Home Ομιλίες Εισήγηση στην Ημερίδα του Τμ. Γυναικών ΣΥΝ Θεσ/νίκης "Προβλήματα Απασχόλησης - Συνθήκες, Σχέσεις Εργασίας Των Γυναικών Στην Ελλάδα, Κατευθύνσεις Της Ε.Ε."

Εισήγηση στην Ημερίδα του Τμ. Γυναικών ΣΥΝ Θεσ/νίκης "Προβλήματα Απασχόλησης - Συνθήκες, Σχέσεις Εργασίας Των Γυναικών Στην Ελλάδα, Κατευθύνσεις Της Ε.Ε."

E-mail
Παρόλο που η συμμετοχή της Ελλάδας στην Ε.Ε. και την Ο.Ν.Ε. ήταν πολιτικά αναγκαία, η συνολική οικονομική κατάσταση της χώρας χειροτερεύει αντί να βελτιώνεται . Η πρόσδεση της αδύνατης ελληνικής οικονομίας στο ισχυρό Ευρώ, με τον τρόπο που έγινε και λειτουργεί, κατέληξε σε μια διαρκή πηγή προβλημάτων για την οικονομία, πιέσεων στους μισθούς και την απασχόληση και κινδύνων περιθωριοποίησης στο πλαίσιο της Ευρωζώνης. Με τις συνθήκες αυτές η Ο.Ν.Ε. εξακολουθεί να αξιοποιείται ως μέσο πίεσης για την αναδιανομή του εθνικού εισοδήματος σε βάρος της εργασίας, ενώ η δημοσιονομική σταθεροποίηση στηρίχθηκε στη "δημιουργική λογιστική" και στη συγκάλυψη των πραγματικών κοινωνικών αναγκών. Η Κυβέρνηση επιμένει ότι οι ρυθμοί ανάπτυξης της τάξης του 4% συνιστούν ένδειξη οικονομικού δυναμισμού. Οι παράγοντες όμως που τον καθορίζουν είναι συγκυριακοί, όπως: μείωση των επιτοκίων, Κοινοτικά κονδύλια, έργα Ολυμπιακών αγώνων. Αλλά έστω και αυτή η συγκυρία δεν λειτουργεί ως μέσο ενδυνάμωσης της οικονομίας και της κοινωνικής συνοχής, αφού κατανέμει αυτή τη μεγέθυνση άνισα, συντηρώντας της ανισότητες μεταξύ κατανάλωσης και επενδύσεων, μεταξύ Περιφερειών και μεταξύ κοινωνικών τάξεων και κοινωνικών ομάδων, όπως οι νέοι και οι γυναίκες. Εκτός από τα παγιωμένα δομικά χαρακτηριστικά που διαμορφώνουν το στρεβλό μοντέλο ανάπτυξης, η ασκούμενη πολιτική με το πρόσχημα ενός ιδιότυπου πλέον "εκσυγχρονισμού" υιοθετεί νεοφιλελεύθερες πολιτικές όπως ιδιωτικοποιήσεις, ελαστικοποίηση των σχέσεων εργασίας, συμπίεση των μισθών, εκχωρήσεις δημόσιας γης, που προφανώς επιδεινώνουν την κατάσταση και μεγεθύνουν τις ανισότητες. Είναι έτσι χαρακτηριστικό ότι ο ΟΟΣΑ κατατάσσει τη χώρα μας μεταξύ των τριών μελών του με τις μεγαλύτερες ανισότητες. Η Ελλάδα εμφανίζει, με τα δεδομένα της Ευρώπης, τα μεγαλύτερα ποσοστά φτώχιας ενώ οι περισσότερες Ελληνικές Περιφέρειες καταλαμβάνουν την τελευταία θέση. Χαρακτηριστικό αυτής της "αδύναμης" οικονομίας είναι βέβαια η δομική ανεργία και η χρόνια υποαπασχόληση του ικανού για εργασία πληθυσμού. Η μεγέθυνση της οικονομίας όχι μόνο δεν έλυσε το πρόβλημα της ανεργίας, αλλά αντίθετα αποκάλυψε μια χρόνια κρίση της απασχόλησης. Έτσι, με τους επίσημους δείκτες: · Το 1990 το ποσοστό της ανεργίας ήταν το 7% του εργατικού δυναμικού της χώρας. · Το Νοέμβριο του 2001: σε επίπεδο χώρας ήταν 10,7% και στο Π.Σ. Θεσσαλονίκης 14,3%, όταν στο σύνολο της Ε.