Ομιλία στην Ημερίδα της Δημοκρατικής Αριστεράς για τις Μικρομεσαίες ΕπιχεΙρήσεις, 26.02.2014 Ξενοδοχείο ΤΙΤΑΝΙΑ

Τετάρτη, 26 Φεβρουάριος 2014 21:49
Εκτύπωση

Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην ανταγωνιστικότητα και τη δυναμική της οικονομίας. Αποτελούν δε για την ευρωπαϊκή οικονομία βασική πηγή απασχόλησης και καινοτομίας, αντιπροσωπεύοντας το μεγαλύτερο κομμάτι της επιχειρηματικής δραστηριότητας με τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης.

Στη χώρα μας, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αντιπροσωπεύουν πάνω από το 99% του συνόλου των επιχειρήσεων, καθιστώντας έτσι σαφές ότι κάθε στρατηγική εξόδου από την κρίση πρέπει απαραίτητα να συνδεθεί με τη στήριξη και την ενδυνάμωση της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας.

Παρά όμως το γεγονός ότι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αποτελούσαν έως σήμερα την ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας, αντιμετωπίζουν μεγάλα προβλήματα, όπως η αδυναμία εύρεσης χρηματοδότησης για επενδυτικές πρωτοβουλίες και η άδικη φορολογική αντιμετώπισή τους, που μπορεί να τις οδηγήσει στην εξόντωση και τον αφανισμό τους.

Η Δημοκρατική Αριστερά, τόσο στις προγραμματικές της θέσεις όσο και κατά την κοινοβουλευτική διαδικασία και έλεγχο, αναδεικνύει τη μεγάλη συμβολή των Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων στην παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας

Θεωρεί αναγκαίο, σε ένα εθνικό, στρατηγικό σχέδιο για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την ανάκαμψη της χώρας, ο μικρομεσαίος παραγωγικός ιστός να παίξει καθοριστικό ρόλο.

Επιβάλλεται όμως γι αυτό η στήριξη της μικρομεσαίας επιχείρησης και η επίλυση των μεγάλων προβλημάτων της. Η στήριξη αυτή πρέπει να είναι αποτελεσματική, έτσι ώστε να δώσει άμεσα και γρήγορα αποτελέσματα στην επιβίωση καταρχήν των επιχειρήσεων αλλά και στην ανάκαμψη και την απασχόληση.

Στην προσπάθεια αυτή, η Δημοκρατική Αριστερά, ιδιαίτερα κατά την κοινοβουλευτική διαδικασία και έλεγχο, έχει παρέμβειμε προτάσεις και έλεγχο που αφορούν στην επίλυση των μεγάλων προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αλλά και για την ανάδειξη του ρόλου τους στην παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας.

Επιγραμματικά οι κύριες παρεμβάσεις αφορούν:

1. Επίκαιρες επερωτήσεις με τις οποίες αναδεικνύονται προβλήματα και προτείνονται λύσεις για βασικά θέματα όπως:

2. Τροπολογίες ιδιαίτερα στα φορολογικά νομοσχέδια για την άδικη φορολόγησή τους, στον αναπτυξιακό νόμο για την ουσιαστική ενίσχυσή τους, στα σχετικά νομοσχέδια για την προστασία της πρώτης κατοικίας τους και της μικρής επιχείρησής τους κ.ά.

3. Σειρά ομιλιών, παρεμβάσεων και ερωτήσεων για την φορολόγηση, την ενίσχυση της ρευστότητας της οικονομίας, με έμφαση στη στήριξη και τη δανειοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, καθώς και την ενίσχυσή τους μέσα από τα προγράμματα του ΕΣΠΑ και μέσω των διαδικασιών του αναπτυξιακού νόμου.

Αναλυτικότερα:

 

Ανάπτυξη - Χρηματοδότηση ΜμΕ

Στη χώρα μας επιβλήθηκε ένα από τα βιαιότερα πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής στα χρονικά της σύγχρονης οικονομίας. Μία προσαρμογή αποσυνδεμένη από κάθε έννοια αναπτυξιακής διάστασης και κοινωνικής προστασίας με εξίσου μεγάλο κοινωνικό και ανθρώπινο κόστος από την εκτόξευση της ανεργίας και την φτωχοποίηση μεγάλου τμήματος του πληθυσμού.

