Home Ομιλίες Ομιλία στην εκδήλωση της Δημοτικής Κίνησης "Θεσσαλονίκη των Πολιτών και της Οικολογίας" με θέμα "Τοπική Αυτοδιοίκηση και Υγεία"

Ομιλία στην εκδήλωση της Δημοτικής Κίνησης "Θεσσαλονίκη των Πολιτών και της Οικολογίας" με θέμα "Τοπική Αυτοδιοίκηση και Υγεία"

E-mail
Η κυβέρνηση, στα θέματα της υγείας, όπως και της παιδείας, εφαρμόζει μακρά περίοδο μεταρρυθμίσεων. Όσα όμως γίνονται στην πράξη είναι ανεπαρκή και δε συνιστούν πολιτική δημιουργίας ενός πραγματικού Δημόσιου Συστήματος Υγείας, που θα λειτουργεί υπέρ όλων των πολιτών αδιακρίτως. Αντίθετα, οδηγούν στην απορύθμιση, και όχι στην αναμόρφωση του ΕΣΥ και στην υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών υγείας. Ενάμισι χρόνο μετά τις εξαγγελίες για μια ακόμη να μεταρρύθμιση στο ΕΣΥ, τα προβλήματα όχι μόνο δεν εξαλείφθηκαν, αλλά επιδεινώνονται. Για να φθάσουμε έτσι σε μια παταγώδη αποτυχία του συστήματος, να καταλύεται εσκεμμένα ή μη από τις παλαιοκομματικού τύπου και έντονου παραγοντισμού τακτικές από τον αρμόδιο Υπουργό και τον Πρωθυπουργό, τιμωρό της συμπεριφοράς, και όχι ρυθμιστή, ως όφειλε, της κρίσης, με γνώμονα το συμφέρον του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Υπουργός και κυβέρνηση αρνούνται να δεχθούν την κατάσταση, όπως αρνητικά αυτή αποτυπώνεται, δηλαδή: · Το υψηλό ποσοστό δυσαρέσκειας των πολιτών · Την τελευταία θέση που έχει η Ελλάδα μεταξύ των χωρών της Ε.Ε. στη δημόσια χρηματοδότηση του ΕΣΥ, και την πρώτη θέση στην Ε.Ε. στις ιδιωτικές δαπάνες · Την ανεπαρκή και κακή οργάνωση, διοίκηση και λειτουργία του συστήματος, που οδηγεί στη χαμηλή αποδοτικότητα, στη χαμηλή ποιότητα των παρεχομένων υπηρεσιών και στα σοβαρά προβλήματα κακοδιαχείρισης και κατασπατάλησης του δημόσιου χρήματος · Τη διευρυνόμενη ανισότητα του συστήματος απέναντι στους ασθενέστερους πολίτες και στους ανασφάλιστους · Την ταχύτατη και ανεξέλεγκτη αύξηση του ιδιωτικού τομέα. Έτσι, όταν από το Υπουργείο Υγείας, πριν ενάμιση χρόνο κατατέθηκε και τελικά ψηφίσθηκε ο ν.2889 για την Περιφερειακή Συγκρότηση του ΕΣΥ, την οργάνωση των νοσοκομείων και την ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού, ο ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ είχε επισημάνει ότι: · Στη θέση του ήδη υπάρχοντος φθηνού, αλλά σαφώς δημόσιου ΕΣΥ, ο νόμος εισάγει το φθηνότερο και λιγότερο δημόσιο σύστημα υγείας.= · Τα προτεινόμενα δεκαέξι ΠΕΣΥ δεν είχαν σχέση με τα προβλεπόμενα από το ν. 1397/83 και κατά βάση αποτελούν αποκέντρωση της αυταρχικής κεντρικής διοίκησης (αφού από τα εννέα μέλη τα πέντε είναι διορισμένα). Δημιουργήθηκε δηλαδή περιφερειακή υπερσυγκέντρωση αρμοδιοτήτων και εξουσιών, παρά περιφερειακή αποκέντρωση. · Ο δημόσιος χαρακτήρας του ΕΣΥ τίθεται εν αμφιβόλω με την κατάργηση των νοσοκομείων ως Ν.Π.Δ.