Home Ομιλίες Ομιλία της Βουλευτού Ασημίνας Ξηροτύρη Αικατερινάρη στην εκδήλωση του Δήμου Εχέδωρου με θέμα ΄΄Οι αρνητικές επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης στην εργαζόμενη μητέρα. Επιδείνωση της θέσης της από αντίστοιχα μέτρα στην Ελλάδα΄΄

Ομιλία της Βουλευτού Ασημίνας Ξηροτύρη Αικατερινάρη στην εκδήλωση του Δήμου Εχέδωρου με θέμα ΄΄Οι αρνητικές επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης στην εργαζόμενη μητέρα. Επιδείνωση της θέσης της από αντίστοιχα μέτρα στην Ελλάδα΄΄

E-mail
Θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για την πρόσκλησή σας, σε αυτήν την πραγματικά χρήσιμη συζήτηση για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν ακόμη και σήμερα οι γυναίκες και μάλιστα οι εργαζόμενες μητέρες. Χαίρομαι, γιατί την εκδήλωσή σας πλαισιώνουν πάρα πολλές γυναίκες, πράγμα που σημαίνει ότι υπάρχει πραγματικό ενδιαφέρον και προβληματισμός για το πώς η γυναίκα θα μπορέσει στις σύγχρονες συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί να αγωνισθεί για να της αναγνωρισθούν επιτέλους το δικαίωμα της ισότητας των δύο φύλων, της εργασιας, των ίσων δυνατοτήτων επαγγελματικής εξέλιξης κ.ά. Η φετεινή γιορτή της Μητέρας, δηλαδή του 2001, μας βρίσκει σε μια κρίσιμη περίοδο και οπισθοχώρηση παγκόσμια. Σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, και πολύ περισσότερο στη χώρα μας, οπισθοχώρηση σε θέματα κοινωνικής προστασίας και μέριμνας, που κατ΄εξοχήν επηρεάζουν την εργαζόμενη μητέρα. Νέα ζητήματα που σχετίζονται με την προστασία της μητρότητας και την επαγγελματική εξέλιξη των γυναικών, βρίσκονται στο προσκήνιο. ‘Εντονοι προβληματισμοί για τις επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης στη γυναίκα και την οικογένεια απασχολούν αυτήν την περίοδο το γυναικείο κίνημα, με πρώτο κύριο ερώτημα αν με τον τρόπο που προωθείται η παγκοσμιοποίηση, η ισότητα των φύλων και τα δικαιώματα της γυναίκας προάγονται στην πράξη. Δυστυχώς, η παγκοσμιοποίηση του κεφαλαίου και του εμπορίου δεν συνοδεύεται από την παγκοσμιοποίηση των δικαιωμάτων. Όσο περισσότερο η οικονομία μιας χώρας συνδέεται με τη διεθνή αγορά, τόσο παρατηρείται μείωση των κρατικών οικονομικών παροχών και των δαπανών του κοινωνικού τομέα, που είναι άρρηκτα δεμένος με την ισότητα. Τα παραπάνω αποτελούν εκτίμηση του ΟΗΕ κατά τη διαδικασία του «Πεκίνο ‘95». Η περικοπή των κοινωνικών δαπανών έχει αντίκτυπο στην υποδομή για τη φύλαξη και διαπαιδαγώγηση των παιδιών, των ατόμων τρίτης ηλικίας, καθώς και στα οικογενειακά επιδόματα και τις άδειες. Η ιδιωτικοποίηση που προωθείται άκριτα στους κρίσιμους για το φύλο τομείς υγείας, παιδείας και κοινωνικής ασφάλισης, θέτει εμπόδια και στη μητρότητα και στη συνοχή της