπο ενός επιχειρηματικού Πανεπιστημίου, με ασφυκτικά περιορισμένο τον κοινωνικό του ρόλο, και ν’ απελευθερώνει τις δυνάμεις που ενυπάρχουν σ’ αυτό, ώστε ν’ αποτελεί μοχλό κοινωνικής ανάπτυξης σε όλους τους τομείς. Η αναβάθμιση των εκπαιδευτικών, προϋπόθεση για τη μόρφωση . Οι δημόσιες δαπάνες ανά μαθητή /τρια στη χώρα μας δεν πλησιάζουν ούτε στο μισό του κοινοτικού μέσου όρου. Κάθε μέρα οι γονείς πληρώνουν ένα δισεκατομμύριο στα φροντιστήρια και αλλού. Είναι λοιπόν απαραίτητη η αύξηση των δημοσίων δαπανών στο 5% επί του ΑΕΠ. Σχολείο μάθησης, δημιουργίας, δημοκρατίας. Απ’ όλες τις σοβαρές μελέτες απορρίπτεται η προσανατολισμένη σε συντηρητικά πρότυπα εκπαίδευση, με σχολεία που αποθηκεύουν πληροφορίες, με πρώιμη εξειδίκευση των μαθητών, με ανταγωνισμό των μαθητών και των σχολείων. Με αυτή τη λογική απορρίπτεται και κάθε παρέμβαση της Εκκλησίας στην εκπαίδευση. Η Αριστερά στα θέματα της εκπαίδευσης αναδεικνύεται στην κατεξοχήν μεταρρυθμιστική δύναμη της κοινωνίας, αφού η πολιτική της εξυπηρετεί ταυτόχρονα την ολόπλευρη ανάπτυξη της κοινωνίας. Για τον ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟ, η Παιδεία αποτελεί ένα αναντικατάστατο αγαθό. Είναι μέσο για την απελευθέρωση από προκαταλήψεις και αναχρονισμούς, για την ολοκλήρωση της ανθρώπινης προσωπικότητας, για την ανάπτυξη και την πρόοδο με σεβασμό στο περιβάλλον, για την αντιμετώπιση της κοινωνικής ανισότητας, του ρατσισμού και των διακρίσεων, για την προαγωγή της ισότητας των δύο φύλλων, για την ανάδειξη των πιο πολύτιμων αξιών του πολιτισμού: της ειρήνης, της δημοκρατίας, της αλληλεγγύης, της κοινωνικής δικαιοσύνης, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Μια τέτοια παιδεία βρίσκεται σε άλλη κατεύθυνση από τις επιλογές της κυβέρνησης. Είναι υπόθεση ενός δημοκρατικού μεταρρυθμιστικού κινήματος. Είναι ευθύνη όλης της κοινωνίας. Με αφορμή τις εξαγγελίες του υπουργού Παιδείας, το Γραφείο Τύπου του Συνασπισμού τονίζει: Η κυβέρνηση με τις ανακοινώσεις του υπουργού ομολογεί σήμερα ότι τα μέτρα Αρσένη που εξεθείαζε απέτυχαν. Αρνείται, όμως, να απαλλαγεί από τη δυσάρεστη κληρονομιά αυτών των μέτρων παρά τις καταστροφικές συνέπειες που συσσώρευσαν στην εκπαίδευση. Προσπαθεί να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα με πολιτικούς ακροβατισμούς, αντί να προωθήσει τη ριζική δημοκρατική μεταρρύθμιση στην Παιδεία, με καθιέρωση δωδεκάχρονης υποχρεωτικής εκπαίδευσης, με