Τοποθέτηση και κριτικές παρατηρήσεις της Βολευτού Ασημίνας Ξηροτύρη-Αικατερινάρη στο προτεινόμενο Σ/Ν ΄΄Εισαγωγή στην τριτοβάμιαεκπαίδευση και άλλες διατάξεις΄΄.

Πέμπτη, 24 Αύγουστος 2000 02:00
Εκτύπωση
Οι νομοθετικές ρυθμίσεις του Σχεδίου Νόμου που αφορούν στις εξετάσεις στο Λύκειο και στον τρόπο εισαγωγής στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση, δεν αντιμετωπίζουν τις δυσμενείς επιπτώσεις που επέφερε ως σήμερα στο Λύκειο η εκπαιδευτική πολιτική που ακολούθησε η Κυβέρνηση. Είναι διορθωτικού τύπου και προσπαθούν να ελαττώσουν την κοινωνική δυσαρέσκεια χωρίς να θίγουν το σκληρό πυρήνα της μεταρρύθμισης Αρσένη και πολύ περισσότερο να διαμορφώνουν ένα άλλο πλαίσιο για ένα αναβαθμισμένο Λύκειο και όχι ένα κέντρο επιλογής στα ΑΕΙ – ΤΕΙ. Ανάμεσα στα βασικά προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η ελληνική λυκειακή βαθμίδα επισημαίνουμε τα εξής: Ένα μεγάλο ποσοστό μαθητών – μαθητριών κάθε «γενιάς» δεν τελειώνουν το λύκειο τα τελευταία χρόνια. Το φαινόμενο «διαρροής» του μαθητικού δυναμικού στο Λύκειο αφορά κυρίως τα υποβαθμισμένα κοινωνικά στρώματα και τις αγροτικές περιοχές, αλλά δεν φαίνεται ότι η προβληματική που έχει απασχολήσει την Κυβέρνηση. Οι πρόσφατες νομοθετικές ρυθμίσεις της Κυβέρνησης, στο πλαίσιο της λεγόμενης «Μεταρρύθμισης Αρσένη» ενίσχυσαν σε επικίνδυνο βαθμό τα φαινόμενα διαρροής, με αποτέλεσμα την πρωτοφανή συρρίκνωση του μαθητικού δυναμικού του Λυκείου, με μείωση πάνω από 40%. Η υποταγή του Λυκείου στις εξεταστικές διαδικασίες για την πρόσβαση στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση και η πρωτοφανής ενίσχυση των εξεταστικών διαδικασιών ακύρωσαν το μορφωτικό ρόλο του Λυκείου και το μετέτρεψαν σε ένα συνεχή εξεταστικό Μαραθώνιο, σε σοβαρές συνέπειες τόσο για τη μορφωτική αυτονομία και το μορφωτικό αποτέλεσμα όσο και για τη σωματική και ψυχική υγεία των μαθητών/τριών. Ο εξετασιοκεντρικός χαρακτήρας του Λυκείου, παρά τα εξαγγελλόμενα διατηρείται. Η μορφωτική αφυδάτωση του Λυκείου υφίσταται, όσο ισχύει η ταύτιση της εξεταστέας ύλης με τη διδακτέα, καθώς και η παρεχόμενη γνώση περιορίζει στα εξεταστικώς αναγκαία και χρήσιμα. Με τη διάκριση των μαθημάτων του προγράμματος σε δύο κατηγορίες (πανελλαδικώς εξεταζόμενα και μη) υποβαθμίζονται σημαντικοί τομείς της γνώσης με έντονο το ρόλο της αποστήθισης έναντι της ανάπτυξης της κριτικής σκέψης. Το δίκτυο της τεχνικής – επαγγελματικής εκπαίδευσης εξακολουθεί να είναι υποβαθμισμένο και σε μεγάλο βαθμό αναξιόπιστο, γι’ αυτό και κατά κανόνα αποτελεί «λύση ανάγκης» για τους νέους και τις νέες. Ιδιαίτερα αρνητική είναι η τάση που παρατηρείται να συρρικνώνεται η παρουσία της γενικής μόρφωσης στα προγράμματα σπουδών των ΤΕΕ, με αποτέλεσμα η δραστηριότητά τους να περιορίζεται στην παροχή μιας χαμηλής και περιορισμένης κατάρτισης, χωρίς αντίκρισμα ούτε στην αγορά εργασίας. Η οργάνωση του Εθνικού Συστήματος Επαγγελματικής Εκπαίδευσης – Κατάρτισης και των ΙΕΚ, με τον τρόπο που έγινε και λειτουργεί, δημιούργησε και άλλα προβλήματα και διεύρυνε το χάσμα ανάμεσα στη γενική και την τεχνική επαγγελματική εκπαίδευση. Το σύστημα εξετάσεων και αξιολόγησης που προτείνεται και με αυτές τις ρυθμίσεις, μπορεί εύκολα να αξιοποιηθεί για να συνεχιστεί η βίαιη εξώθηση ενός σημαντικού αριθμού μαθητών από το Ενιαίο Λύκειο προς τα Τεχνικά Επαγγελματικά Εκπαιδευτήρια ή και στην εγκατάλειψη των περαιτέρω σπουδών. Αλλά, ακόμη κι αν αυτό συμβεί σε περιορισμένη έκταση, είναι αδύνατο να αποφευχθεί η δημιουργία ενός Λυκείου πολλών ταχυτήτων, στο πλαίσιο του οποίου το σύστημα