οικογένειας. Η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων και της αγοράς εργασίας, η ανεργία των νέων και των γυναικών, ιδιαίτερα η μερική απασχόληση, η αγωνία της απόλυσης, αναστατώνουν τη ζωή των νοικοκυριών και εισάγουν την ανασφάλεια στη ζωή των ζευγαριών. Διότι οι κατακτήσεις και οι απολαβές των εργαζομένων στηρίζονταν στο μοντέλο της σταθερής, εξαρτημένης, αορίστου χρόνου εργασίας. Η εισαγωγή της μερικής απασχόλησης και άλλων ελαστικών μορφών, που τείνουν να γενικευθούν, και πλήττουν κατά κύριο λόγο τις εργαζόμενες γυναίκες, υπονομεύει τη βάση στην οποία στηριζόταν όλο το πλέγμα των απολαβών των εργαζομένων. Γίνεται, λοιπόν, αισθητή μια τραγική αντίφαση: από τη μια γίνονται συνείδηση τόσο τα ανθρώπινα δικαιώματα των γυναικών, όσο και το μεγάλο δημογραφικό πρόβλημα, αλλά από την άλλη επιδεινώνονται οι κοινωνικο-οικονομικοί όροι πραγματοποίησης της ισότητας και εφαρμογής των δικαιωμάτων των γυναικών, και πολύ περισσότερο της δυνατότητας στη μητρότητα και των κοινωνικών παροχών για την οικογένεια. Η απελευθέρωση των αγορών παγκόσμια ανέδειξε την ιδεολογία της αγοράς, που γίνεται σήμερα συνώνυμη με τον άκρατο ανταγωνισμό και πολλές φορές με το «όποιος επιζήσει, επέζησε». Δε νομίζουμε πως αυτό το μοντέλο του οικονομισμού έχει σχέση με την προστασία της εργαζόμενης γυναίκας. Το περιβάλλον που είναι φιλικό στην ισότητα, στην προστασίας της οικογένειας και της μητρότητας έχει να κάνει με την κοινωνική αλληλεγγύη και με τον πολιτικό έλεγχο απέναντι στο φαινόμενο της επικράτησης της λογικής «των αγορών». Έχει να κάνει με την εμβάθυνση της δημοκρατίας, που εξακολουθεί να εμφανίζει έλλειμμα φύλου, δηλαδή υποαντιπροσώπευση των γυναικών στα κέντρα λήψης των αποφάσεων. Χρειαζόμαστε, με άλλα λόγια, διακυβέρνηση της παγκοσμιοποίησης με όρους δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη. Και εμείς οι γυναίκες, ως κοινωνικό φύλο, πρέπει να επιλέξουμε το πεδίο των δικαιωμάτων, και να δώσουμε σκληρή μάχη για την ικανοποίησή τους. Τα σημαντικά ζητήματα που πρέπει να μας απασχολήσουν και αναδεικνύουν και τον χαρακτήρα της προωθούμενης παγκοσμιοποίησης είναι: Πρώτον, η φτώχεια των γυναικών, που αποτελεί ειδική πλευρά της γενικής φτώχειας (feminization of poverty). Είναι τραγικό, ότι η παγκόσμια φτώχεια (πέντε χρόνια μετά την πολύ σημαντική Διάσκεψη της Κοπεγχάγης για την κοινωνική ανάπτυξη) αυξήθηκε, αντί να μειωθεί. Η δε φτώχεια των γυναικών, παραμένει στο 70% (όλων των φτωχών του κόσμου), όπως και πριν πέντε χρόνια. Οι γυναίκες είναι φτωχότερες ως προς την απόλαυση των αγαθών και την ικανοποίηση βασικών αναγκών τους, αλλά εξίσου ως προς τις ευκαιρίες και τις επιλογές. Το ίδιο το κοινωνικό φύλο, ως φορέας διακρίσεων, γίνεται παράγων φτώχειας. Η εξασφάλιση