Home Ομιλίες Εισήγηση για το forum της ΤΕΔΚΝΑ με θέμα: Θέσεις που κατέχουν οι γυναίκες σε πολιτικούς οργανισμούς

Εισήγηση για το forum της ΤΕΔΚΝΑ με θέμα: Θέσεις που κατέχουν οι γυναίκες σε πολιτικούς οργανισμούς

E-mail
Η ισότιμη και εναλλακτική συμμετοχή των γυναικών σε όλα τα κέντρα αποφάσεων, σε όλες τις διεργασίες του κοινωνικού και πολιτικού βίου, είναι από τις βασικότερες αρχές και προϋποθέσεις για μία δίκαιη και με ποιότητα δημοκρατίας κοινωνία. Η ισότητα των ευκαιριών και για τις γυναίκες είναι πολύτιμο συλλογικό αγαθό και αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα, συνυφασμένο πάντοτε με την εξέλιξη του πολιτισμού. Το γυναικείο κίνημα δεν διεκδικεί απλώς κατανόηση και ευαισθησία, επιζητεί να αλλάξει τις δομές και τις ποιότητες στο δημόσιο βίο. Ο αγώνας για: · ίση συμμετοχή των γυναικών στα κέντρα λήψης των αποφάσεων · ίσες ευκαιρίες στην απασχόληση, μόρφωση, ειδίκευση, επανειδίκευση · καταπολέμηση της ανεργίας και της περιθωριοποίησης των γυναικών · καταπολέμηση της βίας εις βάρος των γυναικών, που αποτελεί μηχανισμό κοινωνικού ελέγχου έχει μεγάλη πολιτική σημασία, αφού η ισότητα των φύλων: · διευρύνει τη δημοκρατία · εκπολιτίζει την πολιτική · απελευθερώνει τις δυνατότητες των γυναικών · αποτελεί προϋπόθεση της βιώσιμης ανάπτυξης. Ο 20ος αιώνας χαρακτηρίσθηκε ως ο αιώνας της ισότητας των φύλων. Ως γνωστόν οι γυναίκες απέκτησαν πολιτικά δικαιώματα, η ισότητα αναγνωρίσθηκε ως συνταγματική αρχή, ο ΟΗΕ και οι άλλοι διεθνείς οργανισμοί ασχολήθηκαν σοβαρά με την εφαρμογή της ισότητας στην πράξη. Οι Ελληνίδες απέκτησαν πολιτικά δικαιώματα ( δικαίωμα εκλέγειν και εκλέγεσθαι) το 1952. Η έλευση του νέου αιώνα και της νέας χιλιετίας συνοδεύτηκε από μεγάλες προσδοκίες. Χαιρετίστηκε ως η αρχή μιας νέας ιστορικής περιόδου βιώσιμης ανάπτυξης, δημοκρατίας και ισότητας. Η πραγματικότητα όμως δεν επιβεβαιώνει τις προσδοκίες. Έντονοι είναι οι προβληματισμοί για τις επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης στη γυναίκα , με πρώτο κύριο ερώτημα αν με τον τρόπο που προωθείται η παγκοσμιοποίηση, η ισότητα των φύλων προάγεται στην πράξη. Δυστυχώς, η παγκοσμιοποίηση του κεφαλαίου και του εμπορίου δεν συνοδεύεται από την παγκοσμιοποίηση των δικαιωμάτων. Όσο περισσότερο η οικονομία μιας χώρας συνδέεται με τη διεθνή αγορά, τόσο παρατηρείται μείωση των κρατικών οικονομικών παροχών και των δαπανών του κοινωνικού τομέα, που είναι άρρηκτα δεμένος με την ισότητα. Τα παραπάνω αποτελούν εκτίμηση του ΟΗΕ κατά τη διαδικασία του «Πεκίνο ’95», της αξιολόγησης δηλαδή της πορείας εφαρμογής των αποφάσεων της Τετάρτης Παγκόσμιας Διάσκεψης του ΟΗΕ για τις Γυναίκες στο Πεκίνο. Η ιδιωτικοποίηση που προωθείται άκριτα στους κρίσιμους για το φύλο τομείς υγείας, παιδείας και κοινωνικής ασφάλισης, θέτει εμπόδια στην ουσιαστική ισότητα. Η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων και της αγοράς εργασίας αναστατώνει τη ζωή των νοικοκυριών, εισάγει την ανασφάλεια στη ζωή των ζευγαριών. Οι κατακτήσεις και οι απολαβές των εργαζομένων στηρίζονταν