Ε. ήταν 7,4%. · Το Σεπτέμβριο του 2002: σε επίπεδο χώρας ήταν 9,90% και στο Π.Σ.Θ. 12,70%, όταν ποσοστό ανεργίας στο σύνολο της Ε.Ε. το Νοέμβριο 2002 ήταν 7,7%. Είναι δηλαδή η Ελλάδα, η δεύτερη χώρα (μετά την Ισπανία) με το μεγαλύτερο ποσοστό ανεργίας. Τα ποσοστά της ανεργίας της Θεσσαλονίκης είναι πολύ μεγαλύτερα από τα Εθνικά, τα οποία ούτως ή άλλως είναι δυσμενή, παρά τη σχετικά μικρή μείωση που θεωρούμε ότι είναι συγκυριακή και ότι εντοπίζεται στο Λεκανοπέδιο Αττικής και δυστυχώς παρουσιάζουν και σημαντική αύξηση, παρά την παρατηρούμενη μείωση του εργατικού δυναμικού (-2,67% από 1998 έως 2002). Στις γυναίκες επίσης τα πράγματα είναι πολύ δυσμενέστερα: Για το σύνολο των γυναικών η ανεργία παραμένει στο 15,5% (στην Θεσ/νίκη 16,9%) - το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό μετά την Ισπανία, ενώ για τις νέες γυναίκες το ποσοστό ανέρχεται στο 33,7% (στη Θεσσαλονίκη 34,83%), δηλαδή μία στις τρεις γυναίκες είναι άνεργη. Επίσης σύμφωνα με τα στοιχεία του ΚΕΠΕΑ της ΓΣΕΕ το 66% των ανέργων που ζητούν εργασία είναι γυναίκες και το 34% άνδρες. Παράλληλα η πλήρης , σταθερή και αξιοπρεπής εργασία έχει τεθεί ουσιαστικά υπό διωγμό. Στη θέση της προωθούνται υποβαθμισμένες μορφές απασχόλησης ( συμβασιούχοι ορισμένου χρόνου , εποχιακοί, μερικά απασχολούμενοι, ωρομίσθιοι) Ενώ τα δικαιώματα περιορίζονται συνεχώς, φθάνοντας ακόμη και στην επίσημη υιοθέτηση του "ενοικιαζόμενου" εργαζόμενου. Έχουμε έτσι μια διαλυτική απορύθμιση των εργασιακών σχέσεων και την πλήρη υποβάθμιση της εργασίας. Το τελευταίο εξάμηνο μάλιστα (Οκτώβριος 2002- Μάρτιος 2003) σε επίπεδο χώρας διαπιστώνεται και πάλι ανησυχητική τάση συρρίκνωσης της απασχόλησης, που δεν αναμένεται να αναστραφεί σύντομα. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΑΕΔ που δημοσιεύονται στο τελευταίο Δελτίο της Τραπέζης της Ελλάδος, οι θέσεις εργασίας των μισθωτών στον ιδιωτικό τομέα μειώθηκαν κατά 59418. Όταν σύμφωνα με τα συγκριτικά στοιχεία του ΣΕΒ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής οι Βιομηχανικέ Επιχειρήσεις της Ελλάδας είχαν μεγαλύτερα κέρδη από τις επιχειρήσεις της Ευρωζώνης ( άρχισε το 1990 να αποτιμάται σε 0,6 έναντι 2,3 της ευρωζώνης, το 1999 έφθασε το 5% έναντι 3,6 στην ευρωζώνη και το 2000 σε 4,2%). Οι ελληνικές επιχειρήσεις είχαν τις χαμηλότερες φορολογικές επιβαρύνσεις μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ και τα ίδια κεφάλαια τους είναι υψηλότερα από αυτά των Ευρωπαίων. Ο ΣΕΒ όμως πρόσφατα κινδυνολογεί για περαιτέρω αύξηση της ανεργίας και η Κυβέρνηση προσπαθεί να ανακαλύψει κέντρα συνωμοσίας, αντί να εμβαθύνει στις πραγματικές αιτίες που επιδείνωσαν ακόμη περισσότερο την κατάσταση φθάνοντας στις μαζικές πτωχεύσεις, με αποτέλεσμα τις απολύσεις εργαζομένων ως μορφή χιονοστιβάδας. Η μείωση της απασχόλησης όπως καταγράφεται από τον ΟΑΕΔ συνδέεται με τα προβλήματα που παρουσιάζουν τα δίκτυα λιανικής, η μεταποίηση, ο παραδοσιακός κλάδος ιματισμού κ.