επομένως ίσης πρόσβασης των γυναικών στην παιδεία, ειδίκευση, εργασία, είναι όρος απαραίτητος για την αντιμετώπιση της φτώχειας. Τούτο σημαίνει ότι χρειαζόμαστε στοχοπροσηλωμένες πολιτικές, πράγμα που η παγκοσμιοποιημένη αγορά από μόνη της δεν κάνει. Γι' αυτό, δεύτερο σημαντικό στοιχείο είναι το γεγονός ότι πολλά από τα επαγγέλματα στα οποία παραδοσιακά οι γυναίκες κατέχουν πολλές και σημαντικές θέσεις απασχόλησης παρουσιάζουν ύφεση ή μείωση των θέσεων εργασίας. Και αυτό γιατί η παγκοσμιοποιημένη αγορά με τη χρήση των νέων τεχνολογιών και ιδιαίτερα της πληροφορικής κατήργησε πολλές από αυτές, χωρίς μέριμνα και μηχανισμούς δημιουργίας νέων μορφών απασχόλησης, αφού τα μέχρι σήμερα χαρακτηρισιτκά της παγκοσμιοποίησης είναι η συσώρευση καφαλαίου και η μείωση ή η απορρύθμιση των σχέσεων εργασίας. Εκτιμώ, πως σ΄αυτό το σημείο, ίσως θα άξιζε να επισημάνουμε τα διαφορετικής ποιότητας, έκτασης αλλά και οξύτητας προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες του τρίτου κόσμου σε σχέση με τις γυναίκες των αναπτυγμένων χωρών. Στην πρώτη περίπτωση, έχουμε γυναίκες που η εργασία τους, όταν αυτή υπάρχει, περιορίζεται κατά κύριο λόγο στην αγροτική καλλιέργεια, -ενώ πολλές από αυτές αναγκάζονται για να μπορέσουν να ζήσουν οι ίδιες και η οικογένειά τους, να μεταναστεύσουν ως οικιακοί βοηθοί (στην καλύτερη περίπτωση) στις ανεπτυγμένες χώρες, απομακρυνόμενες από τα παιδιά και την οικογένειά τους, -άλλες στρέφονται στο «αρχαιότερο επάγγελμα» την πορνεία, -είτε, για λόγους βιοπορισμού, καταφεύγουν στην απάνθρωπη «λύση» της πώλησης των παιδιών τους ή της εξώθησής τους στην πορνεία. Πρόσφατο τραγικό παράδειγμα η ιστορία που ήρθε στο φως της δημοσιότητας με τις καταγγελίες για μεταφορά παιδιών που πωλούνται σε χώρες της Αφρικής. Σ΄αυτές τις περιπτώσεις βέβαια, δεν μπορούμε να μιλήσουμε για δικαιώματα εργαζομένων γυναικών-μητέρων, ούτε καν για δικαιώματα στην ισότητα των δύο φύλων. Εδώ δυστυχώς καταπατούνται οι στοιχειώδεις αρχές της αξιοπρεπούς διαβίωσης του ανθρώπου, με πρώτα θύματα τις γυναίκες και τα παιδιά. Στην περίπτωση των αναπτυγμένων χωρών, ισχύουν αυτά που ανέφερα στην αρχή της ομιλίας μου, για περιορισμό των δικαιωμάτων της εργαζόμενης γυναίκας, για υπογεννητικότητα κτλ. Η γυναίκα οδηγείται, μέσα από τον περιορισμό των δικαιωμάτων της στην εργασία και την χειροτέρευση των συνθηκών εργασίας (απορρύθμιση του ωραρίου εργασίας, φασόν, ανασφάλιστη εργασίας) στην επιστροφή στο σπίτι. Αυτό, που αποτελεί στοιχείο της συντηρητικής ιδεολογίας, με το πρόσχημα ότι η γυναίκα όταν είναι στο σπίτι αναθρέφει καλύτερα τα παιδιά της, κάθε άλλο παρά ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ότι δηλαδη, η εργαζόμενη γυναίκα, πιθανόν λόγω των συνθηκών να