αξιολόγησης θα χρησιμοποιείται για να επιβεβαιώνει τις ήδη διαμορφωμένες μορφωτικές ανισότητες και όχι για να γίνουν οι κατάλληλες αντισταθμιστικές παρεμβάσεις. Η αναπαραγωγή των ανισοτήτων διευρύνεται και με την εσαεί δυνατότητα αναβάθμιση της νέας «βεβαίωσης πρόσβασης στα ΑΕΙ - ΤΕΙ…». Από την άλλη πλευρά το περιεχόμενο σπουδών του Λυκείου εξακολουθεί να είναι μακριά από τις σύγχρονες ανάγκες και προβληματισμούς. Παραμένει εγκλωβισμένο ανάμεσα στις παραδοσιακές αντιλήψεις για τη γνώση και δεν μπορεί να εξασφαλίσει την ολόπλευρη ανάπτυξη της προσωπικότητας των νέων του σήμερα. Τομείς σημαντικοί για την ολόπλευρη ανάπτυξη της προσωπικότητας των μαθητών/τριών, όπως είναι οι κοινωνικές – ανθρωπιστικές επιστήμες, η αισθητική καλλιέργεια, η περιβαλλοντική εκπαίδευση, η αγωγή υγείας, η προετοιμασία συνολικά του σύγχρονου ενεργού πολίτη δεν έχουν τη θέση που τους αρμόζει στο Ενιαίο Λύκειο. Ένα ενιαίο Λύκειο όπως αυτό που λειτουργεί δεν μπορεί να αναδείξει τις κλίσεις και τις ιδιαιτερότητες κάθε μαθητή και μαθήτριας και να συμβάλει στη συνολική του πρόοδο και την ευδοκίμησή τους σε συγκεκριμένους τομείς. Επιπλέον, η τρίτη κατεύθυνση του Ενιαίου Λυκείου, η τεχνολογική, είναι σε σημαντικό βαθμό υποβαθμισμένη. Γενικότερα, η απουσία επαρκών εγκαταστάσεων και εργαστηριακού εξοπλισμού στα σημερινά «Ενιαία Λύκεια» ακυρώνει τον ενιαίο χαρακτήρα τους, που θα έπρεπε να βασίζεται στο συνδυασμό της θεωρίας με την πράξη και στην ενεργό, μέσω της πράξης μάθηση. Οι απαιτήσεις της εποχής μας και η αυξημένη ζήτηση για σπουδές έχουν καταστήσει διεθνώς αναγκαία τη «ροή» προς την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση της συντριπτικής πλειονότητας (75% τουλάχιστον) των νέων αντίστοιχης ηλικίας, πράγμα που σημαίνει ότι η φοίτηση στο επίπεδο του Λυκείου πρέπει να ολοκληρώνεται από πολύ υψηλότερο ποσοστό. Για το λόγο αυτό πολλές σύγχρονες ευρωπαϊκές χώρες επιδιώκουν να αυξήσουν το ποσοστό των μαθητών που αποκτούν τίτλο απόλυσης από το Λύκειο, ενώ γενική για τις προηγμένες χώρες είναι τάση να καταστεί η λυκειακή εκπαίδευση μέρος της υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Εμείς, αντίθετα, με την τακτική που ακολουθούμε στην Ελλάδα υποβαθμίζουμε συνολικά το μορφωτικό επίπεδο της ελληνικής κοινωνίας, δημιουργώντας δυσκολίες ανταπόκρισης στις απαιτήσεις των σύγχρονων κοινωνιών. Αυτή η εκπαιδευτική πολιτική, της υποβάθμισης και της ενίσχυσης των κοινωνικών φραγμών στη μόρφωση πρέπει να αλλάξει. Θεωρούμε τη γενική μόρφωση και την επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση ως αδιάσπαστη ενότητα, που υπερβαίνει τον τεχνητό διαχωρισμό της γνώσης σε καθαρά θεωρητικού χαρακτήρα από τη μια και σε τεχνικού – πρακτικού χαρακτήρα από την άλλη. Πιστεύουμε, συνεπώς, ότι ο σχεδιασμός της Τεχνικής – Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης πρέπει να γίνεται σε ενιαία και σε αλληλοσύνδεση με τη γενική μεταϋποχρεωτική εκπαίδευση. Στο πλαίσιο αυτό αντί να τροποποιούνται οι νομοθετικές ρυθμίσεις της προηγούμενης τετραετίας, πρέπει να καταργηθούν. Είναι ατελέσφορο η πρακτική των αποσπασματικών ρυθμίσεων και εμβαλωματικών λύσεων σ’ ένα λανθασμένο θεσμικό πλαίσιο. Είναι απαραίτητη η έναρξη διαλόγου για τη διαμόρφωση ενός σύγχρονου θεσμικού πλαισίου για την εκπαίδευση όλων των βαθμίδων. Συλλογικά όργανα, όπως είναι το ΕΣΥΠ, πρέπει να αξιοποιηθούν , αλλά και να θεσμοθετηθούν νέα, πιο ευέλικτα και αποτελεσματικά, για να συμβάλλουν σε αυτή την κατεύθυνση. Αν η Κυβέρνηση είχε ακούσει, όπως ισχυρίζεται στην Εισηγητική Έκθεση του Σχεδίου Νόμου, τις