α., οδηγώντας πολλές από αυτές σε περιορισμό των δραστηριοτήτων τους και μείωση του προσωπικού και τώρα τελευταία στις πτωχεύσεις. Στους τομείς αυτούς εργασίας απασχολείται κυρίως το γυναικείο εργατικό δυναμικό, γι’ αυτό και παρατηρείται επιδείνωση της κατάστασης και διαρκώς αυξανόμενη υψηλή ανεργία στις γυναίκες. Ας δούμε όμως ποια είναι η πορεία των συζητήσεων και αποφάσεων για τα προβλήματα την απασχόλησης και ιδιαίτερα των γυναικών στην Ε.Ε.: Μεταξύ των άλλων, το μεγάλο αίτημα των πολιτών της Ενωμένης Ευρώπης, που παραμένει ακόμη στοίχημα των χωρών της , είναι το κοινωνικό κράτος, το κράτος της απασχόλησης, της ισότητας και της κοινωνικής συνοχής. Επιμένουν οι ηγέτες της ότι τα θέματα της απασχόλησης και της κοινωνικής πολιτικής είναι κορυφαία σε κάθε συζήτηση και γι’ αυτό τα Ευρωπαϊκά Συμβούλια του ʼμστερνταμ, της Λισσαβόνας και της Νίκαιας ήταν σταθμοί στην ιστορία αυτή. Στα πλαίσια αυτά, στη Λισσαβόνα τέθηκε ο στόχος της αύξησης της συμμετοχής των γυναικών από 53% στο 60% μέχρι το 2010 και δόθηκε η εντολή να διερευνηθούν οι λόγοι για τις διαφορές στην αγορά εργασίας. Καταγράφεται έτσι ότι οι άνδρες αμείβονται τουλάχιστον 14% περισσότερο από τις γυναίκες, η εκπροσώπηση των γυναικών είναι σημαντικά μικρότερη στις επιχειρήσεις, καθώς και σε κάθε πολιτικό και θεσμικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ βασικά δικαιώματα στο χώρο εργασίας δε γίνονται πάντα σεβαστά. Παρά το γεγονός ότι οι διαφορές των δυο φύλων αμβλύνθηκαν σε όλες τις χώρες, στο θέμα της απασχόλησης παραμένουν σημαντικές, με εντονότερες αυτές στα νότια κράτη-μέλη της Ε.Ε., Ισπανία, Ελλάδα και Ιταλία. Δυσμενής είναι επίσης σε όλες τις χώρες η θέση των γυναικών στην αγορά εργασίας, αφού εργάζονται σε χαμηλόβαθμες θέσεις, με μερική απασχόληση κυρίως στον κλάδο των υπηρεσιών και το δημόσιο τομέα, ενώ η μεγαλύτερη επαγγελματική ομάδα μεταξύ των γυναικών είναι οι πωλήτριες, οι οικιακοί και προσωπικοί βοηθοί κα. Μεταξύ των στόχων της Ε.Ε. και της Ελληνικής προεδρίας είναι η προώθηση του mainstreaming, δηλαδή της ενσωμάτωσης και της διάχυσης της διάστασης του φύλου σε όλες τις πολιτικές και δράσεις. Στηρίζεται στη λογική, που βιάστηκε να ενσωματώσει η Ελληνική κυβέρνηση, για τα «ολοκληρωμένα σχέδια ισότητας», ότι οι σχετικές δράσεις είναι ζήτημα «κοινωνικής εταιρικής ευθύνης». Δηλαδή, οι επιχειρήσεις και οι κοινωνικοί εταίροι θα αναλάβουν την ευθύνη για να ενσωματώσουν τους κοινωνικούς προβληματισμούς στην επιχειρηματική τους δραστηριότητα