Η κρίση και ο τρόπος προσαρμογής έπληξε βαρύτατα τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Το κλείσιμο χιλιάδων επιχεiρήσεων άλλαξε την εικόνα των κέντρων σε μεγάλες και μικρές πόλεις της χώρας.

Επίσης στο βωμό της ανταγωνιστικότητας επιχειρήθηκε η λεγόμενη εσωτερική υποτίμηση, που εκφράστηκε με τη μείωση του κόστους εργασίας σε συνδυασμό με την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων.

ΗΔΗΜΑΡ εγκαίρως επεσήμανε ότι οι μέχρι σήμερα πολιτικές της κυβέρνησης είναι αποσπασματικές και δείχνει να μην έχει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο ανασυγκρότησης για έξοδο από την κρίση, αλλά και ενεργοποίησης της αναπτυξιακής διαδικασίας.

Δεν είναι επίσης σαφής ο τρόπος με τον οποίο θα εξασφαλιστούν οι απαραίτητοι πόροι για στήριξη του όποιου σχεδίου ανάπτυξης όταν είναι απαραίτητη η επίτευξη του στόχου του πρωτογενούς πλεονάσματος, που δεν μπορεί να είναι διατηρήσιμος χωρίς σταθερή ανάπτυξη και το μεγαλύτερο μέρος του οποίου πρέπει να κατευθυνθεί στην κοινωνική προστασία και την κάλυψη των κοινωνικών ελλειμμάτων, αλλά και το τεράστιο θέμα της διαχείρισης του μη βιώσιμου χρέους με την εξόφληση πολύ υψηλών χρεολυσίων και τόκων μέχρι το 2057.

Όπως αναφέραμε και στον Προϋπολογισμό του 2014, είναι γι αυτό μέγιστη ανάγκη η Κυβέρνηση να παρουσιάσει στους εταίρους και να διεκδικήσει μέσα από ένα ολοκληρωμένο σχέδιο ανασυγκρότησης την επανεκκίνηση της αναπτυξιακής διαδικασίας και άμεσα ένα πρόσθετο ειδικό αναπτυξιακό πρόγραμμα με στοχευμένες δράσεις για την ανεργία, την ενίσχυση της ρευστότητας των Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων και γενικά τη στήριξη επενδύσεων σε όλους τους τομείς της οικονομίας.

Η Δημοκρατική Αριστερά πέραν των παρεμβάσεων κατά τη συζήτηση των διαφόρων νομοσχεδίων που αφορούν την ανάπτυξη κατέθεσε επίκαιρη επερώτηση, αναδεικνύοντας και καταθέτοντας προτάσεις για την κατεύθυνση του αναπτυξιακού σχεδιασμού στη χώρα.

Στη συζήτηση της επερώτησης αναδείχθηκε ότι το πιο σημαντικό ζήτημα για την ένταξη της χώρας σ' ένα νέο αναπτυξιακό αυτή τη φορά κύκλο είναι η εξεύρεση των απαραίτητων πόρων για την χρηματοδότηση των αναπτυξιακών πρωτοβουλιών είτε αυτοί προέρχονται από τον δημόσιο είτε από τον ιδιωτικό τομέα. Η χρηματοδότηση των επενδυτικών πρωτοβουλιών και γενικά η χρηματοδότηση της υγιούς επιχειρηματικότητας, που δημιουργεί νέες θέσεις απασχόλησης, μπορεί να ενισχυθεί, από τους περιορισμένους λόγω της κρίσης εθνικούς πόρους, από το τραπεζικό σύστημα το οποίο πρέπει να προχωρήσει πιο ενεργά στη παροχή ρευστότητας προς την πραγματική οικονομία με τη χρηματοδότηση των ιδιωτικών επενδύσεων με χαμηλότερα επιτόκια και μεγαλύτερη ευελιξία. Παράλληλα θα πρέπει να ενισχυθεί το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων το οποίο αποτελεί βασικό αναπτυξιακό εργαλείο και κύριο πολλαπλασιαστή της ελληνικής οικονομίας για την ανάπτυξη και την απασχόληση και να μην αποτελεί το σύνηθες θύμα για την κάλυψη των ελλειμμάτων και τη δημιουργία πρόσκαιρων πλεονασμάτων.