θέσεις των φορέων της εκπαίδευσης και αν είχε λάβει υπόψη της τα δεδομένα των παιδαγωγικών ερευνών, δεν είχε παρά να προχωρήσει προς αυτή τη κατεύθυνση, της συνολικής αλλαγής του θεσμικού πλαισίου της εκπαίδευσης. Σε σχέση με τα συζητούμενα θέματα, τώρα, θεωρούμε αναγκαία την άμεση επέκταση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, ώστε να συμπεριλαμβάνει μέρος της προσχολικής, το σημερινό εννιάχρονο (Δημοτικό – Γυμνάσιο) και το Λύκειο. Έτσι θα εξασφαλιστεί για όλους τους μαθητές και μαθήτριες μία ευρεία μορφωτική βάση, που θα τους επιτρέπει να παρακολουθούν τις ταχύτατα μεταβαλλόμενες απαιτήσεις της κοινωνίας και της παραγωγικής διαδικασίας, αξιοποιώντας και τις δυνατότητες της συνεχιζόμενης εκπαίδευσης και κατάρτισης. Παράλληλα, οι νέοι θα μπορούν να κάνουν κρίσιμες επιλογές για το μέλλον τους σε πιο ώριμη ηλικία, αντί της ηλικίας των 15 ετών. Για το ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟ η λυκειακή βαθμίδα πρέπει να παρέχεται ενιαία σε όλους τους μαθητές και σε όλες τις μαθήτριες. Α) Ολοκληρωμένη γενική μόρφωση, αντίστοιχη με την ηλικία των μαθητών / μαθητριών και τις σύγχρονες κοινωνικές απαιτήσεις. Βασική επιδίωξη της γενικής μόρφωσης στο λύκειο είναι η διαμόρφωση πολιτών που έχουν συνείδηση των προβλημάτων του κοινωνικού και φυσικού περιβάλλοντος και είναι ικανοί να ενεργούν αποτελεσματικά και δραστήρια για την αντιμετώπισή τους. Β)Σύνολο επιλεγόμενων αντικειμένων, που στοχεύουν στην ικανοποίηση των ιδιαίτερων ενδιαφερόντων και των προεπαγγελματικών απαιτήσεων των μαθητών / μαθητριών, ώστε να εξασφαλίζεται η συνέχιση των σπουδών τους σε ειδικότερους τομείς της μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και κατάρτισης (πανεπιστημιακής και μη). Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην εξασφάλιση μιας ευρείας μορφωτικής βάσης, που θα επιτρέπει στο μαθητή και τη μαθήτρια να παρακολουθούν τις ταχύτατα μεταβαλλόμενες απαιτήσεις της παραγωγικής διαδικασίας με επιτυχία, στα πλαίσια της συνεχιζόμενης εκπαίδευσης / κατάρτισης ή της αυτοδύναμης μαθησιακής τους δραστηριότητας. Έτσι θα εξασφαλιστεί στους μαθητές ευρεία μορφωτική βάση για να παρακολουθήσουν καλύτερα τις απαιτήσεις της κοινωνίας, ενώ παράλληλα να κάνουν τις επιλογές τους για το μέλλον σε μια ώριμη ηλικία και όχι αυτή των 15 ετών. Το Λύκειο που μπορεί να παρέχει τέτοιου είδους μόρφωση και να περιορίζει τις άνισες ευκαιρίες στα παιδιά της εργατικής τάξης και των υποβαθμισμένων κοινωνικών στρωμάτων είναι ένα πραγματικά Ενιαίο Λύκειο. Με το Ενιαίο Λύκειο που προτείνουμε: Η γνώση θεωρητική και πρακτική, παρέχεται ενιαία σε όλους τους μαθητές και τις μαθήτριες, ενώ οι επιλεγόμενες ώρες του προγράμματος τους δίνουν τη δυνατότητα να καλύπτουν τις ιδιαίτερες ανάγκες και τα ενδιαφέροντά τους. Μειώνεται η διάσταση ανάμεσα στη θεωρητική μόρφωση και στην πρακτική δραστηριότητα. Εμποδίζεται η πρόωρη εξειδίκευση και ο πρόωρος επαγγελματικός προσανατολισμός και Αυξάνονται οι δυνατότητες αλλαγής του προσανατολισμού κατά τη διάρκεια των σπουδών στο λύκειο, λόγω του ενιαίου χαρακτήρα του. Τέλος με το Ενιαίο Λύκειο μπορούν να αντιμετωπιστούν πιο αποτελεσματικά οι κοινωνικές ανισότητες απ’ ότι με το παραδοσιακό επιλεκτικό σύστημα. Το Ενιαίο Λύκειο, κατά την άποψή μας, πρέπει να ενταχθεί σε μια προοπτική διεύρυνσης της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, η οποία να περιλαμβάνει μέρος της προσχολικής, το σημερινό εννιάχρονο και το Λύκειο. Επίσης, πρέπει να ληφθούν μέτρα για την ενιαιοποίηση της επαγγελματικής κατάρτισης και ειδίκευσης σε