αποδέσμευση του Λυκείου από τις διαδικασίες εισαγωγής στα ΑΕΙ και ΤΕΙ, με σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα και περιεχόμενο σπουδών και τέλος με γενναία χρηματοδότηση των δαπανών για την Παιδεία. Έτσι επιχειρεί μικροβελτιώσεις και εμβαλωματικές λύσεις σε ένα νομοθετικό πλαίσιο που αποδεδειγμένα δε λειτουργεί και δεν αποτελεί την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση που χρειάζεται η ελληνική κοινωνία. Μια τέτοια πολιτική, όχι μόνο, δεν λύνει τα συσσωρευμένα προβλήματα της εκπαίδευσης, αλλά αντίθετα διαιωνίζει την προβληματική κατάσταση που υπάρχει και δεν προοιωνίζει θετικές εξελίξεις στην ελληνική εκπαίδευση. Τα κρίσιμα ερωτήματα εξακολουθούν να περιμένουν απάντηση. Έτσι: 1. Το ολοήμερο σχολείο που προωθείται δεν ξεφεύγει από το ρόλο της παρατεταμένης «φύλαξης» των παιδιών και στερείται σύγχρονου εκπαιδευτικού περιεχομένου. 2. Δεν εξασφαλίζεται αποδέσμευση του Λυκείου από τις εισαγωγικές εξετάσεις για τα ΑΕΙ και τα ΤΕΙ, με το να καταργηθούν ως πρώτο βήμα οι εξετάσεις της Β’ Λυκείου. Ακόμη κι αν μειωθούν τα εξεταζόμενα μαθήματα, πάλι το 40% των μαθητών του Λυκείου θα αποκλείεται από τη συνέχιση των σπουδών στο Λύκειο. 3. Διατηρείται το διπλό δίκτυο Γενικής – Τεχνικής / Εκπαίδευσης και δεν προωθείται η δωδεκάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση ως απάντηση στις σύγχρονες προκλήσεις. 4. Αντί να εξασφαλιστεί η ουσιαστική αναβάθμιση του εκπαιδευτικού προσωπικού, στην πράξη καταργείται ακόμη και η δυνατότητα των εκπαιδευτικών για μεταπτυχιακές σπουδές, αφού εφέτος για πρώτη φορά δεν τους δίνεται ούτε μία εκπαιδευτική άδεια για έναρξη μεταπτυχιακών σπουδών. 5. Εξαγγέλλεται – και σωστά – η αναβάθμιση των ΤΕΙ κατά συμμόρφωση με τις κοινοτικές οδηγίες, χωρίς να παίρνονται τα ανάλογα ουσιαστικά μέτρα (προσωπικό, προγράμματα, υποδομές). 6. Ο εκσυγχρονισμός που προωθείται για τα ΑΕΙ και ΤΕΙ δεν ξεφεύγει από το πρότυπο ενός επιχειρηματικού Πανεπιστημίου με ασφυκτικά περιορισμένο τον κοινωνικού του ρόλο. 7. Ενώ είναι «εκ των ων ουκ άνευ» προϋπόθεση για την αναβάθμιση της εκπαίδευσης η αύξηση των δαπανών, αυτό που εξαγγέλλεται είναι μια αναδιανομή των διαθέσιμων πόρων και διατυπώνονται ευχές για καλύτερη διαχείριση του Γ’ ΚΠΣ.
 

Ομιλία της ΑΣΗΜΙΝΑΣ ΞΗΡΟΤΥΡΗ –ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΑΡΗ στην ημερίδα του Ινστιτούτου Διαχείρησης & Αξιοποίησης Τεχνικών Έργων (Ι.Δ.Α.Τ.Ε.)