αφιερώνει λιγότερο χρόνο στα παιδιά της, όμως, όντας στην παραγωγή, αφουγκράζεται καλύτερα τα προβλήματα της κοινωνίας, τα ζει, μαθαίνει τη συλλογική διεκδίκηση, και μπορεί να διαπαιδαγωγήσει τα παιδιά της και να τα εφοδιάσει με τα απαραίτητα στοιχεία που να μπορούν να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα της σύγχρονης κοινωνίας. Σε ότι αφορά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενες γυναίκες στη χώρα μας, θα πρέπει να πούμε ότι η κατάσταση κάθε άλλο παρά ευχάριστη είναι. Η ανεργία σήμερα έχει πλήξει σοβαρά τις γυναίκες, χιλιάδες είναι ανασφάλιστες, σχεδόν απ΄όλα τα κοινωνικά στρώματα, και με τα μέτρα που εξήγγειλε η κυβέρνηση δεν πρόκειται να υπάρξει καμμία κοινωνική προστασία εκ μέρους της πολιτείας. Σήμερα, η κάθε εργαζόμενη προσπαθεί να εκπληρώνει ταυτόχρονα αντιφατικούς και αλληλοσυγκρουόμενους ρόλους. Αποτέλεσμα η ψυχική και σωματική της εξάντληση, η αποθάρρυνση και η αδυναμία απερίσπαστης επίδοσης στο επάγγελμα. Εμπόδιο στην ισότιμη επαγγελματική τους εξέλιξη είναι επίσης η έλλειψη χρόνου. Οι γυναίκες συχνά αναγκάζονται να παραιτηθούν από φιλοδοξίες επαγγελματικής εξέλιξης, όταν η εξέλιξη αυτή προϋποθέτει δουλειά εξαντλητική, σεμινάρια και μαθήματα επιμόρφωσης, υπερωρίες, ευθύνες αυξημένες, μετάθεση που δημιουργεί οικογενειακά προβλήματα. Αντίστοιχα προβλήματα σπάνια αντιμετωπίζει ο εργαζόμενος άνδρας, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει ισότητα ευκαιριών ανάμεσα στον άνδρα και στην εργαζόμενη γυναίκα. Η αντιφατικότητα του ρόλου της σαν μητέρας και σαν εργαζόμενης δε φαίνεται να προβληματίζει κανέναν στη χώρα μας. Πώς αλλιώς να εξηγηθεί το ελλειπές κοινωνικό κράτος, που δυστυχώς σήμερα βάλλεται, και εντείνονται οι ελλείψεις στις δομές στήριξης της οικογένειας, όπως για παράδειγμα, το πέρασμα των παιδικών σταθμών στους Δήμους χωρίς πόρους, με πιθανή συνέπεια το κλείσιμό τους, και φυσικά με αποκορύφωμα την πρόταση της κυβέρνησης για το ασφαλιστικό; Η εργαζόμενη γυναίκα, που επιθυμεί να είναι και σωστή μητέρα και σωστή σύζυγος, μόλις μπει στην αγορά εργασίας διαπιστώνει πως ξεκινά από μειονεκτική βάση. Διακρίσεις σε βάρος της, που έχουν ως αποτέλεσμα φθηνή εργασιακή δύναμη, χωρίς πολλές προοπτικές εξέλιξης, με μειωμένη συνδικαλιστική και διεκδικητική συνείδηση, μπροστά στην απειλή της απόλυσης. Εμπόδιο στην ανέλιξή της αποτελεί καθημερινά η εκμετάλλευσή της σαν εργαζόμενη, και οι φυλετικές διακρίσεις σαν γυναίκα. Οφείλει να διεκδικήσει τα δικαιώματά της τόσο σαν μητέρα, όσο και σαν εργαζόμενη γυναίκα, και να απαιτήσει από το κράτος τη στήριξή της, σύμφωνα με τις αποφάσεις της Διάσκεψης του Καϊρου του 1994 (τα αναπαραγωγικά δικαιώματα των ζευγαριών συνίστανται ακριβώς στην ευχέρεια να αποκτούν