ένα δημόσιο σύστημα. Μια τέτοια προοπτική: α) θα ευνοήσει τον ενιαίο σχεδιασμό της εκπαίδευσης. β) θα ενισχύσει το δημόσιο χαρακτήρα της μέσης εκπαίδευσης, γ) θα συμβάλει στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας του εκπαιδευτικού συστήματος και στην πιο ορθολογική αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων, και δ) θα συμβάλει στην αναβάθμιση και την ορθολογικοποίηση του προσανατολισμού της τεχνικής – επαγγελματικής εκπαίδευσης. Για την αναβάθμιση του μορφωτικού ρόλου του λυκείου είναι αναγκαία η αναθεώρηση και ο εκσυγχρονισμός των αναλυτικών προγραμμάτων του, και ως προς τους στόχους και ως προς το περιεχόμενο και ως προς τους τρόπους οργάνωσής τους. Παράλληλα θα πρέπει να ληφθούν μέτρα για τον εκσυγχρονισμό της τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης. Παράλληλα, πρέπει να ληφθούν άμεσα μέτρα για την ανόρθωση, τη στήριξη και την ποιοτική αναβάθμιση της Τεχνικής – Επαγγελματικής Εκπαίδευσης. Σε μια τέτοια κατεύθυνση: Εκσυγχρονίζονται τα προγράμματά τους και ο εργαστηριακός τους εξοπλισμός των ΤΕΕ. Κατοχυρώνονται επακριβώς τα επαγγελματικά δικαιώματα κάθε παρεχόμενης ειδικότητας. Τα νέα προγράμματα των ΤΕΕ περιέχουν σύγχρονο και επαρκές πρόγραμμα μαθημάτων γενικής παιδείας, προσαρμοσμένο, όπου απαιτείται, στις ανάγκες της ειδικότητας. Κατοχυρώνεται η πρόσβαση των αποφοίτων των ΤΕΕ στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση σε ποσοστό αντίστοιχο με του συνολικό αριθμό τους. Το πτυχίο του ΤΕΕ να είναι ισότιμο με το απολυτήριο του Λυκείου για κάθε περίπτωση που αυτό ζητείται (π.χ. σε συμμετοχή σε διαγωνισμούς). Για τους μαθητές να προβλεφθεί πρακτική άσκηση σε επιχειρήσεις του Δημόσιου ή Ιδιωτικού τομέα. Πρέπει να εκσυγχρονιστεί το θεσμικό πλαίσιο και οι συνθήκες λειτουργίας των ΙΕΚ, που έχουν μετατραπεί σε πεδίο άσκησης πελατειασμού και να αναβαθμιστεί ποιοτικά η παρεχόμενη σ’ αυτά κατάρτιση. Η ποσοτική αύξηση των Δημόσιων ΙΕΚ πρέπει να καλύπτει ζήτηση από τους μαθητές σε όλες τις ειδικότητες ιδιαίτερα σε ειδικότητες αιχμής. Πρέπει να αποτραπεί η επιλογή του μαθητή να φοιτήσει σε ιδιωτικό ΙΕΚ, επειδή δεν βρίσκει θέση σε δημόσιο ΙΕΚ ή γιατί η ποιότητα του δημόσιου ΙΕΚ είναι υποβαθμισμένη. ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΤΡΙΤΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ Σε ότι αφορά το σύστημα πρόσβασης στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, σημειώνουμε ότι ένα νέο θεσμικό πλαίσιο θα πρέπει να έχει ως στόχο και να οδηγήσει προοδευτικά για όσους διαθέτουν ένα ορισμένο επίπεδο προϋποθέσεων να εισάγονται στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση ανεξάρτητα του αριθμού τους. Το νέο αυτό θεσμικό πλαίσιο πρέπει να δημιουργηθεί άμεσα ώστε η εφαρμογή πρέπει να αρχίσει άμεσα, να γίνεται σταδιακά και να ολοκληρωθεί σ’ ένα ορατό χρονικό ορίζοντα θα πρέπει να ξεκινήσουν τα εξής: α) Αύξηση του αριθμού φοιτητών/τριών σε όσα τμήματα έχουν τη δυνατότητα να εκπαιδεύσουν περισσότερους. β) Ταχύρυθμη ανάπτυξη του προσωπικού, νέων τμημάτων και υποδομών. Αύξηση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και του Τακτικού Προϋπολογισμού για τα ΑΕΙ με αντίστοιχο ρυθμό ανά έτος. Με την πρόταση αυτή επιδιώκουμε: Να αυξηθεί αισθητά η δυνατότητα πρόσβασης στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση της χώρας μας και να αμβλυνθεί ανάλογα η αναντιστοιχία προσφοράς και ζήτησης. Να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα των επιπτώσεων του σημερινού συστήματος στην ψυχική και πνευματική υγεία των νέων. Να αρθεί ένας βασικός