Ιδιαίτερη μνεία έγινε για τις ΜμΕ που αποτελούσαν έως σήμερα τη ραχοκοκαλιά της οικονομίας και την ανάγκη στήριξής τους.

Επισημάναμε οι μέχρι τώρα νομοθετικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης με αναπτυξιακή κατεύθυνση είναι λίγες και ανολοκλήρωτες με προεξέχουσα τον νέο αναπτυξιακό νόμο, ο οποίος όμως δεν αρκεί από μόνος του για την ανάκαμψη της πραγματικής οικονομίας και την τόνωση της ρευστότητας. Και αυτό γιατί οι ρυθμίσεις του δε βοηθούν όσο επιβάλλεται σήμερα τη μικρή και μεσαία επιχειρηματικότητα.

Η χρηματοδότηση των επενδυτικών πρωτοβουλιών, ιδιαίτερα των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων αποτελεί άμεση προτεραιότητα, καθώς είναι περισσότερο ευάλωτες σε περιόδους ύφεσης, οι περιορισμοί των πιστώσεων του τραπεζικού συστήματος αγγίζουν πρώτα απ’ όλες αυτές τις επιχειρήσεις, οι οποίες όμως μπορούν να αποτελέσουν τον βασικό κινητήριο μοχλό για την επανεκκίνηση της αναπτυξιακής διαδικασίας. Αυτό είναι δυνατόν να συμβεί καθώς λόγω του μεγέθους τους και γενικά της δομής και λειτουργίας τους, έχουν περισσότερη ευελιξία από τις μεγάλες επιχειρήσεις, δηλαδή η χρηματοδότηση αυτών των επιχειρηματικών μονάδων μπορεί να δώσει άμεσα και γρήγορα αποτελέσματα, στο πρόβλημα της ανάκαμψης και της απασχόλησης.

Θα πρέπει όμως να αντιμετωπισθούν τα εμπόδια που δυσκολεύουν σήμερα τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις να έχουν πρόσβαση τόσο στον τραπεζικό δανεισμό όσο και σε εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης. Απαιτείται λοιπόν να αυξηθεί η πίεση προς τις τράπεζες ώστε να αξιοποιηθούν εργαλεία και πόροι που είναι ήδη διαθέσιμοι (ΕΤΕΑΝ, προγράμματα ενίσχυσης μικρομεσαίων, ΕΤΕπ, κ.λπ.) συμμετέχοντας και αυτές στην προσπάθεια ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας χρηματοδοτώντας τις ΜμΕ με κριτήρια την επιχειρηματική βιωσιμότητα, αλλά λαμβάνοντας υπόψη και τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής οικονομίας (γραφειοκρατικά εμπόδια, οφειλές του δημοσίου προς τις επιχειρήσεις κ.λπ). Παράλληλα απαιτείται επιπλέον ενημέρωση και συγκεκριμένη βοήθεια προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις για την αξιοποίηση νέων χρηματοδοτικών εργαλείων, όπως η χρηματοδοτική μίσθωση (Leasing), η αξιοποίηση επενδυτικών κεφαλαίων (venturecapital), οι λεγόμενες υβριδικές μορφές χρηματοδότησης που έχουν βρει ευρεία εφαρμογή σε πολλές χώρες της Ε.Ε. για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. (Για όλα αυτά έχουν κατατεθεί σειρά ερωτήσεων, γραπτών και επίκαιρων).