E-mail Εκτύπωση PDF
Ευχαριτώ κύριε Πρόεδρε. Ευχαριστώ το Ινστιτούτο για την πρόσκληση. Θα ήθελα να πω ότι, προσωπικά τουλάχιστον, εγώ, ασχολούμενη με τα θέματα της παραγωγής των δημόσιων έργων και γενικά των τεχνικών έργων, είτε σαν δημόσιος υπάλληλος, είτε σαν συνδικαλίστρια, και τώρα ως ένα πολιτικό πρόσωπο από το χώρο του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ, έχω τόσων χρόνων θητεία, που εδώ, σε αυτήν την πολύ καλή εκδήλωση που έχετε διοργανώσει, θα μπορούσαμε, από την άλλη πλευρά, του μηχανικού δηλαδή, να συζητήσουμε ώρες ατέλειωτες και να έχουμε πάρα πολύ καλές προτάσεις για το πώς θα μπορεί το κάθε Ινστιτούτο, ο κάθε φορέας, να συμβάλλει στο πολύ μεγάλο θέμα που έχει ιδιαίτερη όξυνση, και βέβαια πολύ μεγάλο ενδιαφέρον στη χώρα μας, που είναι τα τεχνικά έργα. Ο Συνασπισμός, σαν ένα κόμμα της σύγχρονης ευρωπαϊκής αριστεράς, έχει την αντίληψη ότι, με σωστές διαδικασίες, ρυθμίσεις και όργανα που υποστηρίζουν και τον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, οι δύο αυτοί τομείς, τουλάχιστον στην παραγωγή των τεχνικών έργων, μπορούν και πρέπει να συνεργαστούν άριστα. Θεωρούμε ότι κέντρα όπως το ΙΔΑΤΕ, τα οποία προσανατολίζουν περισσότερο τη δράση τους στα θέματα της έρευνας, της αξιοποίησης των στοιχείων που έχουν γύρω από το τι παράγει στα τεχνικά έργα ο δημόσιος και ιδιωτικός τομέας, στη διαπίστωση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει, και κυρίως στη δυνατότητα που μπορεί να έχει ως Ινστιτούτο να επεξεργάζεται αυτά τα στοιχεία και να καταλήγει σε κάποιες εποικοδομητικές προτάσεις, κάνουν πολύ αξιόλογη προσπάθεια και μ΄ αυτή την έννοια είναι πολύ αναγκαίο αυτό το Κέντρο να πάει καλά και να πετύχει. Θα έλεγα ότι αν το δει κανείς σαν ένα Κέντρο που μπορεί να στηρίξει διεργασίες του δημόσιου τομέα,το μεγάλο θέμα που μας απασχόλησε χρόνια, της παραγωγής των δημοσίων έργων δηλαδή, και κυρίως αυτών των διαταγμάτων από τα 14-18 που δεν είχαν προχωρήσει, το Ινστιτούτο οικονομίας των κατασκευών που τώρα προχωράει θα μπορούσε να είχε δώσει χρόνια τώρα μια καλύτερη εικόνα για τα προβλήματα και για τα στοιχεία τα οποία προκύπτουν από την παραγωγή των δημοσίων έργων, για τα θέματα της ποιότητας, μέσα από μια πιο συντεταγμένη διαδικασία. Το μεγάλο θέμα της εξειδίκευσης αυτού του προσωπικού αυτή τη στιγμή δε γίνεται από πουθενά, δεν προχωράει, ενώ οι ανάγκες μεγαλώνουν. Η κατάσταση έχει μείνει πάρα πολύ στάσιμη, και στα θέματα της αξιοποίησης και της καλύτερης διαχείρισης των μητρώων των κατασκευαστών, αυτό το ανθρώπινο τεχνικό δυναμικό της χώρας μας, το οποίο είναι από τα καλύτερα, είτε εργάζεται στο δημόσιο τομέα είτε σε ελληνικές τεχνικές εταιρές. Η δική μας αντίληψη είναι ότι όλο αυτό το δυναμικό είναι από τα καλύτερα, μπορεί να προσφέρει τα καλύτερα δυνατά για την ανάπτυξη της χώρας, μέσα από ένα καλύτερο σύστημα, έτσι που να μπορεί ο καθένας, είτε στο δημόσιο είτε στον ιδιωτικό τομέα, να έχει αυτές τις αρχές διαφάνειας, να έχει τις δυνατότητες είτε στο Τεχνικό Επιμελητήριο είτε σε Ινστιτούτο και τα λοιπά, να επιμορφώνεται μέσω διαδικασιών του δημοσίου, ούτως ώστε να μπορεί κάθε φορά να αναδεικνύει και τα προβλήματά του, αλλά κυρίως και τις μεγάλες επιτυχίες που και εγώ βαθιά πιστεύω ότι έχει κάνει το τεχνικό δυναμικό στη χώρα μας. Σας ευχαριστώ και πάλι και εύχομαι καλή επιτυχία.
 


Σελίδα 24 από 24