όρος που αποστερεί το Λύκειο από το ρόλο του. Να αναιρεθεί ένα παράγοντας που ωθεί ισχυρά στη μηχανιστική μάθηση και απομνημόνευση, για να μπορεί να αναπτυχθεί η κριτική σκέψη των νέων. Να μετριασθούν οι κοινωνικές διακρίσεις που συνεπάγεται το παρόν σύστημα. Να αντιμετωπισθεί το γεγονός ότι μεγάλος αριθμός υποψηφίων εισάγονται σε τμήματα εντελώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι επιθυμούν. Να γίνει δυανατή η πρόσβαση στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση από ευρύ φάσμα ηλικιών και να διευκολυνθεί η κινητικότητα φοιτητών ή σπουδαστών μεταξύ τμημάτων. Να μειωθούν οι ιδιωτικές δαπάνες για την Παιδεία. Στην αντίληψη του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ η πρόταση για άνοιγμα των Πανεπιστημίων συνδυάζεται με τομές σε ολόκληρο το εκπαιδευτικό σύστημα και ιδίως με εκείνες που αφορούν το Ενιαίο Λύκειο, την Τεχνική – Επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση, τη δομή και λειτουργία της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Ως προς τις διαδικασίες επιλογής των υποψηφίων για τα Τριτοβάθμια Ιδρύματα, παρατηρούμε τα εξής: Η ελεύθερη πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση σημαίνει ότι συνολικά θα καλύπτεται η ζήτηση για σπουδές από την προσφορά θέσεων. Ωστόσο, πάλι θα παρουσιάζεται σε άλλες σχολές αυξημένη και σε άλλες μειωμένη ζήτηση. Για να επιτευχθεί η ελεύθερη πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση στα επόμενα 4 χρόνια, χρειάζεται διπλασιασμός του αριθμού εισακτέων στο αντίστοιχο χρονικό διάστημα. Κάθε μαθητής μετά την αποφοίτησή του από το Λύκειο θα δηλώνει το τμήμα ή τα τμήματα της προτίμησής του. Στα τμήματα των ΑΕΙ και ΤΕΙ στα οποία οι θέσεις επαρκούν γίνεται απευθείας εγγραφή των απόφοιτων του Λυκείου. Για τα τμήματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης για τα οποία οι υποψήφιοι είναι περισσότεροι από τις θέσεις η εισαγωγή θα βασίζεται στη μοριοποίηση 6 το πολύ μαθημάτων που απαιτούν τα αντίστοιχα τμήματα και εξετάζονται με γενικές εξετάσεις μετά τη λήψη του απολυτηρίου. Ο υποψήφιος μπορεί να επαναλαμβάνει όσες φορές θέλει τις εξετάσεις χωρίς κατοχύρωση βαθμολογίας. Κάθε τμήμα θα καθορίζει τις ελάχιστες προϋποθέσεις που ζητάει από κάποιον υποψήφιο, για να τον κάνει δεκτό. Αν υπάρχουν περισσότεροι ενδιαφερόμενοι για κάποιο τμήμα από όσους μπορεί αυτό να δεχτεί τότε κατατάσσονται σε σειρά με συγκεκριμένα αντικειμενικά κριτήρια. Γενικότερα: Οι Γενικές Εξετάσεις είχαν διασφαλίσει ένα βασικό ζητούμενο κάθε παρόμοιας διαδικασίας: την προστασία του συστήματος επιλογής από μεροληψία και πελατειακές – ευνοιοκρατικές σχέσεις. Αυτό το χαρακτηριστικό πρέπει να διαφυλαχθεί με κάθε τρόπο, αλλά η αντιστοιχία προσφοράς και ζήτησης θέσεων για την τριτοβάθμια εκπαίδευση πρέπει να αρθεί. Σε κάθε περίπτωση, η πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση πρέπει να εξασφαλίζεται μέσα από πολλούς δρόμους, στα πλαίσια της συνεχιζόμενης εκπαίδευσης, ώστε να είναι δυνατόν κάθε Έλληνας και κάθε Ελληνίδα σε οποιαδήποτε φάση της επαγγελματικής πορείας να εγγράφεται στον κύκλο σπουδών που επιθυμεί να παρακολουθήσει. Συνοψίζοντας για τις θέσεις του ΣΥΝ, πιστεύουμε, ότι μια συνολική, ριζική, δημοκρατική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση θα πρέπει να προωθήσει, είτε άμεσα είτε σταδιακά και προγραμματισμένα, τις εξής επιδιώξεις: Καθιέρωση δωδεκάχρονης υποχρεωτικής εκπαίδευσης Ενιαίο Λύκειο θεωρίας και πράξης ανοιχτό για όλους, με σύγχρονο πρόγραμμα μαθημάτων γενικής παιδείας και επιλογών. Επαρκές και σύγχρονο