Για την επίτευξη εκκίνησης της αναπτυξιακής διαδικασίας είναι απαραίτητη η σύνδεση ενός εθνικού αναπτυξιακού σχεδιασμού με τον προγραμματισμό για τη νέα προγραμματική περίοδο -το νέο ΕΣΠΑ- το οποίο αποτελεί και το βασικό χρηματοδότη.

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό σ' αυτή τη φάση σχεδιασμού να γίνει σοβαρή ανάλυση προτεραιοτήτων, με προγραμματισμό δράσεων με προστιθέμενη αξία για την κοινωνία και την οικονομία, ιδιαίτερα στην ανάσχεση της ανεργίας, τόσο κατά την περίοδο εφαρμογής τους αλλά και μετά τη λήξη τους, και παραγωγική συνέχεια και μετά τη λήξη της χρηματοδότησης. Τα αποτελέσματα των παρεμβάσεων θα πρέπει να είναι ορατά και μετρήσιμα.

 

Φορολογία

Επανειλημμένα τόσο κατά τη συζήτηση νομοσχεδίων όσο και μέσω επίκαιρων και γραπτών ερωτήσεων έχουμε υποστηρίξει την αδήριτη ανάγκη και υποχρέωση της κυβέρνησης να θεσπίσει ένα ενιαίο, δίκαιο, σταθερό και αναπτυξιακό φορολογικό σύστημα, με ευρεία συναίνεση, θέσπιση περιουσιολογίου και «πόθεν έσχες», δίκαιη και αναλογική κατανομή των φόρων, διεύρυνση της φορολογικής βάσης και σταδιακή μείωση των έμμεσων φόρων, συντελεστών ΦΠΑ κ.λπ.

Αντ' αυτού μέχρι σήμερα έχουν θεσμοθετηθεί αποσπασματικά διάφορες διατάξεις οι οποίες συντηρούν και αυξάνουν την υπερφορολόγηση, δημιουργούν επικαλύψεις και σύγχυση και εν τέλει επιφέρουν τεράστια προβλήματα, προκαλώντας το αίσθημα δικαίου των πολιτών. Απόδειξη της υπερφορολόγησης ότι αυτήν τη στιγμή στην Ελλάδα όλοι οι φορολογικοί συντελεστές είναι υψηλότεροι από τους Ευρωπαϊκούς μέσους όρους - ΦΠΑ 23% έναντι 21,5% στην Ε.Ε., ανώτερος συντελεστής φόρου εισοδήματος για τα φυσικά πρόσωπα 46% έναντι 39,5% στην Ε.Ε., στο φόρο ακινήτων κ.λ.π., ενώ από την άλλη πλευρά η φοροδιαφυγή καλά κρατεί.

Ιδιαίτερα άδικος υπήρξε ο προσδιορισμός της κλίμακας φορολόγησης των κερδών από επιχειρηματική δραστηριότητα, και ως προς τον οποίο είχαμε εστιάσει τις αντιρρήσεις μας στο γεγονός ότι οι χαμηλού εισοδήματος επιχειρηματίες και ελεύθεροι επαγγελματίες θεωρούμενοι συλλήβδην ως φοροφυγάδες επιβαρύνονται από το πρώτο ευρώ με 26% φόρο.

Έτσι τα χαμηλά εισοδήματα από ατομικές εμπορικές επιχειρήσεις και ελευθέριο επάγγελμα φορολογούνται με πολύ υψηλότερους φορολογικούς συντελεστές σε σχέση με το παρελθόν, ενώ τα υψηλότερα εισοδήματα ευνοούνται ιδιαίτερα, σε μία περίοδο μάλιστα που οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν προβλήματα επιβίωσης λόγω της βαθιάς και παρατεταμένης κρίσης. Επισημαίνεται επίσης ότι επιβαρύνονται περισσότερο φορολογικά και σε σχέση με τα χαμηλά εισοδήματα από μισθούς και συντάξεις.

