Home Ομιλίες Εθνικό πρόβλημα η ακρίβεια, ομιλία στη διημερίδα του ΚΕΠΚΑ με θέμα Ακρίβεια-Ποιότητα: Μύθος και Πραγματικότητα.

Εθνικό πρόβλημα η ακρίβεια, ομιλία στη διημερίδα του ΚΕΠΚΑ με θέμα Ακρίβεια-Ποιότητα: Μύθος και Πραγματικότητα.

E-mail
Οι υψηλές τιμές και τα χαμηλά εισοδήματα παράγουν φτώχια και ανασφάλεια Εξετάζοντας το θέμα της ακρίβειας και μάλιστα στη διαχρονική του διάσταση μπορούμε να κάνουμε δύο βασικές διαπιστώσεις. Πρώτον ότι η ακρίβεια είναι μία σχετική έννοια και συνδέεται άρρηκτα με το εισόδημα και δεύτερον ότι είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών που εφαρμόζονται και για αυτό είναι πολύ δύσκολο να ελεγχθεί εκ των υστέρων, όταν δηλαδή έχει γίνει συστατικό στοιχείο της αγοράς. Σε πείσμα των υποσχέσεων και των καθησυχαστικών λόγων της κυβέρνησης μπορούμε να προβλέψουμε ότι το πρόβλημα της ακρίβειας θα παραμείνει οξύ και το 2005. Και τούτο γιατί το πρόβλημα της ακρίβειας δεν είναι μόνο ένα πρόβλημα τιμών όπως ορισμένοι θεωρούν. Έχει νέες διαστάσεις. Συγκεκριμένα στο πρόβλημα αυτό αντανακλάται η στενότητα των οικογενειακών προϋπολογισμών και η υπερχρέωση πολλών νοικοκυριών που η εξυπηρέτηση των δανείων τους περιορίζει το διαθέσιμο εισόδημά τους. Επίσης το πρόβλημα της ακρίβειας υπό τη νέα του διάσταση αντανακλά τη διεύρυνση των αναγκών αλλά και την υποβάθμιση των συλλογικών αγαθών, γεγονός που με δραματικό τρόπο εμφανίζεται στη διόγκωση της ιδιωτικής δαπάνης για υγεία, παιδεία και ασφάλιση. Τις προβλέψεις αυτές έρχεται να επιβεβαιώσει η Γιουροστατ με τα στοιχεία του Απριλίου. Ο πληθωρισμός της Ελλάδας κινήθηκε ανοδικά (ανέβηκε στο 3,3%) ενώ της ευρωζώνης παρέμεινε στάσιμος στο 2,1%. Το επίπεδο των εισοδημάτων έχει ήδη προσδιοριστεί σε μεγάλο βαθμό από την υλοποίηση του προϋπολογισμού, σε συνδυασμό με το νέο φορολογικό νόμο, οπότε είναι βέβαιο ότι η γενικότερη πολιτική της Κυβέρνησης θα πλήξει τους μισθωτούς, τα μεσαία και χαμηλά εισοδήματα, τις περιφέρειες. Θα οδηγήσει στη διεύρυνση των κοινωνικών και περιφερειακών ανισοτήτων, σε όξυνση του προβλήματος της ανεργίας, στη διεύρυνση της ζώνης της φτώχειας και της ανασφάλειας. Ωφελημένες είναι οι επιχειρήσεις, τα κέρδη, τα μερίσματα, τα εισοδήματα από δραστηριότητες του κεφαλαίου. Το παράδειγμα της Ιρλανδίας δείχνει ότι η ανάπτυξη ακόμη και όταν επιτυγχάνεται, εφόσον είναι ενδογενώς άνιση δεν οδηγεί στην άμβλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων. Χρειάζεται συνεπώς και ένα διαφορετικό μοντέλο ανάπτυξης. Η αδυναμία της Κυβέρνησης να ελέγξει αποτελεσματικά την αγορά οδήγησε στην ανάγκη υπεράσπισης του καταναλωτή μέσω ειδικού θεσπισμένου οργάνου και την προστασία του από την αυθαιρεσία της αγοράς, την επιβολή των συμφερόντων των επιχειρήσεων και την έλλειψη υγιούς ανταγωνισμού. Τέλος του 2004 ψηφίστηκε ο νόμος για τη δημιουργία του Συνηγορου του Καταναλωτή. Παρά την εν πολλοίς επιτυχημένη παρουσία και συμβολή του αντίστοιχου Συνηγορου του Πολίτη, η Κυβέρνηση επέλεξε έναν διαφορετικό ρόλο για το Συνήγορο του Καταναλωτή σε πείσμα του ίδιου του τίτλου του. Τον περιορίζει σε ρόλο απλού διαμεσολαβητή είτε σε θέματα ακρίβειας κι αισχροκέρδειας είτε ποιότητας των προϊόντων και ασφάλειας των τροφίμων. Όμως, ακόμη κι αυτός ο ρόλος δε φαίνεται να προωθείται, αφού ο Κώδικας Καταναλωτικής Δεοντολογίας αλλά κυρίως ο Κανονισμός Εσωτερικής Λειτουργίας είναι ακόμη υπό διαμόρφωση! Στην Ελλάδα έχουμε το εξής «παράδοξο». Ως εργαζόμενοι κερδίζουμε λιγότερα από τους άλλους ευρωπαίους, ενώ ως καταναλωτές πληρώνουμε ακριβότερα σε σχέση με αυτούς σε αρκετά προϊόντα και υπηρεσίες. Οι λόγοι, στους οποίους μπορεί να αποδοθεί το φαινόμενο είναι ο υψηλός πληθωρισμός του παρελθόντος παγίωσε τις τιμές σε ανάλογα επίπεδα, με αποτέλεσμα η οποιαδήποτε μείωση του κόστους, π.