δίκτυο τεχνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης ως συστατικό στοιχείο της δημόσιας εκπαίδευσης. Αύξηση του αριθμού εισακτέων στα ΑΕΙ – ΤΕΙ με ανάλογη αύξηση του διδακτικού προσωπικού και της υποδομής. Ομαλή και απρόσκοπτη έναρξη, κάθε χρόνο, των μαθημάτων από το Σεπτέμβριο με έγκαιρους διορισμούς, μεταθέσεις, αποσπάσεις, αποστολή βιβλίων, προγραμματισμό που να έχουν ολοκληρωθεί πριν από τη λήξη της προηγούμενης σχολικής χρονιάς. Αύξηση των δαπανών για την παιδεία με άμεσο στόχο στον προϋπολογισμό το 5% του ΑΕΠ. Διοίκηση της εκπαίδευσης συλλογική δημοκρατική και αξιοκρατική. Ενεργή συμμετοχή των γονιών στα εκπαιδευτικά πράγματα. Αξιοποίηση των ΜΜΕ, των διαδικτύων και όλης της σύγχρονης τεχνολογίας. Σημαντικές παρατηρήσεις στο σ/ν παρά τη μια ευρεία σειρά ρυθμίσεων τα θέματα εφαρμογής του σημαντικά τις περισσότερες φορές παραπέμπονται σε Υπουργικές Αποφάσεις. Το Υπουργείο Παιδείας προχώρησε σε νέες ρυθμίσεις στην εκπαίδευση: Μείωση των πανελλήνια εξεταζόμενων μαθημάτων και σύστημα επιλογής για ΑΕΙ – ΤΕΙ που έχει λόγο Αρσένη, λίγο Ευθυμίου και λίγο δέσμες. Γιατί τόση ταλαιπωρία τα τρία προηγούμενα χρόνια; Το ερώτημα είναι εύλογο. Γιατί τέτοια δογματική εμμονή της κυβέρνησης στα μέτρα Αρσένη τα τρία προηγούμενα χρόνια; Γιατί τέτοιος αυταρχισμός; Τότε είχε δίκιο η κυβέρνηση ή τώρα, που αλλάζει κάποια από αυτά για τα οποία επέμενε; Νομίζουμε κ. Πρωθυπουργέ, ότι κάποιος πρέπει να αναλάβει αυτή την ευθύνη. Το 40% των μαθητών δεν θα τελειώνουν το Λύκειο. Το επόμενο ερώτημα είναι αν οι νέες ρυθμίσεις επιλύουν τα προβλήματα. Όμως ποια είναι τα προβλήματα; Είναι ο αποκλεισμός από το Λύκειο του 40% των μαθητών, που προέρχονται κυρίως από ασθενέστερες κοινωνικοοικονομικά ομάδες. Το 1999 αποφοίτησαν 117.000 μαθητές, ενώ το 2000 αποφοίτησαν 70.000. Πώς έγινε αυτό; Με την επιβολή εξετάσεων, που ήταν κριτήριο προαγωγής και αποφοίτησης στο Λύκειο και ταυτόχρονα κριτήριο επιλογής για τα ΑΕΙ – ΤΕΙ. Και αφού στα ΑΕΙ – ΤΕΙ θα έμπαιναν 70.000 έπρεπε οι υπόλοιποι να εκπαραθυρωθούν από το Λύκειο. Όπως και έγινε. Με τα λιγότερα πανελλήνια εξεταζόμενα μαθήματα, μέτρο που φυσικά είναι θετικό, πάλι θα αποκλειστεί από το Λύκειο το 40% των μαθητών. Όσοι δηλαδή πρέπει να αποκλειστούν από τα ΑΕΙ – ΤΕΙ. Εκτός αν όσοι τελειώνουν το Λύκειο δεν μπαίνουν όλοι στα ΑΕΙ – ΤΕΙ , όπως επί τρία χρόνια μας διαβεβαιώνει η κυβέρνηση. Αυτό όμως δεν φρόντισε να μας το διευκρινίσει φέτος ο Υπουργός Παιδείας. Μήπως θα το κάνει του χρόνου; Πολύ κακό για το τίποτα. Λύκειο για μόρφωση ή κέντρο επιλογής για ΑΕΙ – ΤΕΙ; Το άλλο μεγάλο πρόβλημα είναι η ακύρωση της μορφωτικής λειτουργίας του Λυκείου. Παρά τη μείωση του εξεταστικού του χαρακτήρα, δεν αποδεσμεύτηκε βέβαια από τη διαδικασία επιλογής για τα ΑΕΙ – ΤΕΙ. Έτσι, απλώς πιστοποιεί μια τεχνική εισαγωγής που διδάσκεται στα φροντιστήρια . Αλλά αυτό είναι παραλογισμός. Μια ολόκληρη εκπαιδευτική βαθμίδα τριών χρόνων και αστρονομικά έξοδα που φεύγουν από τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς προς τα φροντιστήρια ως εισαγωγικό σύστημα. ΤΕΕ: Μια δεύτερη εκπαιδευτική ταχύτητα προς το πουθενά. Τι γίνονται όμως τα παιδιά που εκπαραθυρώνονται από το Λύκειο; Όσα απ΄αυτά δεν εγκαταλείπουν την εκπαίδευση οδηγούνται στα Τεχνικά – Επαγγελματικά Εκπαιδευτήρια (ΤΕΕ). Θεωρείται λοιπόν από την κυβέρνηση ως μεγάλος άθλος ή θεσμοθέτηση της ΤΕΕ ως δεύτερης ταχύτητας στην εκπαίδευση. Όμως πριν από 24 χρόνια, επί υπουργίας Γ. Ράλλη, εκτός από την εννιάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση, δημιουργήθηκαν τα Τεχνικά