Η επαχθής φορολογική αντιμετώπιση των ελεύθερων επαγγελματιών, κυρίως εκείνων που κατά το παρελθόν υπήρξαν συνεπείς και ειλικρινείς ως προς τη δήλωση των πραγματικών τους εισοδημάτων, και η αντιμετώπιση τους ως Νομικά Πρόσωπα δημιουργεί δυνητικά προβλήματα ως προς την άσκηση κοινωνικής πολιτικής και μεγαλώνει τον κίνδυνο της περαιτέρω αύξησης της φοροδιαφυγής.

Η ΔΗΜΑΡ θεωρώντας ότι τα χαμηλά εισοδήματα που προέρχονται, είτε από μισθούς και συντάξεις είτε από ατομική εμπορική επιχείρηση και ελεύθερο επάγγελμα, πρέπει να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο ή παρόμοιο τρόπο φορολόγησης, έτσι ώστε και δίκαια να κατανέμονται τα βάρη και να καλλιεργείται κοινή φορολογική συνείδηση και ότι θα πρέπει οι ρυθμίσεις να δημιουργούν αίσθημα δικαίου, κατέθεσε τροπολογίες προτείνοντας αλλαγή στις κλίμακες φορολόγησης των κερδών από επιχειρηματική δραστηριότητα (20% τα εισοδήματα έως 20.000 €, 33% για τα μεγαλύτερα από 20.000 €).

Όμως η αδικία δεν σταματά εδώ αφού πέρα της φορολόγησης με 26% από το πρώτο € επιβαρύνονται και με την δυσβάσταχτη προκαταβολή 55%, ενώ τους επιβάλλονται εξοντωτικά, βίαιης επιβολής, πρόστιμα στο πλαίσιο της πάταξης της φοροδιαφυγής, τα οποία όμως λόγω των εξαιρετικά δύσκολων συνθηκών που βιώνουν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ενδέχεται να οδηγήσουν στο αντίθετο αποτέλεσμα δηλαδή στη μη συμμόρφωση των επαγγελματιών, λόγω αδυναμίας, και στην περαιτέρω εξαθλίωση και τελική εξόντωση, ακόμη και όσων από αυτούς έχουν παραμείνει υγιείς.

Για τα θέματα αυτά κατατέθηκαν επίκαιρες και γραπτές ερωτήσεις σημειώνοντας ότι η περαιτέρω φορολογική επιβάρυνση των ήδη βαριά φορολογουμένων, δεν συνεπάγεται περισσότερα φορολογικά έσοδα λόγω της εξάντλησης της φοροδοτικής ικανότητας αλλά και της εμπιστοσύνης των πολιτών σε ένα σύστημα άδικο που αδυνατεί πατάξει τη φοροδιαφυγή από τους έχοντες, επιβαρύνοντας υπέρμετρα τα συνήθη υποζύγια. Παράλληλα ζητήθηκε από τους αρμόδιους υπουργούς η άμεση νομοθετική ρύθμιση έτσι ώστε να διορθωθούν ασάφειες και αδικίες που προκύπτουν από τις διάφορες διατάξεις χωρίς για μία ακόμη φορά να γίνουν αποσπασματικές κινήσεις, αλλά μία συντονισμένη προσπάθεια, αφού όλες αυτές οι «χωρίς πλάνο και συνολικό σχεδιασμό» αλλαγές στη φορολογική Νομοθεσία, δημιουργούν διαρκώς ανάγκες για νέες διορθώσεις. Καταλήγοντας ότι είναι αναγκαίο να κατατεθεί μία πλήρης πρόταση που θα θεσπίζει ένα ενιαίο, δίκαιο, σταθερό και αποτελεσματικό φορολογικό σύστημα, δέσμευση που υπάρχει και στις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης.

 

Ασφαλιστικό - Κοινωνική προστασία

Η παρατεταμένη και εντεινόμενη ύφεση έχει διαμορφώσει ένα ασφυκτικό πλαίσιο για τις μικρές επιχειρήσεις και το εμπόριο. Η δραματική μείωση στους τζίρους και η έλλειψη ρευστότητας έχουν οδηγήσει σε «λουκέτα» και απώλεια χιλιάδων θέσεων εργασίας. Αυτό έχει οδηγήσει τον ΟΑΕΕ να παρουσιάζει σημαντικό πρόβλημα ρευστότητας αφού η βασική μέχρι σήμερα πηγή χρηματοδότησής του είναι οι εισφορές των ασφαλισμένων και η κρατική χρηματοδότηση.