στο μοντέλο της σταθερής, εξαρτημένης, αορίστου χρόνου εργασίας. Η εισαγωγή της μερικής απασχόλησης και άλλων ελαστικών μορφών, που τείνουν να γενικευθούν, υπονομεύει τη βάση στην οποία στηριζόταν όλο το πλέγμα των απολαβών των εργαζομένων. Γίνεται, λοιπόν, αισθητή μια τραγική αντίφαση: από τη μια γίνονται συνείδηση τα ανθρώπινα δικαιώματα των γυναικών, και αυτό είναι θετικό- αλλά από την άλλη επιδεινώνονται οι κοινωνικο-οικονομικοί όροι πραγματοποίησης της ισότητας και εφαρμογής των δικαιωμάτων των γυναικών. Η απελευθέρωση των αγορών παγκόσμια ανέδειξε την ιδεολογία της αγοράς, που γίνεται σήμερα συνώνυμη με τον άκρατο ανταγωνισμό και πολλές φορές με το «όποιος επιζήσει, επέζησε». Δε νομίζουμε πως αυτό το μοντέλο του οικονομισμού έχει σχέση με την ισότητα των φύλων. Το περιβάλλον που είναι φιλικό στην ισότητα έχει να κάνει με την κοινωνική αλληλεγγύη και με τον πολιτικό έλεγχο στο φαινόμενο του «φονταμενταλισμού των αγορών». Έχει να κάνει με την εμβάθυνση της δημοκρατίας, που εξακολουθεί να εμφανίζει έλλειμμα φύλου, δηλαδή υποαντιπροσώπευση των γυναικών στα κέντρα λήψης των αποφάσεων. Τα τελευταία χρόνια έχουμε μιλήσει αρκετά για την ανάγκη ίσης συμμετοχής γυναικών ανδρών στα κέντρα λήψεως αποφάσεων. Έχουμε χαρακτηρίσει την υποαντιπροσώπευση των γυναικών στους θεσμούς και στα όργανα της δημοκρατίας, ως ιδιόμορφο δημοκρατικό έλλειμμα , ως δυσμορφία της πολιτικής , της δημόσιας ζωής. Πενήντα χρόνια μετά την κατάκτηση του δικαιώματος του εκλέγειν, η κατοχύρωση στην πράξη του δικαιώματος του εκλέγεσθαι αποτελεί ακόμα στοίχημα για τις γυναίκες και πολιτική πρόκληση τεράστιας σημασίας. Η εκπροσώπηση των γυναικών στο Ελληνικό Κοινοβούλιο είναι ακόμη περιορισμένη . Ο ρόλος των γυναικών πολιτικών-μελών του Κοινοβουλίου και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του απασχολεί σοβαρά τους γυναικείους φορείς και τις γυναίκες. Πολλοί απαντούν ότι δεν έχει απονεμηθεί στις γυναίκες ιδιαίτερος ρόλος. Μια δεύτερη συχνή απάντηση είναι ότι έχουν ιδιαίτερο ρόλο οι γυναίκες στο βαθμό που θα πρέπει να λειτουργούν ως εκπρόσωποι του φύλου τους και να προωθούν τα ιδιαίτερα αιτήματα των γυναικών. Η δική μας απάντηση είναι ότι οι γυναίκες πολιτικοί αναπτύσσουν δραστηριότητα εφ΄όλης της πολιτικής ύλης, γιατί τα προβλήματα στον κόσμο είναι πολλά, χωρίς όμως να παραλείπουν να τη συνδέουν με τις ανάγκες και τις προτεραιότητες των γυναικών ως κοινωνικό φύλο. Είναι γεγονός, ότι προς τις γυναίκες πολιτικούς αναπτύσσονται προσδοκίες εκ μέρους της κοινωνίας των πολιτών και των ιδίως των γυναικών. Από την άλλη πλευρά, οι γυναίκες εξακολουθούν να είναι ελάχιστες στο χώρο της πολιτικής. Για να ανταποκριθούν στα σύνθετα αυτά καθήκοντά τους απαιτούνται ειδικά μέτρα και πολιτικές συνεργασίας. Είναι φανερό ότι η συμμετοχή των γυναικών στην πολιτική πρέπει να συνοδευτεί με στόχους και πολιτικές που έχουν ανάγκη σήμερα οι πολίτες. Έτσι θα δικαιωθεί, έτσι θα αποκτήσει δύναμη και κύρος. Χρειάζεται άλλη ηθική ποιότητα στην πολιτική και οι γυναίκες την έχουν και οφείλουν