Λύκεια. Χρειάστηκε μια εικοσαετία «σοσιαλισμού», για να υποβαθμιστούν και να βρεθούν εκτός λυκειακής βαθμίδας χωρίς προοπτική. «Λύση ανάγκης» για τους μαθητές και όχι αξιόπιστη επιλογή. ΔΩΔΕΚΑΧΡΟΝΟ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ. Μήπως σήμερα, το 2000, που αναδύεται η κοινωνία της γνώσης και που η Παιδεία, εκτός από μεγάλο κοινωνικό αγαθό, αποτελεί και «αναπτυξιακό κεφάλαιο», ωρίμασε η ανάγκη όλα τα παιδιά να συμμετέχουν στο δωδεκάχρονο σχολείο; Ναι. Ο ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ προτείνει να βάλουμε ψηλότερα τον πήχη. Όλα τα παιδιά δικαιούνται να τελειώνουν το Λύκειο. Και μάλιστα ένα Λύκειο αναβαθμισμένο, που ο ρόλος τους θα είναι η μόρφωση και όχι το ξεδιάλεγμα αυτών που θα πάνε στα ΑΕΙ – ΤΕΙ. Ένα Λύκειο που οι μαθητές / τριές του δεν θα είναι υποχρεωμένοι /ες να το περιφρονούν και να ρίχνουν το βάρος τους στα φροντιστήρια. Να τολμήσουμε τη δημοκρατική μεταρρύθμιση στην Παιδεία. Ο ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ προτείνει δωδεκάχρονο υποχρεωτικό σχολείο. Ολοήμερο Νηπιαγωγείο και Δημοτικό. Για να μπορούν όμως όλα τα παιδιά να προχωρούν στο Λύκειο, προϋπόθεση είναι ευθύς εξαρχής και σε όλο το «δρόμο» του δωδεκάχρονου σχολείου να τους δίνεται η δυνατότητα να συμμετέχουν ουσιαστικά. Έτσι είναι αναγκαίο το ολοήμερο Νηπιαγωγείο και Δημοτικό που θα παρέχει πολύπλευρη μόρφωση σε όλα τα παιδι΄ζ και θα αντισταθμίζει τις όποιες δυσκολίες θα συναντά κάθε παιδί. Σύγχρονο Γυμνάσιο. Το πρόγραμμα του Γυμνασίου πρέπει να είναι εμπλουτισμένο με μαθήματα και δραστηριότητες που βοηθούν το παιδί αυτής της ηλικίας να κατανοήσει το φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον και να δράσει για τη βελτίωσή του. Ενιαίο Λύκειο, αποσυνδεμένο από την επιλογή για ΑΕΙ – ΤΕΙ. Το αναβαθμισμένο Ενιαίο Λύκειο, για να μπορεί να παρέχει σύγχρονη γενική μόρφωση, πρέπει να είναι πλήρως αποσυνδεμένο από τη διαδικασία εισαγωγής για ΑΕΙ ΤΕΙ. ΄Έτσι, το μαθησιακό ενδιαφέρον των μαθητών/τριών του θα επικεντρώνεται στις σπουδές τους στο Λύκειο και όχι στην προετοιμασία στα φροντιστήρια για τις εξετάσεις. Ελεύθερη πρόσβαση στα ΑΕΙ – ΤΕΙ. Η πρόσβαση στα ΑΕΙ – ΤΕΙ των αποφοίτων του Ενιαίου Λυκείου πρέπει να είναι ελεύθερη. Απαραίτητη προϋπόθεση γι’ αυτό είναι να αυξηθούν οι θέσεις και να ενισχυθεί κατάλληλα το προσωπικό και η υποδομή τους. Η τριτοβάθμια εκπαίδευση μοχλός κοινωνικής ανάπτυξης. Η τριτοβάθμια εκπαίδευση πρέπει να ξεφεύγει από το πρότυπο ενός επιχειρηματικού Πανεπιστημίου, με ασφυκτικά περιορισμένο τον κοινωνικό του ρόλο, και ν’ απελευθερώνει τις δυνάμεις που ενυπάρχουν σ’ αυτό, ώστε ν’ αποτελεί μοχλό κοινωνικής ανάπτυξης σε όλους τους τομείς. Η αναβάθμιση των εκπαιδευτικών, προϋπόθεση για τη μόρφωση . Οι δημόσιες δαπάνες ανά μαθητή /τρια στη χώρα μας δεν πλησιάζουν ούτε στο μισό του κοινοτικού μέσου όρου. Κάθε μέρα οι γονείς πληρώνουν ένα δισεκατομμύριο στα φροντιστήρια και αλλού. Είναι λοιπόν απαραίτητη η αύξηση των δημοσίων δαπανών στο 5% επί του ΑΕΠ. Σχολείο μάθησης, δημιουργίας, δημοκρατίας. Απ’ όλες τις σοβαρές μελέτες απορρίπτεται η προσανατολισμένη σε συντηρητικά πρότυπα εκπαίδευση, με σχολεία που αποθηκεύουν πληροφορίες, με πρώιμη εξειδίκευση των μαθητών, με ανταγωνισμό των μαθητών και των σχολείων. Με αυτή τη λογική απορρίπτεται και κάθε παρέμβαση της Εκκλησίας στην εκπαίδευση. Η Αριστερά στα θέματα της εκπαίδευσης αναδεικνύεται στην κατεξοχήν μεταρρυθμιστική δύναμη της κοινωνίας, αφού η πολιτική της εξυπηρετεί ταυτόχρονα την ολόπλευρη ανάπτυξη της κοινωνίας. Για τον ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟ, η Παιδεία αποτελεί ένα αναντικατάστατο αγαθό. Είναι μέσο για την απελευθέρωση από προκαταλήψεις και αναχρονισμούς, για την ολοκλήρωση της ανθρώπινης προσωπικότητας, για την ανάπτυξη και την πρόοδο με σεβασμό στο περιβάλλον, για την αντιμετώπιση της κοινωνικής ανισότητας, του ρατσισμού και των διακρίσεων, για την προαγωγή της ισότητας των δύο φύλλων, για την ανάδειξη των πιο πολύτιμων αξιών του πολιτισμού: της ειρήνης, της δημοκρατίας, της αλληλεγγύης, της κοινωνικής δικαιοσύνης, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Μια τέτοια παιδεία βρίσκεται σε άλλη κατεύθυνση από τις επιλογές της κυβέρνησης. Είναι υπόθεση ενός δημοκρατικού μεταρρυθμιστικού κινήματος. Είναι ευθύνη όλης της κοινωνίας. Με αφορμή τις εξαγγελίες του υπουργού Παιδείας, το Γραφείο Τύπου του Συνασπισμού τονίζει: Η κυβέρνηση με τις ανακοινώσεις του υπουργού ομολογεί σήμερα ότι τα μέτρα Αρσένη που εξεθείαζε απέτυχαν. Αρνείται, όμως, να απαλλαγεί από τη δυσάρεστη κληρονομιά αυτών των μέτρων παρά τις καταστροφικές συνέπειες που συσσώρευσαν στην εκπαίδευση. Προσπαθεί να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα με πολιτικούς ακροβατισμούς, αντί να προωθήσει τη ριζική δημοκρατική μεταρρύθμιση στην Παιδεία, με καθιέρωση δωδεκάχρονης υποχρεωτικής εκπαίδευσης, με αποδέσμευση του Λυκείου από τις διαδικασίες εισαγωγής στα ΑΕΙ και ΤΕΙ, με σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα και περιεχόμενο σπουδών και τέλος με γενναία χρηματοδότηση των δαπανών για την Παιδεία. Έτσι επιχειρεί μικροβελτιώσεις και εμβαλωματικές λύσεις σε ένα νομοθετικό πλαίσιο που αποδεδειγμένα δε λειτουργεί και δεν αποτελεί την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση που χρειάζεται η ελληνική κοινωνία. Μια τέτοια πολιτική, όχι μόνο, δεν λύνει τα συσσωρευμένα προβλήματα της εκπαίδευσης, αλλά αντίθετα διαιωνίζει την προβληματική κατάσταση που υπάρχει και δεν προοιωνίζει θετικές εξελίξεις στην ελληνική εκπαίδευση. Τα κρίσιμα ερωτήματα εξακολουθούν να περιμένουν απάντηση. Έτσι: 1. Το ολοήμερο σχολείο που προωθείται δεν ξεφεύγει από το ρόλο της παρατεταμένης «φύλαξης» των παιδιών και στερείται σύγχρονου εκπαιδευτικού περιεχομένου. 2. Δεν εξασφαλίζεται αποδέσμευση του Λυκείου από τις εισαγωγικές εξετάσεις για τα ΑΕΙ και τα ΤΕΙ, με το να καταργηθούν ως πρώτο βήμα οι εξετάσεις της Β’ Λυκείου. Ακόμη κι αν μειωθούν τα εξεταζόμενα μαθήματα, πάλι το 40% των μαθητών του Λυκείου θα αποκλείεται από τη συνέχιση των σπουδών στο Λύκειο. 3. Διατηρείται το διπλό δίκτυο Γενικής – Τεχνικής / Εκπαίδευσης και δεν προωθείται η δωδεκάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση ως απάντηση στις σύγχρονες προκλήσεις. 4. Αντί να εξασφαλιστεί η ουσιαστική αναβάθμιση του εκπαιδευτικού προσωπικού, στην πράξη καταργείται ακόμη και η δυνατότητα των εκπαιδευτικών για μεταπτυχιακές σπουδές, αφού εφέτος για πρώτη φορά δεν τους δίνεται ούτε μία εκπαιδευτική άδεια για έναρξη μεταπτυχιακών σπουδών. 5. Εξαγγέλλεται – και σωστά – η αναβάθμιση των ΤΕΙ κατά συμμόρφωση με τις κοινοτικές οδηγίες, χωρίς να παίρνονται τα ανάλογα ουσιαστικά μέτρα (προσωπικό, προγράμματα, υποδομές). 6. Ο εκσυγχρονισμός που προωθείται για τα ΑΕΙ και ΤΕΙ δεν ξεφεύγει από το πρότυπο ενός επιχειρηματικού Πανεπιστημίου με ασφυκτικά περιορισμένο τον κοινωνικού του ρόλο. 7. Ενώ είναι «εκ των ων ουκ άνευ» προϋπόθεση για την αναβάθμιση της εκπαίδευσης η αύξηση των δαπανών, αυτό που εξαγγέλλεται είναι μια αναδιανομή των διαθέσιμων πόρων και διατυπώνονται ευχές για καλύτερη διαχείριση του Γ’ ΚΠΣ.