Η ραγδαία μείωση των εισροών προς τον Φορέα που είναι συνέπεια της συντριπτικής μείωσης του κύκλου εργασιών των επιχειρήσεων καθώς και της μεγάλης αύξησης των ασφαλισμένων που αδυνατούν να ανταποκριθούν στις ασφαλιστικές τους υποχρεώσεις, έχουν φέρει σε απόγνωση τους ασφαλισμένους και θέτουν σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα του Οργανισμού.

Η ΔΗΜΑΡ έχει καταθέσει προ πολλών μηνών επίκαιρη επερώτηση - η οποία δεν έχει συζητηθεί ακόμη με ευθύνη της κυβέρνησης - για το θέμα του ΟΑΕΕ, αναδεικνύοντας το πρόβλημα και καταθέτοντας προτάσεις.

Σύμφωνα με αυτές τις προτάσεις ο στόχος πρέπει να είναι διττός, δηλαδή και η βελτίωση της κατάστασης των ασφαλισμένων και η εξασφάλιση της βιωσιμότητας του Οργανισμού. Η πρόταση της ΔΗΜ.ΑΡ., η οποία δεν δημιουργεί ταμειακό έλλειμμα και λογιστικές απώλειες στον Οργανισμό, βασίζεται στα εξής:

Εκτός της επερώτησης, η ΔΗΜΑΡ παρενέβη και στο θέμα της κοινωνικής προστασίας των ελεύθερων επαγγελματιών, εμπόρων και μικροβιοτεχνών   καταθέτοντας τροπολογία στο Νόμο "Πρόγραμμα Διευκόλυνσης για ενήμερους δανειολήπτες και τροποποιήσεις στο ν.3869/2010" για να συμπεριληφθούν ως δικαιούχοι στις ρυθμίσεις του για την προστασία της πρώτης κατοικίας. Δηλαδή να μην εξαιρεθούν για ακόμη μία φορά από μία ευνοϊκή ρύθμιση οι ελεύθεροι επαγγελματίες, οι έμποροι και μικροβιοτέχνες οι οποίοι συνήψαν δανειακές συμβάσεις για την κύρια κατοικία τους και οι οποίοι έχουν υποστεί κι αυτοί τις συνέπειες της κρίσης παρουσιάζοντας μείωση εισοδημάτων από το 2009 που ξεπερνάει κατά πολύ το 20% που προέβλεπε το Σχέδιο Νόμου, με αποτέλεσμα να αποτελούν πλέον μια ευπαθή κοινωνική ομάδα και σε οικογενειακό και σε επαγγελματικό επίπεδο.

Επίσης κατά τη συζήτηση του Νόμου 4224/31.12.2013 «Αναστολή των πλειστηριασμών και άλλες διατάξεις», κατατέθηκε: Τροπολογία που ζητάται, μεταξύ των άλλων, να επεκταθεί η αναστολή των πλειστηριασμών εκτός από τις οφειλές προς τις τράπεζες και στις περιπτώσεις που υπάρχουν οφειλές προς το Δημόσιο, τους ΟΤΑ, τέλη προς νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και εισφορές προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης. Επέκταση ιδιαίτερα αναγκαία για τους ελεύθερους επαγγελματίες, τους εμπόρους και μικροβιοτέχνες, που όμως δεν έγινε αποδεκτή.

Ενώ σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις τονίζαμε την ανάγκη ανάλογων με την πρώτη κατοικία ρυθμίσεων και για την προστασία των δανειοληπτών που συνήψαν δάνεια για τη μικρή και μοναδική επαγγελματική τους στέγη, για να εξασφαλισθεί η συνέχεια της λειτουργίας τους που αποτελεί τη μόνη πηγή εσόδων για τους μικρούς επιχειρηματίες και τις οικογένειές τους.