Δ., και τη θεσμοθέτηση Ανώνυμων Εταιρειών για τις υποστηρικτικές υπηρεσίες, την εισαγωγή κανόνων της αγοράς, που τελικά καθιστούν τον ιδιωτικό τομέα πιο ανεξέλεγκτο και κυρίαρχο, και όχι με συμπληρωματικό ρόλο στο γενικότερο σχεδιασμό. · Οι ρυθμίσεις που θέσπισε θεοποιούν το οικονομικό κίνητρο, ενώ η συμμετοχικότητα, η αντιπροσωπευτικότητα υποχωρούν. · Τα μέτρα, ακόμη και η δομή της ολοήμερης λειτουργίας των νοσοκομείων, κινούνται στη λογική της οικονομίας πόρων και της αγοράς, αλλά η υγεία δεν είναι εμπορεύσιμο είδος. Ο ΣΥΝ επεσήμανε και επισημαίνει ότι: · η αναγκαία παρέμβαση στην υγεία πρέπει να βασίζεται στην πολιτική βούληση για αύξηση των πόρων, οικονομικών και ανθρώπινων, και όχι στην προσαρμογή των ελλείψεων. · Πρέπει να οριοθετεί την παρέμβαση του πολιτικού τομέα σε ρόλο συμπληρωματικό του δημόσιου, και πρέπει να ξεκινά με τη βασική αρχή ότι πρωταρχικό ρόλο παίζει η βελτίωση της πρωτοβάθμιας υγείας. Μεταρρύθμιση χωρίς κυρίαρχη την πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας δε μπορεί να υπάρξει. Οι πόροι όμως που διατίθενται για την υγεία είναι χαμηλοί, τα κέντρα υγείας αστικού τύπου δε λειτούργησαν ποτέ, ενώ αυτά του αγροτικού υπολειτουργούν. Οι ελλείψεις των νοσοκομείων και των κέντρων υγείας σε προσωπικό, σε ανθρώπινους πόρους, είναι τεράστιες. Σήμερα υπάρχουν 20.000 κενές θέσεις, όταν η πρωθυπουργική δέσμευση ήταν για προσλήψεις 1.000 μέσα στο 2000. Όλα τα παραπάνω εντοπίσθηκαν στις δύο επισκέψεις μας σήμερα στο ΑΧΕΠΑ κυρίως, και στο Ιπποκράτειο, όπου, στις συναντήσεις με τις Διοικήσεις των νοσοκομείων και τους εργαζόμενους επισημάνθηκαν τα έντονα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα νοσοκομεία, κυρίως σε ότι αφορά: · στις ελλείψεις σε νοσηλευτικό και βοηθητικό προσωπικό, όπου, ειδικά στο ΑΧΕΠΑ, ανέρχονται στο 30% των οργανικών θέσεων (αυτών που είχαν καθορισθεί με τον Οργανισμό του 1953 και τις ανάγκες της εποχής), γεγονός που σημαίνει ότι οι πραγματικές πάγιες ελλείψεις είναι πολύ μεγαλύτερες. Στο Πανεπιστημιακό αυτό αξιόλογο νοσοκομείο, λειτουργούν μόνο 4 χειρουργεία, με πρόβλεψη για δέκα μέσω του Γ΄ ΚΠΣ, ενώ εφημερεύει τρεις φορές την εβδομάδα, χωρίς καν τμήμα ορθοπεδικής κλινικής. · σε υλικοτεχνική υποδομή (πεπαλαιωμένα νοσηλευτικά εργαλεία, ανύπαρκτη σύγχρονη υποδομή στα μαγειρεία όπου δεν υπάρχουν καν πλυντήρια πιάτων και σύγχρονος εξοπλισμός, μηχανοργάνωση σε υποτυπώδη μορφή), που έχει σαν συνέπεια τη μη τήρηση των απαραίτητων όρων και συνθηκών υγιεινής και καθαριότητας. Σ΄ αυτά προστίθεται η δυσλειτουργία των κτιρίων εξ αιτίας της παλαιότητάς τους, της μη λειτουργικής διασύνδεσης μεταξύ τους, που καθιστά δυσχερή, χρονοβόρα, και πολλές φορές επικίνδυνη από άποψη υγιεινής τη μετακίνηση των ασθενών. · Στα δύο αυτά νοσοκομεία, η εκκρεμότητα που αφορά τη μεταφορά πανεπιστημιακών κλινικών στο Παπαγεωργίου, θέμα που συνδέεται και με την πλήρη ανάπτυξη του τελευταίου, δημιουργεί προβλήματα για ένα λειτουργικό σχεδιασμό και κατ΄ επέκταση Οργανισμό των νοσοκομείων αυτών. Συνοπτικά, για τη Θεσσαλονίκη τα προβλήματα στο Δημόσιο Τομέα Υγείας εντοπίζονται: · Στην άμεση ανάγκη δημιουργίας πλέον των 100 κλινών για Μονάδες Εντατικής Θεραπείας. · Στην ανάγκη προσλήψεων πλέον των 4000 ιατρικού, νοσηλευτικού κυρίως, και άλλων ειδικοτήτων προσωπικού. · Στην ολοκληρωμένη λειτουργία του Παπαγεωργίου (μεταφορά πανεπιστημιακών κλινικών). · Στη βελτίωση, αναβάθμιση των Κέντρων Υγείας του Νομού. · Στην επίλυση του προβλήματος λειτουργίας του νοσοκομείου παναγία, που κινδυνεύει να κλείσει. · Στην έγκαιρη αξιοποίηση και απορρόφηση των πόρων του Γ΄ Κ.Π.Σ., στα οποία επαφίεται η λύση των μεγάλων προβλημάτων, αφού από τις δημόσιες επενδύσεις το ύψος και οι κατανομές των κονδυλίων ήταν ελάχιστα.