όσα παιδιά και όταν θέλουν, και να έχουν την πληροφόρηση και τα μέσα γιαυτό). Και βέβαια, οι γυναίκες σήμερα δε γεννούν παιδιά ή δεν κάνουν οικογένεια ή έχουμε τις μονογονεϊκές οικογένειες. Με τι κίνητρα όμως να γίνουν μητέρες; Ο δείκτης γονιμότητας είναι 1,4, ενώ θα έπρεπε να είναι 2,1 για την σωστή αναπλήρωση των γενεών. Η πτώση του δείκτη γονιμότητας είναι μία μακροχρόνια τάση, που έχει σχέση με τις οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές, το μετασχηματισμό της οικογένειας και τον αγώνα των γυναικών για χειραφέτηση. Οι εργαζόμενες γυναίκες αναγκάζονται να γεννούν λιγότερα παιδιά, γιατί η εργασία τους και η έλλειψη άλλων υποδομών από το κράτος δεν τους επιτρέπει να ασχοληθούν όσο θα έπρεπε για να τα αναθρέψουν σωστά και παράλληλα να έχουν και εξέλιξη στη δουλειά τους. Πολλοί ανασταλτικοί παράγοντες ανακόπτουν την επαγγελματική, την κοινωνική εξέλιξη και την άνοδο της γυναίκας. Εκτός από τα πρόσθετα βάρη της μητρότητας και του νοικοκυριού, οι ίδιοι οι άντρες δεν είναι ακόμη διατεθειμένοι να παραχωρήσουν στις εργαζόμενες γυναίκες μεγάλα διοικητικά και πολιτικά πόστα που μέχρι σήμερα εξασφαλίζουν στους ίδιους κοινωνική δύναμη, αίγλη, προβολή, οικονομικά οφέλη, προσωπική καταξίωση. Το κράτος όφειλε να έχει πάρει μια σειρά μέτρων διασφάλισης των εργαζομένων και μη γυναικών στις νέες συνθήκες που έχουν διαμορφωθεί στον 21ο αιώνα, και αυτά μπορούμε να τα επισημάνουμε, όπως: Οικογενειακά επιδόματα και στους δύο γονείς (χαρακτηριστικό παράδειγμα της έλλειψης τέτοιας βούλησης από την κυβέρνηση είναι η προσπάθειά της να μην δώσει τελικά το οικογενειακό επίδομα και στους δύο γονείς στους εργαζόμενους στο Δημόσιο, παρά την απόφαση του ΣτΕ) -Γονική άδεια με απολαβές και στους δύο και ασφαλιστική κάλυψη -Βεφονηπιακοί και παιδικοί σταθμοί που καλύπτουν τις ανάγκες -Δίκτυα «βοηθών μητέρων», σε συνεργασία με την Τοπική Αυτοδιοίκηση στα πλαίσια ειδικών προγραμμάτων εκπαίδευσης, που ήδη πραγματοποιούνται -Ολοήμερο σχολείο -Κέντρα δημιουργικής απασχόλησης του παιδιού -Ειδική προστασία των μονογονεϊκών οικογενειών -Ειδική προστασία των ανύπανδρων μητέρων -Συμφιλίωση οικογενειακών και επαγγελματικών υποχρεώσεων -Αναβάθμιση του ρόλου της πατρότητας στην ανατροφή των παιδιών, ισομοίραμα των ευθυνών στην οικογένεια -Δημόσιο Σύστημα Υγείας, Παιδείας, αναβαθμισμένα. Σήμερα η εικόνα της σύγχρονης εργαζόμενης μητέρας και γυναίκας είναι ζοφερή. Παρά τις σημαντικές κατακτήσεις, την είσοδο μεγάλου αριθμού γυναικών στην αγορά εργασίας, και την ικανότητα των γυναικών να καταλαμβάνουν ισότιμα με τους άνδρες θέσεις στη δημόσια ζωή, τα στερεότυπα παραμένουν ακόμη ισχυρά. Σήμερα, στην Ελλάδα, το 62% των ανέργων μακράς διαρκείας είναι γυναίκες, το υποτυπώδες κράτος