και να εφαρμόσουν έτσι μεταξύ άλλων και θετικές δράσεις υπέρ των γυναικών με τη λήψη μέτρων για την ενίσχυση και βελτίωση της θέσης τους, και μάλιστα αυτό τονίζεται συνεχώς, «σε συνθήκες ανταγωνισμού». Οι επιχειρήσεις και οι κοινωνικοί εταίροι καλούνται να διαχειριστούν την κοινωνική αλλαγή, δηλαδή να προωθήσουν την κοινωνική, βιώσιμη ανάπτυξη, την ισότητα και κατ’ επέκταση την κοινωνική αλληλεγγύη σε συνθήκες ανταγωνισμού, πολλές φορές αθέμιτου, άκρατου ή και κατευθυνόμενου από τα ισχυρά οικονομικά συμφέροντα και τα κέντρα εξουσίας (διαπλοκή). Πως είναι δυνατό η ελληνική κυβέρνηση να περιμένει να λύσει το πρόβλημα μόνο μέσω της θέσπισης κινήτρων προς τις επιχειρήσεις για να προωθήσουν την άρση των διακρίσεων ανδρών και γυναικών ή μέσω των μεγαλόπνοων σχεδίων για την ένταξη της διάστασης του φύλου στην κοινωνία της γνώσης και της πληροφορίας», όταν γνωρίζει πολύ καλά ότι για την πρώτη περίπτωση, στις επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα, παρ’ όλες τις επιχορηγήσεις και κίνητρα, η πλειοψηφία των απολυόμενων είναι γυναίκες και μάλιστα μέσης ηλικίας, χωρίς προοπτικές επανένταξης στην εργασία. Ή για τη δεύτερη περίπτωση, ότι στις γυναίκες δεν λείπει η σύγχρονή γνώση και κατάρτιση, τουλάχιστον στις νέες γυναίκες που τα ποσοστά πτυχιούχων είναι υψηλότερα των ανδρών, ενώ σ’ αυτές τις νέες γυναίκες ή ανεργία φθάνει το 34%, το μεγαλύτερο στην Ευρώπη; Για την καταπολέμηση της ανεργίας των γυναικών, εκτός από τη θεσμική θωράκιση της ισότητας, που και στη χώρα μας έγινε σε ικανοποιητικό βαθμό και συμπληρώθηκε με την τελευταία αναθεώρηση του Συντάγματος (αρ.16, παρ.2), απαιτούνται -πέρα από τις γενικότερες αναφορές- κατ’ αρχήν κοινωνικές υποδομές που θα στηρίξουν την οικογένεια (για να μην αποτελεί εμπόδιο στην ένταξη ή επανένταξη των γυναικών στην εργασία), αλλά και επιμέρους βραχυπρόθεσμα και μακροχρόνια μέτρα για την πρόσβαση στην εργασία, την επαγγελματική προώθηση και κατάρτιση, τον έλεγχο των συνθηκών εργασίας, την προστασία και ασφάλεια της εργαζόμενης και τις αποδοχές της, γιατί εκτός από τα υψηλά ποσοστά ανεργίας έχουμε και χαμηλές αμοιβές και παραβίαση της εργατικής νομοθεσίας. Και βέβαια είναι αναγκαία η συστηματική καταγραφή της κατάστασης της ανεργίας των γυναικών, με έμφαση στην ανεργία μακράς διαρκείας. Πέραν αυτών όμως, η δική μας βασική αρχή είναι ότι την κοινωνική ενσωμάτωση των γυναικών με το πιο σημαντικό μέσο την εργασία, είναι ευθύνη του κράτους να τη προωθήσει. Οι κοινωνικοί εταίροι και οι επιχειρήσεις θα έρθουν μετά, για τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας και τον καθορισμό των αποδοχών και βέβαια με την εποπτεία και το κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο του κράτους. Τι γίνεται με τους Κοινοτικούς πόρους: Ένα μέρος των σημαντικών πόρων του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου, μέσω ενός ολοκληρωμένου σχεδιασμού δράσεων και υποστηρικτικών υπηρεσιών, πρέπει να κατευθυνθεί στις γυναίκες που απειλούνται από την ανεργία λόγω διαρθρωτικών αλλαγών ή λόγω ελλιπούς κατάρτισης. Μέσω αυτών των πόρων του Γ/ ΚΠΣ έχουν σχεδιασθεί και μια σειρά άλλων προγραμμάτων, παρ’ όλα αυτά πρόσφατα σε Ερώτησή μου στη Βουλή, επεσήμανα ότι και ο Πρόεδρος του ΟΑΕΔ, εξέφρασε φόβους ότι μόνο το 50% των στόχων για τη δημιουργία νέων επιδοτούμενων θέσεων εργασίας θα επιτευχθεί και ότι κατά το ΚΕΠΕΑ, μόλις το 6% των επιχειρήσεων δείχνουν ενδιαφέρον για την πρόσληψη ανέργων γυναικών μέσω των προγραμμάτων. Έχουμε επίσης επισημάνει πολλές φορές ότι οι ειδικότεροι αλλά εξίσου σημαντικοί παράγοντες που συντελούν στην επιδείνωση -αντί ανάκαμψη- της κατάστασης, παρ’ όλο που βρισκόμαστε στα μέσα του Γ’ ΚΠΣ, είναι η ανυπαρξία βιομηχανικής πολιτικής, ιδιαίτερα στην Περιφέρεια, στους κρίσιμους κλάδους της ένδυσης, η συρρίκνωση των Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων, τα προβλήματα που βιώνουν οι μικροί (μεταξύ των οποίων πολλές είναι γυναίκες) και οι νέοι αγρότες με αποτέλεσμα να εγκαταλείπουν την ύπαιθρο και να προστίθενται στους ανέργους των κέντρων, και βέβαια ο ημιτελής, αναποτελεσματικός σχεδιασμός των δράσεων για την απασχόληση από το Α’, Β’ και Γ’ ΚΠΣ και η κακοδιαχείρησή τους. Μετά από είκοσι χρόνια ροής Κοινοτικών πόρων, παρά τα υψηλά συνολικά κέρδη των επιχειρήσεων και τις χαμηλές αμοιβές των μισθωτών σε σχέση με τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο, η Ελληνική οικονομία και κοινωνία, αφού σπατάλησε προκλητικά χρόνο, χρήματα και ευκαιρίες, κινδυνεύει να χάσει οριστικά το τρένο της πραγματικής σύγκλισης και της κοινωνικής συνοχής. Η χώρα μας παραμένει τελευταία μέσα στους «15» σε βιοτικό επίπεδο, πρώτη στο έλλειμμα του ισοζυγίου πληρωμών και δεύτερη στην ανεργία της μεγάλης ανισότητας (γυναίκες, νέοι, περιφέρειες) και τον πληθωρισμό. Πέρα όμως από τα δομικά χαρακτηριστικά ενός στρεβλού μοντέλου ανάπτυξης, η περαιτέρω όξυνση των προβλημάτων οφείλεται στην δεξιόστροφη νεοφιλελεύθερης έμπνευσης οικονομική πολιτική την οποία έχει υιοθετήσει πλέον το κυβερνών κόμμα, που αντί για ένα αναγκαίο παραγωγικό και διοικητικό εκσυγχρονισμό της χώρας σε προοδευτική κατεύθυνση, δηλαδή με τα εργαλεία κοινωνικής και περιφερειακής σύγκλισης και ενός Δημοκρατικού Προγραμματισμού (αποτελεσματικού) για τη βιώσιμη ανάπτυξη του τόπου, επιδιώκεται να φορτωθούν τα πάντα στην συμπίεση των μισθών, στην ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων και δικαιωμάτων. Το πρόβλημα είναι ότι η χώρα μας