χ. με τη χρήση σύγχρονης τεχνολογίας δεν συνεπάγεται ανάλογη μείωση των τιμών. ʼλλωστε, κάθε επιχείρηση έχει στόχο να επιτύχει πάση θυσία ένα ποσοστό κερδοφορίας. Διαρθρωτικές αλλαγές στην αντιμετώπιση της ακρίβειας είναι κοινωνικά και πολιτικά αναγκαίες αλλά μέχρι τότε απαιτείται η λήψη άμεσων μέτρων για την ανακούφιση κυρίως των χαμηλών εισοδημάτων. Κύριος λόγος όμως είναι η ολιγοπωλιακή διάρθρωση της εγχώριας αγοράς, η επικράτηση δηλαδή σε πολλούς τομείς μιας μικρής ομάδας επιχειρήσεων σε πολλές κατηγορίες προϊόντων που επηρέαζε τη διαμόρφωση των τιμών. Από το 1977 υποτίθεται ότι ισχύει ένας νόμος κατά των μονοπωλίων και 35 χρόνια μετά διαπιστώνεται ότι η συγκέντρωση στον έλεγχο της αγοράς έχει μεγιστοποιηθεί. Αναρωτιέμαι, αν υπάρχει κάποια μελέτη για την ακριβή εικόνα της αγοράς κι αν πραγματικά υπάρχει πολιτική βούληση για την αντιμετώπιση των φαινομένων κερδοσκοπίας και την ανεξέλεγκτη διαμόρφωση των τιμών. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού από το 1995 έγινε ανεξάρτητη αρχή. Ποιο είναι το έργο της την δεκαετία αυτή; Τι πρόστιμα επιβλήθηκαν και σε ποιους; Η εκτίμηση που έχουμε κάνει είναι ότι ο τρόπος που λειτούργησε η Επιτροπή ουσιαστικά ήταν άλλοθι της Κυβερνητικής απραξίας και φύλλο συκής για το όργιο καταχρηστικών και μονοπωλιακών πράξεων που κυριαρχούν στην αγορά. Με αφορμή την εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 2003/96/ΕΚ για τον ειδικό φόρο κατανάλωσης έχουμε ζητήσει την ενίσχυση των κοινωνικά ασθενέστερων στρωμάτων όπως - να καθιερωθεί ένας ειδικός τιμάριθμος για τα νοικοκυριά με χαμηλό εισόδημα και να δοθούν αυξήσεις που να αποκαθιστούν την απώλεια αγοραστικής δύναμης - να αυξηθεί άμεσα το αφορολόγητο όριο και τούτο επειδή η αύξηση των συντελεστών του ΦΠΑ πλήττει ιδιαίτερα τα μεσαία και χαμηλά εισοδήματα - να θεσμοθετηθεί ένα Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα για την αντιμετώπιση της ακραίας φτώχειας – σχετικό σχέδιο νόμου έχει ήδη κατατεθεί με πρωτοβουλία του Συνασπισμού – καλώντας την κυβέρνηση να πράξει ό,τι εδώ και πολλά χρόνια εφαρμόζεται στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Πρέπει συνεπώς ως εργαζόμενοι, ως καταναλωτές να προβληματισθούμε για το πώς αντιμετωπίζουμε και πώς πολεμούμε το πρόβλημα αυτό. Ο αγώνας κατά της κερδοσκοπίας και της ασυδοσίας των αγορών είναι αναγκαίος αλλά κατά τη γνώμη μου δεν αρκεί. Πρέπει να συνδυάζεται με τον αγώνα για τη διεκδίκηση πραγματικών αυξήσεων αλλά και για την προστασία των δημόσιων και συλλογικών αγαθών από τις ιδιωτικοποιήσεις και από την υποβάθμισή τους από την αποδιοργάνωση και την κακοδιαχείριση. Έχω την εντύπωση ότι ειδικά σ’ αυτήν την τελευταία πτυχή του προβλήματος υπάρχουν σοβαρά ελλείμματα και στο επίπεδο της συνείδησης της σοβαρότητας της και στη συγκρότηση κοινωνικών συμμαχιών, κινημάτων και αγώνων.