να την εκφράσουν υπηρετώντας έτσι το φύλο τους και την κοινωνία. Στο σημείο αυτό θα θέσω τον προβληματισμό, κατά πόσο η σχέση των γυναικών με την εξουσία παραμένει ένα ζήτημα ανοιχτό και εν πολλοίς αναπάντητο. Πολλές φορές έχουμε διερωτηθεί, πως μπορεί να διατηρούμε μία αντιεξουσιαστική λογική και ταυτόχρονα να επιδιώκουμε την κατάληψη της εξουσίας και μάλιστα με πρότυπα και δεδομένα αυταρχικής και ανισότιμης άσκησής της; Παλιότερες φεμινιστικές αντιλήψεις θα μας οδηγούσαν ευθέως στην καταγγελία και την απόρριψη, στην ισοπέδωση κάθε έννοιας ιεραρχίας. Σήμερα μέσα από μία πορεία θετικών αποτελεσμάτων, αλλά και αρνητικών εμπειριών για το γυναικείο κίνημα, ξέρουμε ότι η εξουσία δεν είναι κάτι ασυμβίβαστο προς τη γυναικεία διαφορετικότητα. Η συμμετοχή των γυναικών στους θεσμούς και στα νευραλγικά πόστα της κοινωνίας και της πολιτικής μπορεί να επηρεάσει από τα μέσα και να οδηγήσει στην αναγκαία μετάλλαξη της εξουσίας. Από την απόρριψη δηλαδή και καταγγελία να περάσουμε στην κανονική και εφικτή αμφισβήτηση. Και βέβαια στην αγωνιστική διεκδίκηση για μια δίκαιη, δημοκρατική τάξη στον κόσμο. Για περιορισμό της βίας και των ανισοτήτων. Δουλειά και αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης για όλους και για όλες! Αυτό το τελευταίο της δουλειάς, της απασχόλησης για όλες και όλους, είναι και το σημαντικότερο ζήτημα που απασχολεί το γυναικείο κίνημα, αλλά και την κοινωνία σήμερα. Γι αυτό ας δούμε σήμερα ποια είναι η πορεία των συζητήσεων και αποφάσεων για τα προβλήματα της απασχόλησης των γυναικών στην Ε.Ε. Το μεγάλο αίτημα των πολιτών της Ενωμένης Ευρώπης, που παραμένει ακόμη στοίχημα των χωρών της , είναι το κοινωνικό κράτος, το κράτος της απασχόλησης, της ισότητας και της κοινωνικής συνοχής. Επιμένουν οι ηγέτες της ότι τα θέματα της απασχόλησης και της κοινωνικής πολιτικής είναι κορυφαία σε κάθε συζήτηση και γι αυτό τα Ευρωπαϊκά Συμβούλια του ʼμστερνταμ, της Λισσαβόνας και της Νίκαιας ήταν σταθμοί στην ιστορία αυτή. Στα πλαίσια αυτά, στη Λισσαβόνα τέθηκε ο στόχος της αύξησης της συμμετοχής των γυναικών από 53% στο 60% μέχρι το 2010 και δόθηκε η εντολή να διερευνηθούν οι λόγοι για τις διαφορές στην αγορά εργασίας. Καταγράφεται έτσι ότι οι άνδρες αμείβονται τουλάχιστον 14% περισσότερο από τις γυναίκες, η εκπροσώπηση των γυναικών είναι σημαντικά μικρότερη στις επιχειρήσεις, καθώς και σε κάθε πολιτικό και θεσμικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ βασικά δικαιώματα στο χώρο εργασίας δε γίνονται πάντα σεβαστά. Παρά το γεγονός ότι οι διαφορές των δυο φύλων αμβλύνθηκαν σε όλες τις χώρες, στο θέμα της απασχόλησης παραμένουν σημαντικές, με εντονότερες αυτές στα νότια κράτη-μέλη της Ε.Ε., Ισπανία, Ελλάδα και Ιταλία. Δυσμενής είναι επίσης σε όλες τις χώρες η θέση των γυναικών στην αγορά εργασίας, αφού εργάζονται σε χαμηλόβαθμες θέσεις, με μερική απασχόληση κυρίως στον κλάδο των υπηρεσιών και το δημόσιο τομέα, ενώ η μεγαλύτερη επαγγελματική ομάδα μεταξύ των γυναικών είναι οι πωλήτριες, οι οικιακοί και προσωπικοί βοηθοί κα. Μεταξύ των στόχων της Ε.