υιοθέτησε βίαια και ανάλγητα της συνταγές της νεοφιλελεύθερης πολιτικής και βρέθηκε στο περιβάλλον της «ανταγωνιστικής παγκοσμιοποίησης» όπου η οικονομία και η ανάπτυξη των χωρών αφήνονται στην κυριαρχία των αγορών και η κοινωνία μας, οι εργαζόμενοι -και πολύ περισσότερο οι ευπαθείς ομάδες πληθυσμού- είναι έκθετοι στον ανταγωνισμό. Δυστυχώς η παγκοσμιοποίηση του κεφαλαίου και του εμπορίου δεν συνοδεύεται από την παγκοσμιοποίηση των δικαιωμάτων. Όσο περισσότερο η οικονομία της χώρας συνδέεται με τη διεθνή αγορά, τόσο παρατηρείται μείωση των κρατικών οικονομικών παροχών του κοινωνικού τομέα, που είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την προστασία της εργασίας και την ισότητα. Οι κατακτήσεις των εργαζομένων στηρίζονται στο μοντέλο της σταθερής, εξαρτημένης, αορίστου χρόνου εργασίας. Η αναδυόμενη ιδεολογία της αγοράς, γίνεται σήμερα συνώνυμη με τον άκρατο ανταγωνισμό και το περιβάλλον που δημιουργεί είναι εχθρικό με την ισότητα, την κοινωνική αλληλεγγύη και εν τέλει με τον πολιτικό έλεγχο στο φαινόμενο των αγορών και την προάσπιση της Δημοκρατίας. Στο ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟ εκτός από τις καθημερινές παρεμβάσεις μας στη Βουλή, για τα θέματα της απασχόλησης, της ισότητας και των κοινωνικών παροχών και της συνεχούς παρουσίας μας στο συνδικαλιστικό κίνημα, στα σωματεία των εργαζομένων και στους χώρους δουλειάς, έχουμε καταθέσει μια σειρά προτάσεων νόμου, που θέτουν σε μια διαφορετική κοινωνική, προοδευτική βάση την επίλυση των προβλημάτων της ανεργίας και των ανισοτήτων στους εργαζόμενους και κυρίως στις ευπαθείς ομάδες πληθυσμού, με βασικότερες τις προτάσεις Νόμου · Για την προώθηση της ισότητας των φύλων ( Νοέμβριος 1999) · Για την καθιέρωση 35ωρης εβδομαδιαίας εργασίας ( Ιούλιος 2000) · Για την προστασία των ηλικιωμένων, των ανέργων μακράς διάρκειας, για την επιμήκυνση της επιδότησης της ανεργίας και της εξασφάλισης ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης όλων των ανέργων (Ιούλιος 2000) Ιδιαίτερα όμως ήταν παραγωγικό το προγραμματικό μας Συνέδριο, τα κείμενα του οποίου, οι προβληματισμοί και οι τοποθετήσεις των Συνέδρων αφιερώνουν το μεγαλύτερο μέρος τους για στην σύνθεση και τεκμηρίωση μιας ολοκληρωμένης πρότασης «της Αριστεράς της εποχής μας», που θέλει να εκφράσει ο ΣΥΝ, για τα κρίσιμα θέματα της απασχόλησης, της ασφάλειας και προστασίας των εργαζομένων και παράλληλα της ανάπτυξης της χώρας μας με όρους κοινωνικής σύγκλισης, περιβαλλοντικής προστασίας και της ανάδειξης ενός πολιτικού ριζοσπαστικού λόγου για την επίλυση των προβλημάτων και όχι με τη διαχειριστική λογική που επιβάλλει ο ανταγωνισμός των αγορών και τα διαπλεκόμενα κέντρα εξουσίας και συμφερόντων που δημιουργούν.