πρόνοιας παραμένει ως έχει, και τα ασφαλιστικά δικαιώματα υφίστανται σοβαρές δυσοίωνες αλλαγές, που πλήττουν ευθέως τις γυναίκες. Σε ότι αφορά την πρόταση νόμου της κυβέρνησης για το ασφαλιστικό, θα πρέπει να επισημάνουμε, ότι εκτός από τις γενικότερες επώδυνες για τους ασφαλισμένους προτάσεις, που πολύ σωστά το συνδικαλιστικό κίνημα απέρριψε, οι γυναίκες θίγονται ιδιαίτερα. Αυτό γιατί: Η αύξηση των ορίων ηλικίας θίγει κατά κύριο λόγο τις γυναίκες, αφού για όλες αυξάνεται το όριο ηλικίας κατά 5 χρόνια. Πιο πολύ όμως, θίγονται οι γυναίκες με ανήλικα παιδιά, αφού καταργούνται όλες οι θετικές διακρίσεις που ίσχυαν μέχρι σήμερα γι΄αυτές, και αυξάνονται τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησής τους από 5 μέχρι και 15 χρόνια. Η εξαγγελία περί προσθήκης σε όλες τις γυναίκες με παιδιά πλασματικού ασφαλίσιμου χρόνου 2 ετών για κάθε παιδί είναι χωρίς αντίκρισμα, αφού με τη ρύθμιση αυτή απλά θα προσυξάνουν τη σύνταξή τους, χωρίς όμως να μπορούν να συνταξιοδοτηθούν πριν από τα 65 χρόνια τους. Είναι ανάγκη να θεσπιστεί όριο ηλικίας για τις γυναίκες τουλάχιστον κατά 5 χρόνια λιγότερο από αυτό των ανδρών, και φυσικά δεν μιλάμε για το όριο των 65 ετών ούτε για τους άνδρες. Σε ότι αφορά το οικονομικό μέρος, εδώ τα πράγματα διαμορφώνονται τραγικά για τις γυναίκες. Γνωρίζουμε καλά ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των εργαζομένων γυναικών έχει χαμηλότατους μισθούς, τις περισσότερες φορές κάτω από το όριο της φτώχειας, που για τη χώρα μας είναι το ποσό των 175.000 δρχ. μιλάμε δηλαδή για μισθούς της τάξεως των 120.000-150.000 δρχ. Η κατάργηση των θετικών διακρίσεων για τις γυναίκες με ανήλικα παιδιά, σε μία περίοδο μάλιστα που είναι οξυμένο το δημογραφικό πρόβλημα της χώρας μας, μόνο ως πολιτικός παραλογισμός μπορεί να εκληφθεί. Το ασφαλιστικό, όπως φαίνεται, θα το «πληρώσουν πιο ακριβά» οι γυναίκες και οι νέοι, οι πιο ευαίσθητες δηλαδή και εύθραυστες κοινωνικές ομάδες, μαζί με τους χαμηλοσυνταξιούχους. Όπως γίνεται φανερό, οι προτάσεις της κυβέρνησης για το ασφαλιστικό, πέραν όλων των άλλων, συνιστούν και άδικη μεταχείριση των γυναικών. Οι προτάσεις δεν είναι νοητό να διαμορφώνονται ερήμην των κοινωνικών δεδομένων. Είναι φανερό και στατιστικά αποδεδειγμένο, ότι στην ελληνική οικογένεια η φροντίδα των παιδιών, των ηλικιωμένων, όπως και η διαχείριση και η φροντίδα των οικογενειακών αναγκών και υποχρεώσεων βαρύνουν μονόπλευρα σε συντριπτικά ποσοστά τη γυναίκα. Στις νεώτερες γενιές διαπιστώνονται βήματα ανακατανομής των υποχρεώσεων στο εσωτερικό της οικογένειας, που όμως προχωρούν με αργούς και βασανιστικούς ρυθμούς. Κατά συνέπεια, ΘΕΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ είναι αναγκαία και στην ασφαλιστική νομοθεσία.