Ε. είναι η προώθηση του mainstreaming, δηλαδή της ενσωμάτωσης και της διάχυσης της διάστασης του φύλου σε όλες τις πολιτικές και δράσεις. Στηρίζεται στη λογική, «ολοκληρωμένα σχέδια ισότητας», ότι οι σχετικές δράσεις είναι ζήτημα «κοινωνικής εταιρικής ευθύνης». Δηλαδή, οι επιχειρήσεις και οι κοινωνικοί εταίροι θα αναλάβουν την ευθύνη για να ενσωματώσουν τους κοινωνικούς προβληματισμούς στην επιχειρηματική τους δραστηριότητα και να εφαρμόσουν έτσι μεταξύ άλλων και θετικές δράσεις υπέρ των γυναικών με τη λήψη μέτρων για την ενίσχυση και βελτίωση της θέσης τους, και μάλιστα αυτό τονίζεται συνεχώς, «σε συνθήκες ανταγωνισμού». Οι επιχειρήσεις και οι κοινωνικοί εταίροι καλούνται να διαχειριστούν την κοινωνική αλλαγή, δηλαδή να προωθήσουν την κοινωνική, βιώσιμη ανάπτυξη, την ισότητα και κατ’ επέκταση την κοινωνική αλληλεγγύη σε συνθήκες ανταγωνισμού, πολλές φορές αθέμιτου, άκρατου ή και κατευθυνόμενου από τα ισχυρά οικονομικά συμφέροντα και τα κέντρα εξουσίας (διαπλοκή). Πως είναι όμως δυνατό να περιμένει κανείς να λύσει το πρόβλημα μόνο μέσω της θέσπισης κινήτρων προς τις επιχειρήσεις για να προωθήσουν την άρση των διακρίσεων ανδρών και γυναικών ή μέσω των μεγαλόπνοων σχεδίων για την ένταξη της διάστασης του φύλου στην κοινωνία της γνώσης και της πληροφορίας», όταν γνωρίζει πολύ καλά ότι για την πρώτη περίπτωση, στις επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα, παρ’ όλες τις επιχορηγήσεις και κίνητρα, η πλειοψηφία των απολυόμενων είναι γυναίκες και μάλιστα μέσης ηλικίας, χωρίς προοπτικές επανένταξης στην εργασία. Ή για τη δεύτερη περίπτωση, ότι στις γυναίκες δεν λείπει η σύγχρονή γνώση και κατάρτιση, τουλάχιστον στις νέες γυναίκες που τα ποσοστά πτυχιούχων είναι υψηλότερα των ανδρών, ενώ σ’ αυτές τις νέες γυναίκες ή ανεργία φθάνει το 34%, το μεγαλύτερο στην Ευρώπη; Για την καταπολέμηση της ανεργίας των γυναικών, εκτός από τη θεσμική θωράκιση της ισότητας, που και στη χώρα μας έγινε σε ικανοποιητικό βαθμό και συμπληρώθηκε με την τελευταία αναθεώρηση του Συντάγματος (αρ.16, παρ.2), απαιτούνται -πέρα από τις γενικότερες αναφορές- κατ’ αρχήν κοινωνικές υποδομές που θα στηρίξουν την οικογένεια (για να μην αποτελεί εμπόδιο στην ένταξη ή επανένταξη των γυναικών στην εργασία), αλλά και επιμέρους βραχυπρόθεσμα και μακροχρόνια μέτρα για την πρόσβαση στην εργασία, την επαγγελματική προώθηση και κατάρτιση, τον έλεγχο των συνθηκών εργασίας, την προστασία και ασφάλεια της εργαζόμενης και τις αποδοχές της, γιατί εκτός από τα υψηλά ποσοστά ανεργίας έχουμε και χαμηλές αμοιβές και παραβίαση της εργατικής νομοθεσίας. Πέραν αυτών όμως, η δική μας βασική αρχή είναι ότι την κοινωνική ενσωμάτωση των γυναικών με το πιο σημαντικό μέσο την εργασία, είναι ευθύνη του κράτους να τη προωθήσει. Οι κοινωνικοί εταίροι και οι επιχειρήσεις θα έρθουν μετά, για τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας και τον καθορισμό των αποδοχών και βέβαια με την εποπτεία και το κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο του κράτους.